CONCEALER

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η μυρωδιά της πούδρας πλανιέται στον αέρα, μέσα σε ένα άσπρο συννεφάκι. Κοιτάζεται στον καθρέφτη. (Ποιο χαμόγελο να φορέσω σήμερα;) Φοβερή αυτή η νέα σειρά concealer. Καλύπτουν πραγματικά τα πάντα: σπυράκια, σημάδια, φόβους, μελανιές
ΣΤΟΠ. Ας πάμε λίγο πίσω.

Στην πρώτη φορά. Πότε ήταν; Μυρίζει αντηλιακό καρύδα, άρα καλοκαίρι. Στη Σκιάθο. Τι όμορφη που είναι η Σκιάθος. (Αλλά δεν πρόκειται να ξαναπάει εκεί, ποτέ.) Μόλις είχαν αρχίσει να συγκατοικούν. Υπήρχε ένα άγχος διάχυτο στην ατμόσφαιρα, νέες καταστάσεις, αλλαγές, λίγο στριμωγμένα τα οικονομικά αλλά αυτοί αγαπιούνται και όλα θα περάσουν.
Αυτές τις διακοπές τις σχεδίαζε καιρό και τις ονειρευόταν. Ηλιοθεραπεία, βουτιές, βόλτες στις Μαξιλάρες, φιλιά και αγκαλιές. Ο Δ. ήταν συννεφιασμένος αρκετό καιρό τώρα, θα του έκαναν καλό. Να ξεφύγει λίγο και αυτός, να θυμηθούνε τον πρώτο, πιο ανέμελο καιρό της σχέσης τους. (Προσπαθεί να θυμηθεί λεπτομέρειες, αλλά όλα είναι θολά. Έχουν περάσει και τέσσερα χρόνια βέβαια…)
<

Εκείνο το βράδυ είχαν βγει για ένα ποτό. Αυτός δεν είχε και την καλύτερη διάθεση – «έλα βρε, έλα λίγο αλκοόλ να χαλαρώσεις επιτέλους!» Τον περίμενε στο τραπέζι τους μέχρι να έρθει η παραγγελία. (Νομίζω ότι παίζει UB40 ο dj, κάτι Άγγλοι τουρίστες έχουν ενθουσιαστεί.) Ο Δ. έχει πάει τουαλέτα. Έρχεται ο σερβιτόρος με τα ποτά, τον σπρώχνουν οι χαρωποί τουρίστες, πάνε οι μπίρες στράφι. Κάτι αστείο ψελλίζει το παιδί και την πιάνουν τα γέλια. Γελάνε και οι δύο μαζί. Και τότε, τον βλέπει. Ακίνητος, με βλέμμα παγωμένο, τρομακτικό θαρρείς.
-Σήκω, φεύγουμε.
-Μα… τα ποτά μας βρε αγάπη…
-Φεύγουμε είπα.
(Δεν έφερε αντίρρηση. Θα τον ηρεμούσε αργότερα, ήξερε πόσο αψίθυμος ήταν, ας μη χαλάσει η βραδιά τους.)
Σκύβει να σηκώσει την τσάντα της και αυτός την αρπάζει –κάπως απότομα είναι η αλήθεια- από το χέρι. Δεν τον έχει ξαναδεί έτσι. Αρχίζουν να προχωρούν βιαστικά στο σοκάκι.
Έχοντας απομακρυνθεί λίγο από το πολύβουο κέντρο, τον ρωτάει:
-Τι συνέβη;

Και τότε έσβησαν όλα. Δεν ήταν τόσο ο πόνος, όσο το σοκ. Χαστούκι δεν είχε ξαναδεχθεί ποτέ- ούτε από την ίδια της τη μάνα και ο θεός ξέρει πόσο ατίθαση ήταν! Έμεινε αποσβολωμένη να τον κοιτάζει κρατώντας το μάγουλό της. Και αυτός ξέσπασε σε κλάματα και κουλουριάστηκε στο πλακόστρωτο σα μωρό παιδί, μουρμουρίζοντας συνέχεια «συγνώμη, συγνώμη, συγνώμη μωρό μου, συγνώμη, δεν ξέρω τι με έπιασε…». Και αυτή, που δεν αντέχει να βλέπει άντρες να κλαίνε, τον αγκάλιασε σφιχτά. Και τον συγχώρεσε. Οι επόμενες μέρες κύλησαν σα νερό και ο εφιάλτης έμοιαζε να ξεχάστηκε σ’ εκείνο το Σκιαθώτικο σοκάκι με τις βουκαμβίλιες.
Θα μπορούσε να είναι αυτό το τέλος.

Αλλά όχι, ήταν απλά η άνω τελεία μιας κατάστασης έντονης, εξωπραγματικής για τα δικά της δεδομένα, εξουθενωτικής. Τόσο σωματικά όσο και πνευματικά. Όχι συχνά, όχι τακτικά, αλλά με διαρκώς κλιμακούμενη ένταση και βαρύτητα. Μέχρι που έχασε το μέτρημα της τελευταίας «τελευταίας» φοράς και άρχισε να ξεμένει από δικαιολογίες σε φίλους και γνωστούς (αχ, μωρέ, δεν ξέρεις πόσο απρόσεχτη είμαι, έσπασα το βάζο με το πέστο και έφαγα μία ξεγυρισμένη τούμπα στο πάτωμα.)

Κατά βάθος, η όλη ιστορία της ήταν οικεία. Όπως με ένα φαγητό που έχεις χρόνια να φας, αλλά η γεύση του μένει απαράλλαχτη στον ουρανίσκο σου. Είχε πέσει σε λήθαργο, αλλά η πληγή ήταν εκεί. Θυμάται τα βράδια όταν κοιμόταν – στην πραγματικότητα υποκρινόταν, ήθελε απλά να πάει στο δωμάτιο και να κρυφτεί κάτω από τα σκεπάσματα – τις φωνές και τα κλάματα της μάνας. Πράγματα να σπάνε. Έβαζε το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι και φορούσε τα ακουστικά, στο μικρό της γουόκμαν έπαιζε στη διαπασών ο Rorry. Και γινόταν αυτή το φεγγαρόπαιδο και σκαρφιζόταν τρόπους διαφυγής, ταξίδευε με το μυαλό για να αντέξει, να μην τρελαθεί. Αυτή δε θα γινόταν αδύναμη, ποτέ δε θα ανεχθεί τέτοια συμπεριφορά. Και έσβηνε στο ημερολόγιο μέρες, μήνες, χρόνια. Μέχρι τα 18. Τα ηρωικά 18. Είχε έτοιμο το σακ βουαγιάζ με λίγα, βασικά πράγματα από το προηγούμενο βράδυ. Το είχε κρύψει κάτω από το κρεβάτι της. Περίμενε να πέσει η σιωπή και να αποκοιμηθούν. Άφησε το γράμμα στο τραπέζι της κουζίνας και έφυγε πατώντας στις μύτες. Έκλεισε πίσω της την βαριά πόρτα, κλείνοντας πίσω και την παλιά της ζωή. Ή έτσι νόμιζε τουλάχιστον.

Και να την στα τριάντα της.

Η μελανιά γύρω από το μάτι είχε υποχωρήσει. Κρατούσε ακόμα στο χέρι της το θετικό τεστ εγκυμοσύνης.
Ήρθε η ώρα πάλι για αναχώρηση. Έριξε στην τσάντα της το τεστ, φόρεσε τα γυαλιά της και βεβαιώθηκε ότι δεν ξεχνάει κάτι σημαντικό. Το σημείωμα, πάλι στο τραπέζι της κουζίνας, λακωνικό: «ΘΑ ΕΡΘΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΑΛΑΒΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΟΥ.»

Απενεργοποιεί τη συσκευή της και πετάει την κάρτα SIM στον κάδο των αχρήστων. Κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά, το ταξί ήδη την περιμένει με αναμμένη μηχανή:
-Στο αεροδρόμιο παρακαλώ.
Αυτή τη φορά δε φεύγει μόνη. Κουβαλάει την ελπίδα (χαϊδεύει την κοιλιά της τρυφερά). Χαμογελάει πίσω από τα σκούρα, κοκάλινα γυαλιά. Άργησε να αποφασίσει; Ίσως. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να πετάξεις τα δεσμά σου. Και να αγαπήσεις τον εαυτό σου από την αρχή.
(Έπεσε και σε «λόγιο» ταρίφα, η διαδρομή προβλέπεται υπέροχη.)
«Η μέρα εκείνη δε θ’αργήσει, κυνηγημένο μου πουλί…»

ΕΛΕΑΝΝΑ ΦΙΛΙΟΥ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook