Χωρίς σύνορα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μόλις είχε κλείσει τα 15. Ο μπαμπάς της η αδυναμία της, αποφάσισε να πάει στο συνέδριο στην Γαλλία και θα πήγαινε και εκείνη με την μαμά της. Όλοι μαζί, το είχε αποφασίσει. “Δεν θέλω να έρθω ρε μπαμπά βαριέμαι…” γκρίνιαζε. Εκείνος ήταν όμως κάθετος. Πόσο τον αγαπούσε και πόσο πολύ τον θαύμαζε. Ήταν γιατρός, το είδωλό της. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίον είχε τέτοια επικοινωνία. Και θα ήταν ο μοναδικός μόνο για λίγο ακόμα.

Με βαριά καρδιά ετοιμάστηκε για το ταξίδι και πήγε. Είχε μια ξινίλα στη μούρη της καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Φτάσανε, τακτοποιήθηκαν στο 5άστερο ξενοδοχείο και εκείνη πήγε στην πισίνα. Τη λύτρωνε πολύ το υγρό στοιχείο. Το απόγευμα θα πηγαίνανε στο Λούβρο. Τα μουσεία το χειρότερό της. Ετοιμάστηκε και πήγε. Ήταν σαν ετοιμοθάνατη. Πλήξη αφόρητη.

Ξαναμπήκε η ζωή μέσα της όπως το φως σε ένα κατασκότεινο γεμάτο χρώματα δωμάτιο. Ήταν η στιγμή που αντίκρισε τα μάτια του. Αχ εκείνα τα μάτια. Ένιωθε τα βολτ να διαπερνούν το κορμί της, το φόντο θόλωσε και μόνο εκείνος φαινόταν καθαρά. Η χαριστική βολή το χαμόγελό του. Σαν σφαίρα που διαπέρασε την εφηβική καρδιά της.Της έδωσε το πρώτο σκίρτημα. Το στομάχι της δέθηκε κόμπος, ένιωσε πως ήθελε να κάνει εμετό και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σε τρελούς ρυθμούς. Ζαλίστηκε. Τα γόνατά της δεν την κρατούσαν άλλο. Κάθισε στον πάγκο έξω από την αίθουσα με τα εκθέματα να πάρει μια ανάσα. Τόση ώρα ήταν σαν να μην ανέπνεε.

Συνέχισε την ξενάγηση αλλά τα μάτια της έψαχναν εκείνον. Τον ξαναείδε. Πάλι τα ίδια. Αυτή τη φορά ίδρωσαν οι παλάμες της. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν ξανά. Του χαμογέλασε. Όταν το συνειδητοποίησε της κόπηκε μαχαίρι, έγινε κόκκινη σαν πελτές και προσπάθησε να κρύψει την αμηχανία της όπως όπως. Γύρισαν στο Ξενοδοχείο.

Την επόμενη μέρα το πρόγραμμα θα ήταν φορτωμένο και έπρεπε να κοιμηθεί. Δεν έκλεισε μάτι. Σκεφτόταν τα μάτια του και τα λακκάκια που εμφανίστηκαν στο πρόσωπό του όταν της χαμογέλασε. Σηκώθηκε απρόθυμα αλλά λαχταρώντας να τον ξαναδεί. Θα τον έβλεπε ξανά σίγουρα. Και τον είδε. Εκείνη τη φορά σε ένα στάδιο. Όταν την πλησίασε εκείνη του χάρισε το πιο γλυκό χαμόγελό της αβίαστα και αυθόρμητα. Συστήθηκαν μίλησαν για λίγο και εκείνη πλέον το ήξερε.
ΑΥΤΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΕΝΑΣ. Πέρασε η μέρα σαν αστραπή. Και ήρθε το βράδυ. Θα είχαν δεξίωση σε γκαλά. θα ήταν κι ΕΚΕΙΝΟΣ.
Έβαλε το καλύτερό της φόρεμα, έκανε το καλύτερο μακιγιάζ που θα μπορούσε και πήγε.

Το βλέμμα της τον έψαχνε. Το βλέμμα του την έψαχνε. Συναντήθηκαν. Του ζήτησε να βγουν αναμνηστικές φωτογραφίες. Δεν της το αρνήθηκε. Πήγε στο τραπέζι της αργότερα, συστήθηκε στους γονείς της, εκείνη του προσέφερε ένα ποτήρι κρασί και εκείνος το δέχτηκε πάντα με αυτό το χαμόγελο – μαγεία. Η μουσική έπαιζε. Πήρε άδεια από τον μπαμπά της και της ζήτησε έναν χορό. Ήταν μόλις ενάμισι λεπτό αλλά πρόλαβαν να κάνουν βόλτα οι δυο τους στ’ αστέρια. Εκείνη έτρεμε στα χέρια του και εκείνος είχε ιδρώσει ελαφρώς από την έξαψη που του προκαλούσε η μυρωδιά της. Επέστρεψαν στο τραπέζι και αντάλλαξαν τηλέφωνα και διευθύνσεις. Τον είδε τυχαία άλλη μια φορά σε εκείνο το ταξίδι και είχαν έναν σύντομο διάλογο.

Ελλάδα δύο και κάτι μήνες μετά. Χτυπάει το τηλέφωνο.
“Μικρή, για σένα…”

Η φωνή του της έφερε πάλι αυτόν τον κόμπο στο στομάχι. Μιλούσαν για ώρες. Κάθε μέρα. Είχαν επίσημα δεσμό. Ο πρώτος της δεσμός ο πρώτος της έρωτας. Πέρασαν δυόμισι υπέροχα χρόνια μαζί. Η επικοινωνία τους είχε ξεπεράσει σε κάθε επίπεδο την επικοινωνία που είχε με τον πατέρα της. Την επισκέφτηκε πολλές φορές, έψαχνε δουλειά στην Ελλάδα για να είναι κοντά της. Δεν έβρισκε αλλά δεν τα παρατούσε.

Το καλοκαίρι πριν κλείσει τα 18 της, χτύπησε πάλι το τηλέφωνο.
“Αγάπη μου πρέπει να σου πω κάτι. Κάτι σημαντικό, φοβάμαι αλλά πρέπει. Καταρχάς σε αγαπώ πάρα πολύ, το ξέρεις αυτό, το ξέρω ότι το ξέρεις. Καρδούλα μου σου είπα ένα ψέμα, αλλά το έκανα για να μη σε χάσω. Έρωτά μου δεν είμαι 28 χρονών όπως σου είπα, αλλά 38. Καρδούλα μου είσαι καλά;”

“Καλά είμαι, σε αγαπάω αλλά θέλω λίγο χρόνο. Θα μιλήσουμε μετά οκ;”

….

Χάθηκε η επικοινωνία.
Τον απομάκρυνε λέγοντάς του ότι βρήκε άλλον και πως είναι έγκυος και θα παντρευτεί. ΨΕΜΑΤΑ. Φοβόταν, πληγώθηκε, πονούσε, πέθανε μέσα της χίλιες φορές. Εκείνος σταμάτησε να προσπαθεί. Χάθηκαν τελείως. Εκείνη παντρεύτηκε όντως, αλλά μετά από πολλά χρόνια. Τον έψαχνε απεγνωσμένα πάντα. Είχε χάσει τηλέφωνα και διεύθυνση. Τον έψαχνε. Είχε μόνο τις φωτογραφίες. Ήταν δυστυχισμένη. Ο γάμος της ήταν ένας εφιάλτης.Ο σύζυγος της δεν την αγαπούσε, το ήξερε. Είχαν παιδιά δεν μπορούσε να φύγει. Αποφασισμένη έψαχνε να τον βρει, να του πει τι περνάει, να μάθει πως είναι καλά και ευτυχισμένος. Θα της ήταν αρκετό.

Τον βρήκε. Είχαν περάσει 16 χρόνια. Το δάχτυλό της σχημάτισε τον αριθμό. Το μυαλό της έψαχνε να βρει τι θα πει αν το σήκωνε η γυναίκα ή κάποιο από τα παιδιά του.
“Ναι…;”
Της κόπηκαν τα πόδια. Ήταν εκείνος. Είπε το όνομά του.
“Κοριτσάκι μου;;;”
Την κατάλαβε αμέσως. Μίλησαν για πολλή ώρα, σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αβίαστα και εντελώς φυσικά οι καρδιές τους ενώθηκαν ξανά. Αποφάσισαν να βρεθούν, κατέστρωσαν ολόκληρο σχέδιο. Ήρθε Ελλάδα. Εκείνος γοητευτικός με άσπρα μαλλιά. Ο χρόνος παρότι ήταν ευγενικός μαζί του, άφησε σημάδια επάνω του. Εκείνη νέα ακόμα, λίγο αλλαγμένη. Όταν τον είδε ξανά η καρδιά της χτύπησε τόσο δυνατά, που νόμιζε θα σπάσει.
Έτρεξε, χάθηκε μέσα στην αγκαλιά του. Ένιωσε πάλι εκείνη την ασφάλεια. Τα δάκρυα πότισαν την μπλούζα του. Το πρώτο τους φιλί μετά από τόσο καιρό, αλμυρό. Έκλαιγαν. Που έχασαν τόσα χρόνια. Που ακόμα αγαπούσαν τόσο βαθιά ο ένας τον άλλον.

Φτάσανε στον προορισμό τους. Εκείνος την έπιασε σαν βιολί στα χέρια του, προσκύνησε τα χείλη της ξανά και ετοιμάστηκε να παίξει την πιο όμορφη μελωδία. Μια μελωδία που οι δυο τους δεν τόλμησαν ποτέ πριν να δημιουργήσουν. Την έκανε δική του για πρώτη φορά. Στο παρελθόν δεν είχαν ολοκληρώσει. Εκείνη του παραδόθηκε χωρίς ενοχή. Τους τύλιξε η αγάπη τους, η οποία ολοκληρωνόταν για πρώτη φορά. Έφτασαν κοντά στο Θεό οι δύο τους, ιδρωμένοι με καυτά δάκρυα να καίνε τα πρόσωπά τους.
Ήταν δική του.
Ήταν δικός της.
Ήταν γραφτό τους.

Εκείνος ήρθε Ελλάδα, εκείνη πήρε διαζύγιο. Ζούνε μαζί ερωτευμένοι όσο ποτέ. Γι΄ αυτούς δεν υπήρχαν ποτέ σύνορα. Μόνο αγνή αληθινή αγάπη.

 

Κίττυ

 

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook