TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Χιονονιφάδα, του καιρού γυρίσματα

Χιονονιφάδα, του καιρού γυρίσματα

– Κυρία Ερμιόνη, τι σας χρωστάω για τα μολύβια και τις γόμες των παιδιών;
– Έντεκα και τριάντα, είπε η Ερμιόνη την ώρα που ακουγόταν ο ήχος της ταμιακής μηχανής.
Η Νεφέλη άνοιξε το πορτοφόλι και σκαλίζοντας μέσα σε ψιλά κατάφερε να βρει το αντίστοιχο ποσό. Είναι αρκετά άδειο τούτο εδώ αλλά χαλάλι τους, σκέφτηκε την ώρα που έκλεινε το πορτοφόλι. Χαμογέλασε στην κυρία Ερμιόνη, που είχε το γωνιακό βιβλιοπωλείο στη γειτονιά και έφυγε σχετικά βιαστικά. Έπρεπε να μαγειρέψει. Το σπίτι χρειαζόταν συμμάζεμα. Τα ρούχα πλύσιμο, σίδερο. Οι δουλειές συσσωρεύονταν με γρήγορο ρυθμό αναβάλλοντας συνεχώς εκείνο το δικό της βιβλίο που ήθελε να χαθεί στις σελίδες του. Όμως, δεν πειράζει. Απολάμβανε πολύ την άνεση της οικογένειας μέσα σε ένα σχετικά τακτικό σπιτικό κι ας μην ήταν στην πραγματικότητα ποτέ όλα στην εντέλεια.

Βγήκε από το μαγαζί και το έντονο κρύο της πάγωσε το πρόσωπο, αναγκάζοντάς τη να χωθεί καλύτερα μέσα στο χοντρό παλτό της και να ευχαριστηθεί για μία ακόμα φορά εκείνα τα φθηνά μεν αλλά απόλυτα ανθεκτικά, και κυρίως απολαυστικά ζεστά γάντια που είχε πάρει δώρο στον εαυτό της πριν αρκετά χρόνια. Τους ρίχνει μια ματιά πριν απλώσει το χέρι για να ανοίξει το αυτοκίνητο, όπου εκεί διακρίνει κάτι που με μικρές χορευτικές φιγούρες προσγειώνεται στα δάχτυλά της. Μια μικροσκοπική χιονονιφάδα ήταν που έκανε ένα χαμόγελο να αναδυθεί στο πρόσωπο της Νεφέλης, πριν ξεκινήσει για το σπίτι. Ο σημερινός καιρός της έκανε δώρο ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη ανεβάζοντας τη διάθεσή της.

Η Νεφέλη είχε περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής της στην πόλη, αρκετά μακριά από τον τόπο ετούτο. Τότε, στα παιδικά της μάτια η πολιτεία φάνταζε άκομψη και γκρίζα. Τα μουντά ξεθωριασμένα χρώματα δεν έφταναν να δώσουν κέφι όσο κι αν ο ήλιος στόλιζε της ημέρες. Μια στεγνή διάθεση πότιζε η πόλη τους ανθρώπους της. Καθημερινά όλο και πιο σκυφτοί, να προλάβουν όσες περισσότερες υποχρεώσεις μπορούσαν. Έτρεχαν όλο και πιο πολύ ξεθωριάζοντας σταδιακά οι εκφράσεις του προσώπου τους. Μηχανικές κινήσεις, «δουλειές» που δεν τελείωναν, συσσωρεύονταν, τους πλάκωναν και βάραιναν έναν ύπνο που δεν ήταν ποτέ αρκετός.

Οι χαρές υποχωρούσαν σύντομα κάτω από το βάρος ενός ρολογιού που χτυπούσε. Τα χαμόγελα έχαναν τη λάμψη τους, χλωμά φαντάσματα, στα πρόσωπα του κόσμου που με τον καιρό έμοιαζαν όλα ίδια καλοκουρδισμένα μηχανικά ανδροειδή. Έμαθε και η Νεφέλη να τρέχει, να είναι παραγωγική, αποτελεσματική, μια λειτουργική μηχανή. Γελούσε με μια ζωντάνια που χανόταν στη στιγμή πίσω από υποχρεώσεις, δραστηριότητες και «πρέπει». Οι νύχτες βάραιναν, τα μάτια κάτι ζήταγαν, ο νους δεν τολμούσε να το παραδεχθεί. Κι όμως… κάτι έλειπε.

Σε βροχερό καιρό, τις λιγοστές εκείνες μέρες που έβλεπαν τον ουρανό να ανοίγει πάνω από τις ταράτσες των σπιτιών της πολιτείας, ο κόσμος ανταποκρινόταν μάλλον με εκνευρισμό. Τα βρεγμένα παπούτσια, η αναγκαστική ατημέλητη εμφάνιση που ο καιρός χάριζε σε όλους ανεξαιρέτως, όσο κι αν κάποιος είχε φροντίσει νωρίτερα τον εαυτό του, έκαναν τους ανθρώπους νευρικούς και γκρινιάρηδες. Η Νεφέλη όμως, ένιωθε όμορφα. Πιο οικεία, σαν να ταίριαζε η διάθεση της καρδιάς της με τη διάθεση του καιρού, όπως νιώθει ο φίλος τον φίλο. Το σπιτικό της ήταν γκρίζο και μουντό. Αυτά τα χρώματα δε μπορούσε κανείς να τα διορθώσει. Ο κόσμος της πόλης δεν είχε μάτια για να δει τον εαυτό του, πόσο μάλλον την οικογένειά του, το γείτονά του ή τον περαστικό. Κανείς δεν προλάβαινε να δει πέρα από το ρολόι του κι έτσι δεν υπήρχε τρόπος να βαφτούν με ζωντάνια τα πρόσωπα ή η διάθεση.

Έχει ο καιρός γυρίσματα και η Νεφέλη άρπαξε την πρώτη ευκαιρία που βρήκε, γέμισε ένα σάκο με λιγοστά ρούχα και αποφάσισε να φύγει. Προορισμός: Επαρχία. Άγνωστος τόπος, καινούρια μέρη, διαφορετικοί άνθρωποι, άλλος καιρός, νέα αρχή. Ο κόσμος εκεί αισθητά πιο λιγοστός. Οι νέες γνωριμίες δεν άργησαν να έρθουν. Στις καθημερινές υποχρεώσεις, αναπάντεχο για τη Νεφέλη, συναντούσε πάντοτε κάποιον από τους καινούριους γνώριμους. Οι «δουλειές» στολίζονταν με καλημέρες και μικρές ανάλαφρες κουβέντες του ποδαριού. Τι κάνεις; Πώς είναι τα παιδιά; Τι θα μαγειρέψεις σήμερα; Τα πρόσωπα δεν ήταν γκρίζα, είχαν τη ζωντάνια που χάριζε ο τόπος στις καρδιές. Το βήμα βράδυνε και πήρε πάλι έναν τραγουδιστό ρυθμό, αφήνοντας πίσω το κοφτό, βιαστικό και μονότονο χτύπο του που το βάραινε μέχρι τότε. Με τον καιρό, άρχισε και η Νεφέλη να αφήνεται σε αυτό το ροδαλό χρώμα που από τη μία της το χάριζε το κρύο του καιρού και από την άλλη η ζωντάνια του δάσους των χαμογελαστών ανθρώπων.

Οι υποχρεώσεις δεν τελειώνουν ποτέ, κι έτσι άρχισε να αφήνει κάποιες, επιλεκτικά, για αργότερα. Ο χρόνος άρχισε να παίρνει πιο φιλικές διαστάσεις. Τα χαμόγελα και η ζωντάνια είχαν την ευκαιρία να φανούν πάνω της και γύρω της. Οι χειμώνες ήταν βαρύτεροι εδώ, το κρύο πιο τσουχτερό, μα τα σπιτικά και οι καρδιές ήταν πιο ζεστές. Ο ύπνος έγινε ελαφρύτερος, δίνοντας άνεση στην επόμενη μέρα, καλή διάθεση και καλή καρδιά. Ακόμα κι αν κάτι πήγαινε στραβά, δεν έδειχνε να είναι τόσο τελεσίδικα κακό. Αναποδιές πάντα συμβαίνουν, μια ανάσα, ένα χαμόγελο που όλο και κάποιος θα βρισκόταν εκεί γύρω για να χαρίσει, και πρόσεξε πως είναι «κολλητικό». Στόλιζε ακόμα και τις αναποδιές της με χαμόγελο, στο τέλος, μετά την φυσική της αναστάτωση.

Μια δεύτερη νιφάδα συνάντησε το παγωμένο μάγουλο της Νεφέλης την ώρα που έβαζε το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού, διακόπτοντας την αναπόλησή της. Γύρισε τα μάτια στον ουρανό, χιόνιζε για τα καλά! Ο σιωπηλός ήχος του ανάλαφρου χιονιού, γέμιζε χορευτικές φιγούρες τη γειτονιά που ντυνόταν στα λευκά. Μια γλυκιά ευφορία γέμισε την καρδιά της. Το παιδάκι που κρυβόταν μέσα της χόρευε μαζί με τις νιφάδες. Με αδημονία έφτιαξε το φαγητό εκείνη την ημέρα. Το μεθυσμένο από χαρά παιδί της ψυχής της, φρόντιζε με μαεστρία τα υλικά του φαγητού. Το λάδι, η ρίγανη, τα συστατικά και τα μπαχαρικά, έγιναν νότες σε μουσικό κονσέρτο με αποδέκτες την οικογένεια που σε λίγες ώρες θα μαζεύονταν για το μεσημεριανό φαγητό. Άφησε την κατσαρόλα με τη μουσική της στο χρόνο –ως το τελευταίο μα το πιο σημαντικό από όλα τα συστατικά του μαγειρέματος- να πλαισιώσει την προσπάθειά της. Βγήκε στο μπαλκόνι, ακόμα έπεφτε το χιόνι απαλά και στιγμή τη στιγμή κάλυπτε κάθε ζωντανό πλάσμα, κάθε αντικείμενο. Μικρές εικόνες που πάγωναν το χρόνο και αποκάλυπταν τη διάθεση της στιγμής. Όλα βρίσκονταν με μιας κάτω από ένα ενιαίο πέπλο, μια λευκή αγκαλιά χωρίς διακρίσεις.

Έκλεισε τα μάτια, γεμίζοντας με τον παγωμένο σιωπηλό αέρα το στήθος της και ονειρεύτηκε τα παιχνίδια που θα έκανε όλη η γειτονιά σε λίγο. Παιδιά και μεγάλοι, μια ανάλαφρη παρέα της στιγμής, γιορτή του καιρού. Η Νεφέλη χαμογέλασε μέσα από την καρδιά της, άνοιξε τα βλέφαρα και αγκάλιασε με τη ματιά της όλο τον τόπο τριγύρω, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Τότε θυμήθηκε πως ο νονός της κάποτε, της είχε χαρίσει κι ένα δεύτερο όνομα που το ‘χε από καιρό λησμονήσει. Ένιωσε την ανάγκη να το επαναφέρει στην καθημερινότητά της.

Την έλεγαν Νεφέλη – Ελπίδα

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *