Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε στην επαρχία ένα κορίτσι που έβλεπε παντού μόνο γκρίζο και μαύρο. Το έντονο γαλάζιο που στόλιζε τα μάτια της δεν ήταν ικανό να της δείξει κανένα χρώμα. Ποτέ δεν είχε θαυμάσει το κόκκινο των λουλουδιών, το βαθύ μπλε της θάλασσας, το απαλό ροζ του φορέματός της. Οι γονείς της δεν ήξεραν τι να κάνουν κι οι φίλοι της την κορόιδευαν. Το κορίτσι τότε αποφάσισε να πάει να δουλέψει στην πόλη. Εκεί, της είχαν πει, όλα είναι φτιαγμένα από γκρίζο και μαύρο. Εκεί τουλάχιστον, δε θα είχε πρόβλημα.
Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα αγόρι στην μεγάλη πόλη. Το σπίτι του ήταν στο πιο βαθύ υπόγειο, το δωμάτιό του στο πιο σκοτεινό σημείο. Κάθε πρωί τα ρουθούνια του γέμιζαν με τις δυσωδίες του δρόμου και τις μυρωδιές από τα απορρίμματα των περαστικών. Το αγόρι δεν κατάφερε ποτέ να απολαύσει την μυρωδιά του φρεσκοψημένου κέικ σοκολάτας, του καλοψημένου κρέατος που μόλις βγήκε από τον φούρνο, της μοσχομυριστής γύρης των ανοιξιάτικων λουλουδιών. Το αγόρι αποφάσισε να φύγει για να δουλέψει αγρότης στην επαρχία. Εκεί, του είχαν πει, ότι το μέρος είναι γεμάτο μυρωδιές, γεμάτο πράγματα που σε ζαλίζουν με τα αρώματά τους.
Το κορίτσι κάθε μέρα έπαιρνε το τρένο από την επαρχία για να δουλέψει στην πόλη. Της άρεσε να κάθεται στο πρώτο βαγόνι, στη θέση με τους λιγότερους επιβάτες. Εκεί τουλάχιστον, μπορούσε να αφεθεί στη θάλασσα του γκρίζου και μαύρου που έβλεπε καθημερινά χωρίς να ακούει για το πόσο διαφορετικά – σε χρώματα – ήταν τα τοπία γύρω της. Άνοιγε το αγαπημένο της βιβλίο, χωρίς εικόνες, και χανόταν στην φαντασία που της χάριζαν τα μαύρα γράμματα σε λευκό φόντο. Μόνο εκεί έβλεπε χρώματα. Στον κόσμο που έφτιαχνε στο μυαλό της.
Το αγόρι κάθε μέρα έπαιρνε το τρένο από την πόλη για να δουλέψει στην επαρχία. Αποπνικτικά γεμάτο όπως ήταν, το αγόρι πάντα κατέληγε να διαλέγει το τελευταίο βαγόνι. Εκεί τουλάχιστον, μύριζε λιγότερο. Πάντα κρατούσε μαζί του ένα κουτί με την συλλογή του από μινιατούρες που είχε βάψει μόνος του. Η μυρωδιά του χρώματος του γαργαλούσε ευχάριστα την μύτη, βγάζοντας τον από την δυσωδία που τον κατέκλυζε όλη μέρα.
Τα δύο τρένα δεν συναντιόντουσαν ποτέ, πέρα από μία στιγμή. Μία διασταύρωση στην οποία οι ράγες μετακινούνταν για να αλλάξουν κατεύθυνση. Μία στιγμή στην οποία το πρώτο βαγόνι του ενός απείχε εκατοστά από το τελευταίο βαγόνι του άλλου.
Το αγόρι είδε το κορίτσι. Η μυρωδιά του αρώματός της έφτασε και τρύπωσε, χωρίς αντίσταση, στα ρουθούνια του.
Το κορίτσι είδε το αγόρι. Τα χρώματα από τις μινιατούρες του, τα χρώματα από τα μαλλιά του, τα μάτια του, μπογιάτισαν το μουντό της τοπίο.
Κάθε μέρα κι οι δύο αδημονούσαν για την στιγμή που θα συναντηθούν. Για την στιγμή που ο ένας θα γεμίσει το ιδιαίτερο κενό του άλλου. Τα βλέμματά τους δεν ξεκολλούσαν, τα χέρια τους σχημάτιζαν τα ονόματά τους πάνω στα τζάμια που τους χώριζαν.
Η ανάγκη τους όμως για σωματική επαφή είχε γίνει ανυπόφορη. Έτσι, κάποια μέρα που ο καιρός άρχισε να ρίχνει τις πρώτες του θυμωμένες στάλες βροχής, αποφάσισαν ότι δεν πήγαινε άλλο.
Βγήκαν κι οι δύο από το βαγόνι τους, την στιγμή που τα τρένα περίμεναν υπομονετικά στη διασταύρωση. Ο μηχανοδηγός έβγαλε ανακοίνωση να επιστρέψουν στις θέσεις τους, αλλά εκείνοι τον αγνόησαν. Το κορίτσι στάθηκε μπροστά στο διαχωριστικό των γραμμών κοιτάζοντας το αγόρι το οποίο ήδη είχε μεθύσει από το άρωμά της.
Πρώτα απλώθηκαν τα χέρια κι ο ουρανός έριξε δύο δυνατές βροντές.
Μετά έγιναν τα πρώτα δειλά βήματα και τα τρένα σφύριξαν, θαρρείς με ανυπομονησία, για την συνάντησή τους.
Στο τέλος τα σώματά τους ενώθηκαν, αγκαλιάστηκαν, σε μία κίνηση που κι ο ίδιος ο χρόνος είχε βαρεθεί να περιμένει στην αιωνιότητά του. Και τότε έβρεξε δυνατά.
Οι δυσωδίες που είχαν ποτίσει το αγόρι διαλύθηκαν, χύθηκαν στο έδαφος κι έγιναν όμορφες και γλυκές μυρωδιές. Οι θολές και μουντές εικόνες που είχαν μαυρίσει την ψυχή του κοριτσιού ξάσπρισαν και αφέθηκαν στην φύση να τις ζωγραφίσει με τα πιο ζωηρά της πινέλα.
Το μέρος γέμισε παντού, χρώματα κι αρώματα.
Και το ζευγάρι χάθηκε, αφήνοντας τους υπόλοιπους επιβάτες μετέωρους να κοιτάνε το κενό και την βροχή που δυνατά μαστίγωνε τις ράγες των τρένων.