Damon HellWay Saga: Το Απόλυτο Κακό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά. Ο οκτάχρονος Λούκας καθόταν κάτω από ένα δέντρο στο πάρκο της γειτονιάς του. Ήταν πάντοτε άδειο τέτοια ώρα. Είχε ξυπνήσει σκόπιμα πολύ πρωί για να πραγματοποιήσει αυτό που είχε καρφωθεί στο μυαλό του. Εδώ και λίγα λεπτά, είχε ακινητοποιήσει ένα μικρό γατάκι. Εκείνο πάλευε μάταια να ξεφύγει με βλέμμα γεμάτο απελπισία. Το αγόρι το κοιτούσε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Έβγαλε από την τσέπη του έναν αναπτήρα και τον πλησίασε στην ουρά του άτυχου ζώου. Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να τον ανάψει, άκουσε βήματα να πλησιάζουν.

Σήκωσε απότομα το κεφάλι. Αντίκρισε ένα κορίτσι, στην ηλικία του, με χλωμό δέρμα, καταγάλανα μάτια και… λευκά μαλλιά πλεγμένα σε δύο πλεξούδες που έφταναν ως τη μέση της. Τον κοιτούσε ανέκφραστη. Ξαφνικά, την άκουσε να μιλά χωρίς να κουνήσει τα χείλη και η φωνή της αντήχησε μέσα στο μυαλό του λες και χτυπούσε στους τοίχους ενός τεράστιου τούνελ.

«Είμαι η Λούσι. Θέλεις να παίξουμε;»

Το αγόρι συνοφρυώθηκε. Το γατάκι πάσχιζε να ελευθερωθεί.

«Θέλεις να παίξουμε;» επανέλαβε το κορίτσι γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι. Τα χείλη της έμειναν ασάλευτα.

Ο Λούκας την κοιτούσε παραξενευμένος. Ξαφνικά άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του για το ζώο. Ο αναπτήρας γλίστρησε από το χέρι του.

«Έλα να παίξουμε».

Η φωνή της ακούστηκε επιτακτική αυτή τη φορά. Το αγόρι άφησε τη γάτα χωρίς να το σκεφτεί. Το ζωάκι άδραξε την ευκαιρία κι έτρεξε μακριά. Σηκώθηκε λες και ήταν υπνωτισμένος. Η Λούσι έκανε μεταβολή και προχώρησε κατευθείαν πάνω σε έναν θάμνο. Ο Λούκας κοντοστάθηκε. Το κορίτσι με τα λευκά μαλλιά σταμάτησε απότομα.

«Φοβάσαι;» τον ρώτησε χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει.

Εκείνος στένεψε το βλέμμα. Επιτάχυνε.

Ξαφνικά, βρέθηκαν στην άκρη μιας παιδικής χαράς περιφραγμένης με αγκάθια. Η Λούσι στεκόταν παραπέρα και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Ο Λούκας υπάκουσε, ενώ ταυτόχρονα παρατηρούσε τον χώρο γύρω του. Μικρά αγόρια και κορίτσια, όλα με λευκά μαλλιά, χλωμό δέρμα και καταγάλανα μάτια, έπαιζαν τριγύρω σιωπηλά, χωρίς ίχνος συναισθήματος στα πρόσωπά τους. Λίγα μέτρα πιο πέρα υπήρχαν δύο παγκάκια. Στο ένα καθόταν ένας άντρας, ντυμένος στα μαύρα, με κοντά, λευκά μαλλιά, χλωμό δέρμα και καταγάλανα μάτια. Στο άλλο είχε βολευτεί ένας άλλος. Τα μαύρα του μαλλιά ήταν αραιωμένα μπροστά στο μέτωπο. Έγραφε ασταμάτητα με μια πένα σε μια περγαμηνή που ήταν ακουμπισμένη στα γόνατά του.

Ο Λούκας τον κοίταξε επίμονα. Εκείνος σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι και του ανταπέδωσε το βλέμμα. Σχεδόν αμέσως, το πρόσωπό του συσπάστηκε από έναν μορφασμό πόνου. Έριξε μια παρακλητική ματιά στον άντρα με τα λευκά μαλλιά κι έσκυψε ξανά στην περγαμηνή του.

Το αγόρι στράφηκε προς το κορίτσι που του έκανε και πάλι νόημα. Τον οδήγησε σε μια άδεια κούνια. Τα παιδιά σταμάτησαν ξαφνικά να παίζουν και αποχώρησαν από την παιδική χαρά. Η Λούσι τα ακολούθησε. Μόλις άδειασε ο χώρος, ο χλωμός άντρας σηκώθηκε και τον πλησίασε. Το αγόρι τον κοίταξε στα μάτια με προσμονή.

«Γεια σου, Λούκας».

Το παιδί του χαμογέλασε.

***

Ο Άιζακ οδηγούσε, σιγομουρμουρίζοντας τα λόγια του τραγουδιού που ακουγόταν από το ραδιόφωνο. Το απόγευμα ξεθώριαζε, δίνοντας σταδιακά τη θέση του στο πυκνό σκοτάδι. Η πρώτη πινακίδα για το χωριό στο οποίο κατευθυνόταν εμφανίστηκε αρκετά μέτρα μακριά του. «Ντέθβιλ» διάβασε. Στένεψε το βλέμμα και δυνάμωσε τα φώτα του αυτοκινήτου. «Μέλβιλ» έγραφε.

Το τοπίο έξω από το αμάξι άρχισε να θολώνει. Ένα πυκνό στρώμα ομίχλης ξεπήδησε από το πουθενά και τον περικύκλωσε. Οδήγησε προσεκτικά ως την άκρη του δρόμου κι έσβησε τη μηχανή. Βγήκε έξω και κοίταξε γύρω του. Η καλοκαιρινή ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία τον έκανε να ανατριχιάσει. Έτριψε ασυναίσθητα τα μπράτσα του. Μπήκε και πάλι στο αυτοκίνητο, άναψε τη μηχανή, έκλεισε το ραδιόφωνο κι άρχισε να οδηγεί αργά, από φόβο μήπως πέσει πάνω του κάποιο διερχόμενο αμάξι. Δεν πέρασαν παρά μόνο μερικά λεπτά, και η ομίχλη άρχισε να διαλύεται. Το μικρό χωριό του Μέλβιλ, πήρε σχήμα και μορφή μπροστά του.

Το αυτοκίνητο χοροπήδησε ελαφρά πάνω στον χωματόδρομο. Προχώρησε για λίγη ώρα έτσι, όταν άκουσε έναν περίεργο ήχο. Σταμάτησε αμέσως και βγήκε να ελέγξει. Είχε πάθει λάστιχο. Βλαστήμησε δυνατά και χτύπησε νευριασμένος το καπό με την παλάμη του.

«Συμβαίνει κάτι;»

Γύρισε απότομα. Ένας γέρος ερχόταν κουτσαίνοντας προς το μέρος του. Στηριζόταν σε μια μαγκούρα που κρατούσε σφιχτά με τα ροζιασμένα δάχτυλά του.

«Έπαθα λάστιχο».

Ο γέρος έφτασε κοντά του και επιθεώρησε το αμάξι. Σήκωσε τη μαγκούρα και χτύπησε τη ρόδα. Την κατέβασε όμως αμέσως αφού παραλίγο να χάσει την ισορροπία του και στηρίχθηκε και πάλι πάνω της. Πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό του.

«Άσχημο σκίσιμο» σχολίασε.

Ο Άιζακ μύρισε τη βαριά του ανάσα κι έκανε ενστικτωδώς μερικά βήματα προς τα πίσω. Ο γέρος δεν φάνηκε να το προσέχει και σίμωσε ξανά, κοιτώντας τον καχύποπτα.

«Δεν σε έχω ξαναδεί στο χωριό μας».

«Δεν είμαι από εδώ» βιάστηκε να εξηγήσει εκείνος.

«Και τι ζητάς τότε εδώ;» θέλησε να μάθει τονίζοντας μια-μια τις λέξεις κι εκτοξεύοντας σάλια προς το μέρος του.

Ο Άιζακ οπισθοχώρησε ξανά, μέχρι που κόλλησε την πλάτη του στο αυτοκίνητο. Ο γέρος πλησίασε και πάλι το πρόσωπό του στο δικό του.

«Είμαι ο γιατρός Άιζακ Φλιν. Με κάλεσε ο κύριος…» κοντοστάθηκε κι έβγαλε ένα χαρτί από την τσέπη του. «HellWay» διάβασε. «Damon HellWay, για τον γιο του που είναι άρρωστος».

Ο γέρος ανασήκωσε τα φρύδια. Σταμάτησε να σκύβει προς το μέρος του. Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Θα σε πάω εγώ. Είναι κοντά».

«Και το αμάξι; Θα το αφήσω έτσι, στη μέση του δρόμου;» διαμαρτυρήθηκε.

Ο γέρος έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα στο αυτοκίνητο.

«Δεν εμποδίζει κανέναν εδώ».

«Κι αν άλλο αμάξι…»

«Δεν θα έρθει άλλο αμάξι. Αν θέλεις να βρεις τον Damon, έλα μαζί μου τώρα, αλλιώς μείνε εδώ» έκανε αδιάφορα κι άρχισε να απομακρύνεται.

Ο Άιζακ έβγαλε τον χαρτοφύλακά του κι ένα σακίδιο, κλείδωσε και τον ακολούθησε. Καθώς διέσχιζαν το χωριό, ο γιατρός είχε συνεχώς την εντύπωση πως τον παρακολουθούσαν. Όταν όμως κοιτούσε γύρω του, διαπίστωνε πως η φαντασία του οργίαζε. Κανείς δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους. Οι αυλές των σπιτιών ήταν άδειες. Οι κουρτίνες στα παράθυρα παρέμεναν ασάλευτες, κρατώντας καλά κρυμμένα τα μυστικά που μπορεί να ελλόχευαν στο εσωτερικό τους. Η ησυχία που επικρατούσε ήταν απόλυτη. Το μόνο που ακουγόταν, ήταν το ρυθμικό χτύπημα της μαγκούρας του γέρου πάνω στον χωματόδρομο. Διέσχισαν μερικά στενά δρομάκια, προσπέρασαν ένα παλιό κτίριο και μια πινακίδα με την επιγραφή «Το Πανδοχείο της Ρεγγίνας» κι άφησαν πίσω τους την κεντρική πλατεία του μικρού χωριού. Πέρασαν δίπλα από ένα καμένο χωράφι και βρέθηκαν μπροστά σε μια τεράστια, σιδερένια καγκελόπορτα. Στο βάθος, υψωνόταν ένας πέτρινος πύργος. Ο γέρος έσπρωξε την πόρτα κι εκείνη άνοιξε με ένα ελαφρύ τρίξιμο.

«Εδώ» του είπε και παραμέρισε «μένει ο Damon. Αντίο».

Έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε.

Ο Άιζακ διέσχισε ένα μονοπάτι πλαισιωμένο από μια συστάδα ψηλών κυπαρισσιών. Οι φυλλωσιές τους ήταν τόσο πυκνές που δεν μπορούσε να διακρίνει τι κρυβόταν πίσω τους. Ανέβηκε μερικά σκαλιά και στάθηκε μπροστά στην είσοδο. Πριν προλάβει να χτυπήσει τη μεγάλη ξύλινη πόρτα, εκείνη άνοιξε. Ένας μελαχρινός άντρας με μπορντό γιλέκο, λευκό πουκάμισο και μαύρο παπιγιόν και παντελόνι τον υποδέχτηκε. Χαμογέλασε και μια ολόχρυση οδοντοστοιχία έλαμψε από άκρη σε άκρη μέσα στο στόμα του.

«Κύριε Φλιν, καλώς ήρθατε» είπε και παραμέρισε.

Ο γιατρός μπήκε μέσα.

«Ήρθα για τον γιο του κυρίου HellWay».

Το χαμόγελο του μπάτλερ έγινε ακόμα πιο πλατύ. Τα δόντια του λαμπύρισαν αλλόκοτα.

«Ακολουθήστε με, παρακαλώ».

Ανέβηκαν μια μεγάλη σκάλα σκεπασμένη με ένα παχύ βελούδινο χαλί. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένα κάδρα. Ο γιατρός τα παρατήρησε και διαπίστωσε πως ήταν πορτραίτα˙ πορτραίτα ενός μικρού κοριτσιού με κόκκινα μαλλιά και μελί μάτια σε διάφορες ηλικίες˙ πορτραίτα που… Πλησίασε το πρόσωπό του. Ναι, για ένα περίεργο λόγο, η φυσιογνωμία, του φαινόταν γνώριμη.

«Κύριε Φλιν».

Ο μπάτλερ είχε φτάσει στην κορυφή της σκάλας. Ο Άιζακ τράβηξε το βλέμμα του από το κοριτσάκι και τον ακολούθησε.

Διέσχισαν έναν μακρύ διάδρομο. Ο άντρας με τα χρυσά δόντια χτύπησε την πόρτα του δωματίου που βρισκόταν στο τέρμα και την άνοιξε. Έκανε μια υπόκλιση και αποχώρησε. Ο γιατρός μπήκε μέσα. Το βλέμμα του έπεσε απευθείας σε ένα τεράστιο διπλό κρεβάτι με ουρανό. Μια μεγάλη κουνουπιέρα, έκρυβε το παιδί που ήταν ξαπλωμένο πάνω του. Στα δεξιά του υπήρχε ένα μικρό γραφείο. Πίσω του, καθόταν ένας άντρας, που έγραφε ασταμάτητα, σκυμμένος πάνω από μια περγαμηνή.

«Είστε ο κύριος HellWay;»

Δεν του απάντησε. Δεν σήκωσε καν το κεφάλι για να τον κοιτάξει.

Ο Άιζακ πλησίασε στο κρεβάτι. Τράβηξε την κουνουπιέρα και αμέσως η καρδιά του έχασε μερικούς χτύπους.

«Λούκας!» αναφώνησε. «Γιε μου!»

Το αγόρι ήταν χλωμό. Ίσα που ανέπνεε. Κινήθηκε απειλητικά προς τον άντρα στο γραφείο. Λίγο πριν τον αγγίξει, ένας άλλος άντρας με χλωμό δέρμα, καταγάλανα μάτια, κοντά, λευκά μαλλιά, και μαύρα ρούχα, εμφανίστηκε απότομα μπροστά του. Εκείνος πισωπάτησε.

«Damon HellWay» συστήθηκε.

Ο γιατρός αγνόησε τη χειραψία που του πρότεινε.

«Τι έκανες στον γιο μου;!»

Δοκίμασε να του επιτεθεί, τα χέρια του όμως ακινητοποιήθηκαν απότομα στον αέρα. Ούρλιαξε από τον πόνο. Ανάσαινε γρήγορα. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή.

«Μα… εσείς δεν είστε ο γιατρός κύριε Φλιν;» τον ρώτησε ήρεμα ο Damon. «Τι πιστεύετε πως έπαθε;»

Τα χέρια του ελευθερώθηκαν. Έτρεξε και γονάτισε δίπλα στο παιδί. Άπλωσε το τρεμάμενο χέρι για να του χαϊδέψει το μέτωπο. Ήταν παγωμένο˙ τόσο παγωμένο που μόλις τον άγγιξε ένιωσε το δέρμα του να μουδιάζει. Τραβήχτηκε απότομα. Στράφηκε προς τον Damon.

«Τι του έκανες;» επανέλαβε με σφιγμένα δόντια.

«Τίποτα» απάντησε ήρεμα. «Αυτό, είναι αποτέλεσμα των δικών σου πράξεων. Πάσχει από την αρρώστια που του μετέδωσες εσύ ο ίδιος».

«Ποια αρρ…»

Ο Damon ύψωσε απότομα το χέρι. Εκείνος σώπασε αμέσως.

«Δεν μου αρέσει να με διακόπτουν. Όπως έλεγα λοιπόν, ο γιος σου, προσβλήθηκε από την ίδια ασθένεια που πάσχεις κι εσύ Άιζακ. Το κακό που έχει κυριεύσει την ψυχή σου, άρχισε τώρα να κατακλύζει και τη δική του».

«Εγώ…»

Τα χείλη του ενώθηκαν ξαφνικά σε μια ευθεία γραμμή. Τα ψηλάφισε με τρόμο. Κοίταξε τον Damon με μάτια γουρλωμένα. Ο άντρας αναστέναξε.

«Σου είπα πως δεν μου αρέσει να με διακόπτουν».

Κούνησε αδιάφορα το χέρι. Τα χείλη του Άιζακ ελευθερώθηκαν. Εκείνος δεν έβγαλε μιλιά.

«Έτσι μπράβο. Κοίτα γύρω σου» του είπε στη συνέχεια.

Εκείνος υπάκουσε. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με πορτραίτα παιδιών. Ανάμεσά τους, υπήρχε και το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά που είδε στη σκάλα. Και τότε συνειδητοποίησε πως όλα τα πρόσωπα του φαίνονταν γνωστά. Γιατί του φαίνονταν τόσο γνωστά;

«Θυμάσαι την Ολίβια Ρότζερς, Άιζακ;» τον ρώτησε ο Damon διακόπτοντας απότομα τις σκέψεις του.

«Την…»

«Έπασχε από λευχαιμία. Οι γονείς της είχαν πεθάνει και η μεγάλη αδερφή της, η Βανέσα, ήταν εύκολο θύμα, έτσι δεν είναι; Την έπεισες πως είχες εφεύρει μια πρωτοποριακή θεραπεία: μια θεραπεία που κόστιζε μεν ακριβά, αλλά ήταν θαυματουργή. Η κοπέλα σε πίστεψε. Ξόδεψε όλες τις οικονομίες της. Και μόλις σε πλήρωσε εξαφανίστηκες. Για την Ολίβια ήταν πλέον πολύ αργά. Ο χρόνος που της στέρησες ήταν πολύτιμος. Η ασθένεια είχε φτάσει στο τελικό στάδιο. Δεν υπήρχε χρόνος για να ακολουθήσει τη σωστή θεραπεία που πρότειναν οι πραγματικοί γιατροί. Το κορίτσι πέθανε και η αδερφή της, μην μπορώντας να αντέξει τον πόνο του χαμού της και τις τύψεις που την κατέτρωγαν… αυτoκτόνησe».

Ο Άιζακ ξεροκατάπιε.

«Γι’ αυτήν βρίσκομαι σήμερα εδώ. Η Βανέσα θέλει να εκδικηθεί για τον θάνατο της αδερφής της και… όχι μόνο. Αναγνωρίζεις τα υπόλοιπα παιδιά;»

Εκείνος κοίταξε τα κάδρα. Άρχισε να ζαλίζεται. Κάθισε στο πάτωμα και στήριξε το κεφάλι στα χέρια. Ο Damon προχώρησε προς το μέρος του. Έσκυψε και πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό του. Ο ψευτογιατρός του ανταπέδωσε το βλέμμα με τρόμο. Θα ορκιζόταν ότι τα μάτια του πετούσαν σπίθες.

«Τα παιδιά αυτά, είναι μερικά μόνο από τα θύματά σου. Παρίστανες τον γιατρό. Τους υποσχέθηκες ελπίδα και σωτηρία». Ο Άιζακ ένιωσε ξαφνικά το δέρμα του να καίγεται. Προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά τα χείλη του ενώθηκαν και πάλι σε μια ευθεία γραμμή. Ο Damon χαμογέλασε και τραβήχτηκε από κοντά του. Ο ψευτογιατρός ανάσανε με ανακούφιση. «Τελικά τους πούλησες θάνατο και κέρασες τους συγγενείς τους πόνο και απελπισία! Αλήθεια, αναρωτήθηκες ποτέ τη σημασία του ονόματός μου;»

Ο Άιζακ κάτι ψέλλισε.

Ο άντρας με τα λευκά μαλλιά ανασήκωσε το φρύδι.

«Δεν σε άκουσα».

«Το απόλυτο κακό» επανέλαβε ξεψυχισμένα εκείνος. «Είσαι το απόλυτο κακό».

Ο Damon όρθωσε το κορμί του. Έπειτα μίλησε, χωρίς να κουνήσει τα χείλη. Και η φωνή του, ήχησε μέσα στο μυαλό του Άιζακ λες και χτυπούσε πάνω στους τοίχους ενός τεράστιου τούνελ. Τα μηνίγγια του πόνεσαν. Πίεσε του κροτάφους με τα χέρια κι έκλεισε σφιχτά τα μάτια.

«Το απόλυτο κακό δεν είμαι εγώ» τον άκουσε να λέει. «Το απόλυτο κακό είναι αυτό που πηγάζει από μέσα μας. Είναι αυτό που απλώνει τα πλοκάμια του και αγκαλιάζει κάθε πτυχή του μυαλού μας, οδηγώντας μας σε πράξεις αδιανόητες˙ πράξεις αποτρόπαιες. Μας κάνει να βλάπτουμε τους άλλους, νιώθοντας ασφαλείς αφού το κακό που τους προκαλούμε δεν πρόκειται να μας αγγίξει. To απόλυτο κακό, Άιζακ, το προκάλεσες εσύ. Θυσίασες την ψυχή σου στον Βωμό του Χρήματος. Θυσίασες τη ψυχή σου… σε μένα! Τώρα λοιπόν ήρθα για να εισπράξω αυτό που μου έταξες!»

Εκείνος άνοιξε τα μάτια και σύρθηκε προς τα πίσω. Η πλάτη του όμως ακούμπησε πάνω στον τοίχο. Δεν είχε πού αλλού να πάει.

«Ο γιος σου, πάσχει από την ίδια ασθένεια με σένα. Του αρέσει να προκαλεί πόνο και κακό. Τώρα το κάνει μόνο στα ζώα. Όταν μεγαλώσει, ίσως επεκταθεί και στους ανθρώπους. Μπορεί να γίνει ίδιος ή και… χειρότερος από εσένα. Η ψυχή του είναι καταδικασμένη. Όπως ακριβώς και η δική σου».

Εκείνος άρχισε να μονολογεί.

«Δεν σε ακούω» ανασήκωσε τα φρύδια ο Damon.

«Σε παρακαλώ…» μουρμούρισε εκείνος. «Βοήθησέ τον, σε παρακαλώ».

Ο άντρας με τα λευκά μαλλιά έσκυψε ξανά προς το μέρος του. Ο ψευτογιατρός ζάρωσε στη θέση του.

«Τι αντάλλαγμα θα μου δώσεις;»

«Οτιδήποτε».

Ο Damon ανασηκώθηκε.

«Νομίζω πως δεν έχεις γνωρίσει τον Τζέρεμι».

Έδειξε προς το μέρος του άντρα που καθόταν στο μικρό γραφειάκι κι έγραφε ασταμάτητα στην περγαμηνή. Εκείνος δεν σήκωσε καν το κεφάλι να τους κοιτάξει.

«Είναι ο προσωπικός μου συγγραφέας. Γράφει αυτά που θέλω, κι αυτά που του επιτρέπω εγώ να δει˙ όπως η ιστορία σου. Τώρα όμως θα συντάξει ένα διαφορετικό έγγραφο: την ομολογία σου. Κι εσύ θα την υπογράψεις».

«Μετά ο Λούκας θα γίνει καλά;»

«Δεν είσαι σε θέση να κάνεις ερωτήσεις» τον έκοψε απότομα. Έδειξε προς τον Τζέρεμι. «Πήγαινε» διέταξε.

Ο Άιζακ υπάκουσε. Ο συγγραφέας του έδωσε την πένα χωρίς να τον κοιτάξει και έστρεψε το έγγραφο προς το μέρος του. Κάθε φορά που σχημάτιζε ένα γράμμα του ονόματός του, ένιωθε λες και χαρασσόταν στο μέρος της καρδιάς του˙ λες και μπήγονταν αμέτρητες βελόνες μέσα της. Όταν τελείωσε, η πένα γλίστρησε από το χέρι του κι εκείνος σωριάστηκε στο πάτωμα. Σκοτάδι τον τύλιξε.

***

Ξύπνησε στο σαλόνι του σπιτιού του. Ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω του. Ήταν ακόμη μέρα. Το μεγάλο ρολόι που κρεμόταν στον τοίχο, έδειχνε έξι. Έτρεξε προς το παράθυρο. Ο Λούκας έπαιζε στην αυλή, καθισμένος στο γρασίδι. Χαμογέλασε. Την επόμενη στιγμή όμως, το χαμόγελό του πάγωσε και ξεθώριασε μεμιάς. Μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά πλησίασε τον γιο του. Του έδωσε το χέρι, εκείνος το έπιασε, σηκώθηκε κι άρχισαν να απομακρύνονται. Ο Άιζακ χτύπησε το τζάμι με τις παλάμες του.

«Λούκας!» ούρλιαξε.

Το αγόρι όμως δεν φάνηκε να τον προσέχει. Η κοπέλα γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια της είχαν το ίδιο μελί χρώμα, όπως της Ολίβιας Ρότζερς. Τα κόκκινα μαλλιά της, είχαν την ίδια απόχρωση. Ήταν όμως μεγαλύτερη σε ηλικία. Οπισθοχώρησε τρομοκρατημένος.

«Νόμιζες πως ήταν τόσο απλό;»

O Damon στεκόταν πίσω του. Εκείνος στράφηκε και τον αντίκρισε.

«Ποια είναι; Πού τον πάει; Τι θα του κάνει;»

«Είναι η Βανέσα. Θα του δώσει μια ευκαιρία να σωθεί. Και θα τον προστατεύσει από αυτό που θα αντιμετώπιζε αν έμενε εδώ».

«Τι θα αν…»

«Σε λίγο η αστυνομία θα έρθει να σε συλλάβει. Εκείνο όμως που θα βρουν, δεν θα είναι παρά ένα άδειο κουφάρι. Η ψυχή σου, θα είναι καταδικασμένη να προσπαθεί συνεχώς να ξυπνήσει από τον εφιάλτη που εσύ ο ίδιος δημιούργησες!»

Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό που μόλις άκουσε, το σώμα του σωριάστηκε στο πάτωμα. Οι σειρήνες «τσίριζαν» από μακριά. Εκείνος όμως δεν τις άκουγε. Βρέθηκε ξανά στο δωμάτιο του κάστρου, με τα κάδρα των παιδιών να δεσπόζουν στους τοίχους. Κλάματα και ψίθυροι άρχισαν να ηχούν γύρω του˙ ψίθυροι που έγιναν ουρλιαχτά˙ εκκωφαντικά ουρλιαχτά που του τρυπούσαν το μυαλό κι έμοιαζαν με λεπίδες που μπήγονταν αργά και βασανιστικά στην καρδιά του.  Και τότε, τα παιδιά ξεπήδησαν από τις κορνίζες κι έγιναν πορσελάνινες κούκλες˙ αμέτρητες κούκλες, που τον πλησίαζαν απειλητικά. Ο κλοιός γύρω του στένευε. Ούρλιαζε, αλλά δεν υπήρχε κανείς για να ακούσει την κραυγή του.

***

Ο Τζέρεμι στεκόταν στον δρόμο, λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι και παρακολουθούσε τα περιπολικά που είχαν μαζευτεί. Στα χέρια του κρατούσε μερικές χειρόγραφες σελίδες υπογεγραμμένες με το όνομα Τζέρεμι Σίγκουλ. O Damon εμφανίστηκε δίπλα του.

«Τι θα απογίνει τώρα το αγόρι;» ρώτησε ο συγγραφέας τη στιγμή που η Βανέσα με τον Λούκας πλησίαζαν έναν αστυνομικό.

Τα φώτα των σειρήνων αναβόσβηναν γύρω τους.

«Θα τον αναλάβει μια μακρινή του θεία» απάντησε κοφτά.

«Πώς είσαι σίγουρος ότι δεν θα γίνει σαν τον πατέρα του;»

Ο Damon παρατήρησε την κοπέλα να γονατίζει και να αποχαιρετά το αγόρι.

«Για την ακρίβεια, είμαι σίγουρος ότι θα γίνει».

«Τότε γιατί τον αφήνεις να φύγει;»

O Damon ένευσε προς την κοπέλα.

«Γιατί εκείνη μου ζήτησε να του δώσω μια ευκαιρία».

«Και πώς θα προλάβουμε αν…»

«Μην ανησυχείς» τον έκοψε απότομα. «Θα είμαστε πάντα εκεί και θα τον παρακολουθούμε» πρόσθεσε τη στιγμή που η Βανέσα έβγαζε κάτι από μια τσάντα και το έδινε στον Λούκας.

Μόλις η κοπέλα επέστρεψε δίπλα τους, το αγόρι γύρισε και τους κοίταξε. Στο χέρι του, κρατούσε μια πορσελάνινη κούκλα, με χλωμό δέρμα, καταγάλανα μάτια και μακριές λευκές πλεξούδες ως τη μέση της. Ήταν ολόιδια με τη Λούσι.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook