Beauty

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Όταν αντικρίζεις τον καθρέφτη, κάθεσαι αναπαυτικά και νωχελικά απέναντι του, ξεκινάει μια καινούργια γνωριμία, όχι γιατί το θες, μα γιατί το πρόσωπο, τα μαλλιά σου, το σώμα σου έχει αλλάξει στις λεπτομέρειες. Λεπτομέρειες που δεν έχουν προλάβει να σου συστηθούν, γιατί είσαι απασχολημένος κάπου, με κάτι.

Τώρα που έχουν κερδίσει την προσοχή σου, λοιπόν, παρατηρείς. Είμαι μια γυναίκα μέσης ηλικίας. Έχω ανοιχτά καστανά μάτια. Πάντα πίστευα πως ήταν πιο σκούρα, μα το φως που έχει πλημμυρίσει το δωμάτιο, έχει βαλθεί να μου αλλάξει γνώμη.

Μου ακουμπάει προσεκτικά τα μαλλιά. Οι μπούκλες μου ξετυλίγονται άναρχα, πίσω από τα αυτιά μου. Κρύβουν μέρος του ματιού μου. Η γνωριμία που έχει ξεκινήσει με το πρόσωπο του καθρέφτη κρύβει εκπλήξεις. Κάποιες τρίχες, στην κορυφή του κεφαλιού μου, έχουν ντυθεί στα λευκά και θέλουν να με μπερδέψουν. Λογικό. Ετών 40. Χαμογελάω αμήχανα, όμως χαμογελάω.

Δεν είναι οι πρώτες που ανακάλυψα. Δεν με νοιάζει. Δουλεύω σε κομμωτήριο, που να πάρει. Μπορώ να έχω όποια κόμη επιθυμώ. Είμαι της μόδας που λένε. Αντικειμενικά. Ίσως και υποχρεωτικά λόγω της δουλειάς μου. Πρέπει να πείθω τον πελάτη πως η αιώνια ομορφιά είναι εφικτή. Με 25 ευρώ, δεν αποκτάς μόνο μοναδικό χτένισμα, μα μια στιγμιαία αίσθηση σπουδαιότητας. Μια καινούργια ταυτότητα. Μια εφήμερη “δόξα”.

Σκέφτομαι πως με σημαία τη ματαιοδοξία, χτίζονται σήμερα μεγαθήρια. Κομμώσεις beauty. Ναι, “έχτισε” και το δικό μου μαγαζάκι.

Με την άκρη του ματιού μου κοιτάζω το ρολόι. Η ώρα έχει περάσει. Το χειμώνα είναι πάντα πιο δύσκολα. Νυχτώνει πιο γρήγορα και η κίνηση στους δρόμους πέφτει ραγδαία. Η βροχή είναι μια παραφωνία για την δουλειά μου. Δε δίνεις 25 ευρώ εύκολα, αν δεν μείνουν άψογα τα μαλλιά σου για τόσο όσο.

Καθημερινή. Κρύο και σήμερα. Ακόμη και οι τακτικές σκορπίσανε. Βαριέμαι αυτή την αναμονή. Βλέπω ξαφνικά μια σκυφτή φιγούρα να ανοίγει την πόρτα.
”Κατακλυσμος!” λέει η κυρία που μόλις μπαίνει και τινάζει νευρικά την ομπρέλα και το παλτό της.
“Κατακλυσμός, πράγματι, Φρόσω μου”.
“Θα καταφέρεις να μου κάνεις χτένισμα που να κρατήσει μέχρι το απόγευμα; Έχω να πάω σε αρραβώνα”.
“Θα τα καταφέρουμε!”
Μετά από λίγο, και καθώς έχω προχωρήσει με το χτένισμα, εκείνη παρατηρεί ένα ατόπημα. Δεν την προσέχω όσο θα έπρεπε. Κουνάω το κεφάλι μου συγκαταβατικά και κάνω νωχελικά κινήσεις γύρω της. Καιρός λοιπόν να με επαναφέρει στην τάξη.
“Τι κάνει ο Πέτρος;”
“Καλά”.
“Η μανούλα;”
Η κυρία Φρόσω φροντίζει να η τελευταία της λέξη να ακουστεί μακρόσυρτα και με νόημα.
“Καλά είναι, Φρόσω μου, ξέχασα να σου δώσω τα χαιρετίσματά της τις προάλλες”.
Η Φρόσω δεν μένει απόλυτα ικανοποιημένη από την έκβαση της κουβέντας, γι αυτό πετάει ένα τελευταίο “δηλητήριο”, λέγοντας “τι να κάνει και αυτή….” και μην έχοντας άλλη ελπίδα να πιαστεί από κάπου, χώνει την μουσούδα της σε ένα περιοδικό του σωρού.

Η κυρία Φρόσω. Ανησυχεί περισσότερο για τις τρίχες της κεφαλής της και την υπέροχη κόμη της, παρά για το γάμο της κόρης της, που παραπαίει. Το έχω καταλάβει εδώ και καιρό. Οι τρίχες είναι συνώνυμο του ευ ζειν για τα δεδομένα της μικροαστικής κοινωνίας που με περιβάλλει. Αν είσαι καλά χτενισμένος και ντυμένος στην πένα, ποιος θα τολμήσει να διανοηθεί πως έχεις προβλήματα. Αυτό το παράλογο με βολεύει στο να επιβιώνει το μικρό μου μαγαζί. Ευτυχώς λοιπόν.
“Χμμ, ωραία είναι… αλλά κάτι εδώ…” ψάχνεται η κυρία Φρόσω. Όταν πλέον πείθεται πως θα όλοι θα μιλάνε για τα μαλλιά της, πληρώνει και κοιτάζει ανήσυχη την πόρτα, μην και βραχεί το “θαύμα”.

Είναι η ώρα να κλείσω το κομμωτήριο. Στο μυαλό μου έρχεται η μητέρα μου. Από τότε που έφυγε ο πατέρας μου, την αποφεύγω σκόπιμα πια. Ίσως γιατί δεν αντέχω άλλο την γκρίνια της. Η μητέρα μου έκανε μια απότομη στροφή προς την εκκλησία. Και όπως όλες οι απότομες στροφές που ελλοχεύουν κινδύνους, έτσι και εκείνη απομονώθηκε σε ένα δικό της κόσμο. Δεν μπορεί πια να συζητήσει.

Ανοίγω με τα κλειδιά μου. Ακούω την μικρή τηλεόραση να παίζει από την κουζίνα. Βλέπω την μάνα μου να ανακατεύει με μανία μια κατσαρόλα και να μουρμουρίζει κάποια ακαταλαβίστικα λόγια. Έτσι αχτένιστη, με τα γκρίζα της μαλλιά να σκεπάζουν το μέτωπό της, μοιάζει με μάγισσα που φτιάχνει κάποιο ξόρκι. Μου έρχεται έντονη μυρωδιά από θυμίαμα. Η μητέρα μου, ψυχρή και αναμενόμενη.

Πλέον, οι κουβέντες μας περιορίζονται στα τυπικά. Ο γνωστός μονόλογος ξεκινάει όταν θέλει να μου προκαλέσει τύψεις. Και αυτή είναι μια τέτοια μέρα. Σαν να παίζουμε ρόλο σε κάποιο μονόπρακτο που οι ατάκες δεν είναι για να πείσουμε η μια την άλλη, απλώς και μόνο οφείλουν να ειπωθούν.
“Σου μιλάει για γάμο;” με ρωτάει η μητέρα μου και απαντά για να κλείσει την αυλαία. ”Γιατί να μιλήσει, βολεύτηκε ο άνθρωπος”.

Όταν πια φεύγω από το πατρικό μου σπίτι, νιώθω κουρασμένη, αλλά και ανακουφισμένη. Με περιμένει ο Πέτρος. Τρίτος όροφος, δεύτερο διαμέρισμα δεξιά. Χτυπάω το κουδούνι, δεν έχω κλειδιά. Δεν το θέλησα επίτηδες αν και μου το πρότεινε πολλές φορές ο Πέτρος. Και για γάμο και για να συζήσουν μου έχει πει.

Τον αγαπάω. Τον αγαπάω πολύ, αλλά δεν θέλω. Δεν αντέχω οτιδήποτε μετατρέπεται σε σύμβαση. Έτσι ήμουν από μικρή. Τρίχες όλα αυτά. Τα λόγια του κόσμου που έπαψαν εδώ και καιρό να με απασχολούν. Οποιαδήποτε σύμβαση σε ισοπεδώνει. Ένα πουκάμισο χωράει σε όλα τα κορμιά;

Φεύγω για τον Πέτρο. Πάντοτε η παρουσία του με ηρεμεί. Σιωπούν όμορφα όλα μέσα στο μυαλό μου, όταν τον βλέπω. Είναι το δικό μου πουκάμισο μάλλον γιατί αισθάνομαι οικεία μέσα σε αυτό. Ευτυχώς.

 

Ζωή Καζάν

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook