Christmas in July

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το θερμόμετρο πάνω στον πάγκο της κουζίνας έδειχνε 35 βαθμούς Κελσίου. Ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπο της Άννας ασταμάτητα. Η γαλοπούλα αδιάφορη, συνέχιζε να ψήνεται μέσα στον φούρνο, ανεβάζοντας κι άλλο τη εσωτερική θερμοκρασία του δωματίου. Λες και έπαιρνε εκδίκηση για τη μοίρα της . Αν όλα πήγαιναν όπως τα είχε προγραμματίσει, η σάουνα μέσα στην οποία έβραζε, θα άξιζε τον κόπο! “Και αυτός ο Ιούλιος, ήταν ανάγκη να ξεκινήσει με καύσωνες;” αναρωτήθηκε η Άννα ενώ άνοιγε τις σκονισμένες κούτες, που λίγο νωρίτερα είχε καταφέρει να πάρει από το πατρικό της.

“Παιδί μου θερμοπληξία έπαθες; Τι τα θες τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια μέσα στο κατακαλόκαιρο;” είχε διαμαρτυρηθεί η μητέρα της, όταν της εξηγούσε τον λόγο της έκτακτης επίσκεψής της. Αλλά εκείνη δεν προλάβαινε να αναλύσει γιατί χρειαζόταν τα στολίδια. Βιαστικά, είχε φορτώσει στο μικρό αυτοκινητάκι τις κούτες και είχε γίνει καπνός. Αν ήθελε όλα να είναι έτοιμα για το βράδυ, έπρεπε να αναπτύξει αστρονομικές ταχύτητες.

Η ιδέα της είχε έρθει μόλις λίγες ώρες νωρίτερα, ενώ χάζευε ένα ζευγάρι παπούτσια στο ίντερνετ, σε κάποια σελίδα από μαγαζί του εξωτερικού. “Christmas in July” διαφήμιζε το κατάστημα τις καλοκαιρινές εκπτώσεις που θα ξεκινούσαν σε λίγες μέρες και το μυαλό της, κλασσικά, πήρε ανάποδες στροφές και γέννησε το ανεκδιήγητο που ετοιμαζόταν να κάνει. Ένα και μόνο προγραμματισμένο, ολοήμερο, επαγγελματικό ταξίδι είχε εκείνος για ολόκληρο το μήνα και αυτό ήταν την επόμενη μέρα. Μια ευκαιρία λοιπόν είχε. Ξύπνησε έτσι το πρωί και αφού τον χαιρέτησε στην πόρτα δήθεν αδιάφορα, έτρεξε να πάρει τηλέφωνο στη δουλειά της και να επικαλεστεί ασθένεια. Με τέτοιες θερμοκρασίες ακόμα και το αφεντικό τη λυπήθηκε και δεν της έφερε αντιρρήσεις.

Κοίταξε το ρολόι της και στη συνέχεια κοίταξε τη γαλοπούλα. “Έλα καλή μου, ψήσου να τελειώνουμε!” την παρακάλεσε και συνέχισε να προσπαθεί να λύσει τον γόρδιο δεσμό που κάποτε ήταν χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Κι όσο ο ιδρώτας έσταζε σε ολόκληρο το κορμί της από την υπερπροσπάθεια, το μυαλό της άρχισε να ταξιδεύει δέκα ολόκληρα χρόνια πίσω.
“Σ ‘ αγαπάω Άννα. Σ’ αγαπάω όπως δεν αγάπησα γυναίκα. Αλλά αν θες να είμαστε μαζί, πρέπει να ξέρεις. Μαζί μου Χριστούγεννα δεν θα γιορτάσεις ποτέ. Αυτές οι μέρες είναι σαν μην υπάρχουν για μένα. Μπορείς να το δεχτείς;” την είχε ρωτήσει και εκείνη τον είχε πάρει αγκαλιά και τον είχε φιλήσει. Τι να κλάσουν τα Χριστούγεννα μπροστά σε αυτόν τον άντρα, που η τύχη είχε φέρει στο δρόμο της; Για χάρη του, όχι Χριστούγεννα, αλλά και κάθε άλλη γιορτή θα απαρνιόταν. Γιατί τόσο ερωτευμένη ήταν μαζί του, που δεν είχε ρωτήσει καν να μάθει τον λόγο. Το έβλεπε στο πρόσωπό του, πως ήταν κάτι που τον επηρέαζε πολύ και δεν ήθελε να τον ζορίσει.

Όταν όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και η αρχική καψούρα σταμάτησε να τη θολώνει, είδε το θέμα αλλιώς.. Πάνω στην πενταετία είχε ειλικρινά βαρεθεί κάθε Χριστούγεννα να κλείνονται στο σπίτι σαν ερημίτες και να σαπίζουν βλέποντας σειρές. Τόλμησε έτσι να πάρει πρωτοβουλία. Χωρίς να τον ρωτήσει, είχε αγοράσει ένα δέντρο και μερικές μπάλες. “Τι ζημιά θα έκανε μωρέ ένα δεντράκι και λίγες κόκκινες μπάλες;” είχε σκεφτεί και άνοιξε άθελα της τους ασκούς του Αιόλου. Θρύψαλα είχαν γίνει σε δευτερόλεπτα οι όμορφες μπάλες και το δέντρο θα είχε καταλήξει στα σκουπίδια, αν δε το φυγάδευε εκείνη κλαμμένη άρον άρον στο υπόγειο. Αυτή τη φορά όμως χρειαζόταν εξηγήσεις και ας επέμενε εκείνος ανυποχώρητος πως της το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή. “Γιατί! Πες μου το γιατί! Το χρειάζομαι!” απαίτησε. Και έμαθε η Άννα το γιατί και τον ερωτεύτηκε εκ νέου και πάλι.

Τόσα χρόνια γνώριζε πως τα γενέθλια του ήταν το φθινόπωρο. Ήξερε πως είχε χάσει τη μητέρα του μικρός. Ήξερε πως ο πατέρας του δεν ξεπέρασε ποτέ το θάνατό της. Όλα αυτά τα γνώριζε από σκόρπιες, δικές του κουβέντες. Κάθε Οκτώβρη που έσβηνε την τούρτα των γενεθλίων του, το έβλεπε πως δεν το απολάμβανε και ιδιαίτερα. Άντρας όμως ήταν, και στους άντρες σπάνια άρεσαν οι τούρτες και τα δώρα. Ποτέ της δεν θα μπορούσε να φανταστεί τι είχε πραγματικά συμβεί. Ποτέ της δεν θα μπορούσε να συνδέσει τα δεδομένα, αν εκείνος δεν της έλεγε την αλήθεια.

Ανήμερα των Χριστουγέννων είχε γεννηθεί πρόωρα και η πρώτη δική του ανάσα είχε συγχρονιστεί απόλυτα με την τελευταία δική της. Επιπλοκή στη γέννα είχαν πει οι γιατροί. Αν δεν τον έβγαζαν από εκεί μέσα, δεν θα είχε επιβιώσει ούτε ο ίδιος. Σπάνιο, αλλά συμβαίνει. Αν η μητέρα σηκώσει πίεση είναι τρομερά επικίνδυνο, τόσο για την ίδια, όσο και για το μωρό. Τέτοια έλεγαν οι γιατροί στον πατέρα του, σ’ έναν χριστουγεννιάτικα στολισμένο διάδρομο νοσοκομείου, και εκείνος έκτοτε αποφάσισε, πως ούτε εκείνος , ούτε ο γιος του θα γιόρταζαν ξανά Χριστούγεννα. Έμαθε έτσι από μωρό πως αυτή η γιορτή δεν υπάρχει. Αυτή η γιορτή σκότωσε τη μάνα του. Ήταν πάντα πιο εύκολο να χρεώνει τη γιορτή, από τον ίδιο του τον εαυτό. Και για τους δύο ήταν ευκολότερο να χρεώνουν τη γιορτή… Και μεγάλωσε με αγάπη και ας μην ένιωσε μητρικό χάδι. Έγινε ένας καλός, δοτικός, χαμογελαστός άντρας κάτω από τις φτερούγες που άνοιξαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες του. Και όποτε σαν παιδί ζήλευε λίγο, που σε εκείνον ποτέ δεν ερχόταν Άγιος Βασίλης, κοιτούσε την φωτογραφία της πάνω στο μπουφέ και μετάνιωνε. Τα Χριστούγεννα του πήραν το πολυτιμότερο πράγμα. Ό,τι και να του έδιναν πίσω, δεν θα ισοσταθμιζόταν η απώλεια!

Μπαίνοντας εκείνο το βράδυ κουρασμένος στο σπίτι του , μόνο αυτό που αντίκρισε δεν περίμενε να βρει. Ένα στολισμένο κατάφωτο δέντρο, κάλτσες κρεμασμένες στο τζάκι, μια γαλοπούλα με πατάτες πάνω στο τραπέζι, χριστουγεννιάτικα τραγούδια στα ηχεία και εκείνη στη μέση του δωματίου να υποφέρει ντυμένη Άγιος Βασίλης, μέσα στα χοντρά ρούχα και να κρατάει ένα τεράστιο δώρο στα χέρια της. Και όλα αυτά μέσα στον καύσωνα του Ιουλίου!

Πόσο όμορφη που ήταν έτσι ιδρωμένη με τα λευκά ψεύτικα γένια να κολλάνε στο πρόσωπό της. Δεν του πήγαινε καρδιά να της βάλει τις φωνές. Αυτή τη γυναίκα την αγαπούσε… αυτή τη γυναίκα θα την έκανε μάνα των παιδιών του σύντομα. “Christmas in July αγάπη μου! Μόνο για πάρτη μας! Μόνο για εμάς! Τι λες; Θα γιορτάσουμε;” τον ρώτησε δειλά-δειλά και εκείνος της έσκασε ένα φιλί όλο πάθος, ξεκολλώντας την ψεύτικη γενειάδα από το πρόσωπό της. Κι ενώ έξω η θερμοκρασία έπιανε τους σαράντα βαθμούς, μέσα ο Ρούντολφ το ελαφάκι, έχωνε τη μύτη του στο χιόνι για πρώτη φορά.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook