Μέσα από το υγρό και βρομερό κελάρι ακουγόταν ένα επαναλαμβανόμενος και βαρύγδουπος ήχος. Μία ολόμαυρη και κάτισχνη γάτα με γυαλιστερά πράσινα μάτια σουλάτσαρε από εδώ και από εκεί νιαουρίζοντας για φαγητό, γρατζουνίζοντας με μανία κάθε ξύλινη επιφάνεια του σπιτιού. Στο σαλόνι δεν υπήρχε ούτε ένα φωτάκι ανοιχτό παρά μόνο το φως της τηλεόρασης που έπαιζε μία παλιά σαπουνόπερα από αυτές που τα μαλλιά τους οι γυναίκες τα ψέκαζαν με τόση λακ που νόμιζες ότι έμοιαζαν με φωλιές πουλιών. Η Μάρτζορι καθόταν στο λουλουδάτο και βελούδινο καναπέ μιας άλλης εποχής, αναψοκοκκινισμένη από το πολύ ρουζ με το φουντωτό και ξασμένο μαλλί κομμωτηρίου της, τα φουξ χείλη της ασορτί με τα φουξ νύχια της, μέσα στην τιγρέ ρομπίτσα της και ρουφούσε με ήχο ευχαρίστησης το απογευματινό της τσάι, παρακολουθώντας την αγαπημένη της σειρά. Τα μάτια της γαλαζοπράσινα και σκερτσόζικα αλλά πλέον αρκετά γέρικα. Θαρρούσες ωστόσο πως αν την κοιτούσες για αρκετή ώρα ένιωθες πως η γυναίκα αυτή βγήκε από μία άλλη εποχή και πως παρά το γερασμένο και γεμάτος ζάρες και ρόζους δέρμα της, το σκέρτσο στη ματιά της σε έκανε στιγμιαία να ριγείς από πόθο και ηδονή για εκείνη.

Ο ήχος από κάτω σταμάτησε και η Μάρτζορι αναρίγησε στιγμιαία από ανυπομονησία. Σηκώθηκε αστραπιαία από τον καναπέ και πήγε στο παράθυρό της να κοιτάξει έξω για λίγο ενώ έσφιξε πιο σφιχτά το ζωνάρι της ρόμπας της. Είναι παραμονή Χριστουγέννων και από παντού σε όλη τη γειτονία ακούγονται γέλια και κάλαντα. Έκλεισε τα μάτια της και έγλειψε τα χείλη με τη γλώσσα της όσο άκουγε τα βαριά αντρικά βήματα να ανεβαίνουν την εσωτερική σκάλα.
«Τι έγινε Λάνς; Τελείωσες επιτέλους; Κοντεύουν Χριστούγεννα αν δεν το έχεις παρατηρήσει!» στρίγγιξε με κακία. Η φωνή της απόκοσμη και ανατριχιαστική πάγωσε τον ψηλό και βαρύ άνδρα που σωριάστηκε με κόπο στον βελούδινο καναπέ.

«Πήγαινε να πλυθείς τουλάχιστον άχρηστε! Δε θα μου κατρακυλιέσαι έτσι βρομιάρης και σιχαμερός στο σαλόνι μου! Και αν έχεις σκοπό να το γλεντήσουμε απόψε θα πρέπει να είσαι τουλάχιστον ευπρεπής!» Ο Λάνς άνοιξε το στόμα του τάχα θυμωμένος να πει κάτι αλλά χαμογέλασε πονηρά βάζοντας το ένα του χέρι μέσα στο παντελόνι του. «Όταν μου μιλάς έτσι γριά καρακάξα με καυλώνεις! Έλα να σου δώσω το Χριστουγεννιάτικο δώρο σου γριά μάγισσα!», είπε και έβγαλε έξω το μόριό του σε πλήρη στύση. Η Μάρτζορι άρχισε να κακαρίζει και τα μάτια της μίκραιναν και μίκραιναν ώσπου έγιναν μία μικρή κόκκινη δαιμονική σχισμή. Το στόμα της άνοιξε κατάμαυρο. Φίδια μαύρα βγαίναν από μέσα ώσπου το δωμάτιο γέμισε ερπετά. Η τιγρέ ρόμπα έπεσε από το σώμα της και από μέσα εμφανίστηκε ένα σφριγηλό, νεανικό, γυμνό και υπόλευκο κορμί! Πλησίασε το Λάνς και ανακάθισε από πάνω του. Τα ροζιασμένα χέρια της και το ζαρωμένο πρόσωπό της ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το καλοσχηματισμένο αλαβάστρινο κορμί της. Την ανασήκωσε για λίγο και μπήκε με δύναμη μέσα της. «Καργιόλη!» του φώναξε και σηκώθηκε απότομα ενώ του χάραζε με τα νύχια της το πρόσωπο. «Πήγαινε πλύσου βρωμιάρη που θες να με γαμήσεις πριν να είμαστε και οι δύο έτοιμοι! Το ξέρεις ότι δε θέλω να πηδιέμαι γριά, αλλά εσύ ποτέ δεν κρατιέσαι! Παλιολιγούρη, πουτάνας γιε!» Ο Λάνς γιγαντόσωμος σηκώθηκε από τον καναπέ και αφήνοντας ένα αναστεναγμό γύρισε και την κοίταξε λέγοντάς της, «Μάρτζ, πόσο καιρό πιστεύεις ότι μπορούμε να το κάνουμε αυτό χωρίς να μας καταλάβουν; Έχουν περάσει τόσα χρόνια πια. Όχι ένα και δύο. Έχουν περάσει τριακόσια πενήντα χρόνια αλλά τώρα πια ο κόσμος δεν ξεγελιέται. Και οι αρχές έχουν εργαλεία στα χέρια τους που θα μας βρουν πιο γρήγορα αυτή τη φορά». Μία τούφα από το ξανθό του κεφάλι έπεσε στο χοντρό και πυκνό κόκκινο χαλί του σαλονιού.

Δεν ξέφυγε όμως από το αετίσιο βλέμμα της και ούρλιαξε με φρίκη. «Πήγαινε γρήγορα να πλυθείς, η ώρα έφτασε!» του σφύριξε μέσα από τα δόντια της ενώ πεσμένη στα τέσσερα μάζευε με νευρικές κινήσεις τα μαλλιά του αγαπημένου της. «Ελπίζω να κράτησες τις ορέξεις σου αυτή τη φορά μόνο για μένα γιατί την τελευταία φορά είδες πως καταντήσαμε για μια χρονιά! Μισοί γέροι μισοί νέοι. Δεν μπορούσαμε ούτε μέχρι το μπακάλικο να πάμε!»

Η Μάρτζ σα μάζεψε το σαλόνι από τις ακαθαρσίες του, πλησίασε αργά τον μεγάλο χρυσό καθρέπτη. Κοιτάχτηκε λάγνα μέσα και ψιθύρισε κάποιες λέξεις. Μέσα στον καθρέπτη εμφανίστηκε ένα μέρος απόκοσμο και θολό. Ένα πηγάδι ξεχώριζε μετά βίας στο βάθος. Η γάτα είχε πλησιάσει την κυρά της και την κοιτούσε τώρα ήσυχη με τα γυαλιστερά της μάτια απολύτως ακίνητα, κουνώντας την ουρά της και γουργουρίζοντας με ανυπομονησία. «Ήρθε η ώρα γλυκιά μου Σάνι!» ψιθύρισε, άρπαξε τη γάτα και την έβαλε μέσα στον καθρέπτη. Η γάτα χάθηκε αμέσως μαζί και το απόκοσμο μέρος και το είδωλο της Μάρτζορι εμφανίστηκε ξανά ακόμη πιο γερασμένο στο παγωμένο γυαλί του καθρέπτη.

Δεν τον εμπιστευόταν αυτή τη φορά τον άτιμο και για αυτό ήταν σε αναμμένα κάρβουνα. Άλλο ένα λάθος στο φίλτρο και αυτή τη φορά θα μένανε γέροι για πάντα. Η ιεροτελεστία ήταν συγκεκριμένη. Δώδεκα ξανθά και παρθένα κορίτσια στην ηλικία των 18 ετών. Τα βουτούσαν ένα κάθε μήνα στο πλήρες φεγγάρι του από όλη την επικράτεια, τα πετσοκόβανε και στραγγίζανε κάθε ρανίδα του αίματός τους σε διαμαντένιες καράφες. Όλες οι μποτίλιες έπρεπε να ανακατευτούν με το ασημένιο μαχαίρι αριστερόστροφα το βράδυ που λάμπουν πιο δυνατά τα αστέρια. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων ακριβώς την ώρα που αλλάζει η μέρα. Τα πτώματα τα καίγανε στον κλίβανο στο κελάρι αφού τα κόβανε σε μικρά κομματάκια. Αν τυχόν όμως ο χαμένος είχε πηδήξει ξανά κανένα από τα κορίτσια και τα είχε μαγαρίσει όπως την περσινή χρονιά την είχανε γαμήσει για τα καλά! Θα έμεναν γέροι για πάντα και το ασημένιο μαχαίρι θα χάνονταν για πάντα μέσα στον καθρέπτη.

Αυτά σκεφτόταν και ριγούσε από αμφιβολία για εκείνον ενώ άναβε όλα τα μαύρα κεριά στην τραπεζαρία. Εκείνος μπορεί έδειχνε πια να είχε κουραστεί να κυκλοφορούν νέοι για πάντα αλλά εκείνη δεν ήταν ακόμη έτοιμη να θυσιάσει την αθανασία της. Όμως ο καθένας τους όταν ξεκινήσαν αυτή τη δουλειά είχε ορκιστεί ότι θα έχει εμπιστοσύνη ο ένας στο έργο του άλλου. Αυτός που δεν ήταν μάγος έκανε όλη τη βρομοδουλειά, εκείνη που είχε το χάρισμα ήταν αυτή που ετοίμαζε όλα τα υπόλοιπα για το Χριστουγεννιάτικο Βloody Mary κοκτέιλ πάρτι ή καλύτερα όπως το έλεγαν μεταξύ τους γελώντας Βloody Merry! Όλα ήταν έτοιμα. Η γάτα γουργούρισε ξανά στα πόδια της ενώ τώρα από το περιλαίμιό της κρεμόταν ένα μικρό ασημένιο μαχαίρι. Το ρολόι του τοίχου άρχισε να χτυπά μεσάνυχτα! «Λάνς! Άχρηστε! Κατέβα ήρθε η ώρα και ξέρεις ότι δεν μπορώ να το κάνω μόνη μου!» ούρλιαξε έξαλλη. Ο Λάνς εμφανίστηκε αστραπιαία δίπλα της με το στραβό χαμόγελό του. «Μία χρονιά ακόμη και τέλος, μου το υπόσχεσαι;» Τη ρώτησε και έπιασε το μαχαίρι μαζί της. Εκείνη ήδη μουρμούριζε τα λόγια! Ο ήχος του ρολογιού ούρλιαζε, η γάτα είχε ανασηκώσει το τρίχωμά της και καθόταν ακίνητη σε μία άκρη και όλα τα ερπετά του δωματίου σέρνονταν σαν ένα σώμα τώρα και έμπαιναν μέσα στη μποτίλια με το αίμα δώδεκα αθώων και παρθένων κοριτσιών. Η φωνή της Μάρτζορι ακούγονταν τώρα βαθιά και απόκοσμη, τα μάτια της είχαν γυρίσει ανάποδα και από τη μύτη της έτρεχε μαύρο πηχτό αίμα σα πίσσα. Όλα τα έπιπλα και τα αντικείμενα μέσα στο δωμάτιο είχαν διαλυθεί σε μικροσκοπικά κομματάκια και αιωρούνταν σα να βρίσκονταν σε μία άλλη διάσταση του χώρου και του χρόνου. Το ρολόι σταμάτησε και όλα στο δωμάτιο επέστρεψαν στη θέση τους. Η Μάρτζορι άρπαξε το κουτάλι και γέμισε τα δύο κρυστάλλινα ποτήρια τους. Γράπωσαν με ανείπωτη χαρά τα ποτήρια τους και τα ύψωσαν με μία άηχη πρόποση!

Τα γρήγορα και εκπαιδευμένα χέρια του Λάνς άρπαξαν το μαχαίρι που χάραξε με επιτηδευμένη ακρίβεια το λεπτό και κύκνειο λαιμό της αγαπημένης του. Το αίμα πηδούσε με ορμή μέσα από τις αρτηρίες του λαιμού της προς πάσα κατεύθυνση στο δωμάτιο. Τα μάτια της είχαν γίνει δύο μικρές τρύπες από κουμπιά ενώ ξεψυχούσε μέσα στο ανθρώπινο ακόμη σώμα της, στα χέρια του αγαπημένου της. Διότι το φίλτρο έπρεπε να το πιείς όντας άνθρωπος. Και άνθρωποι ήταν μόνο τα πρώτα λεπτά που το ρολόι είχε δείξει Χριστούγεννα. Ο Λάνς γελούσε ελεύθερος από την τρέλα εκείνης ενώ ταυτόχρονα έκλαιγε με λυγμούς για το χαμό της!

Το σώμα του άρχισε μετά από λίγο να τον εγκαταλείπει, η ρώμη του άρχισε να μετατρέπεται σε φριχτούς γεροντικούς πόνους, τα δόντια του ξεριζώνονταν από τα ούλα του γεμίζοντας το στόμα του αλμυρό αίμα ενώ το δέρμα του γέμισε πληγές και ρυτίδες! Όταν τελείωσε η μεταμόρφωσή του ένιωσε μεγάλη απόγνωση και έκλαψε πικρά για όλο το κακό που είχε προκαλέσει όλα αυτά τα χρόνια της ατέρμονης ζωής τους!

Την επόμενη μέρα, το πρωί των Χριστουγέννων, βρέθηκαν σαν από θαύμα όλα τα κορίτσια που είχαν αρπαχθεί μέσα στην προηγούμενη χρονιά στο κατώφλι των σπιτιών τους σε άριστη κατάσταση χωρίς να θυμούνται τίποτα εκτός από το γέροντα με τη μαύρη γάτα που στο περιλαίμιό ήταν χαραγμένο ένα μικρό ασημένιο μαχαίρι.