Δε θέλω να φοβάμαι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

 

Δε θέλω να γράψω τη δική μου ιστορία. Δε θέλω. Έχω τάση για εμετό και μεγάλη ταραχή όταν θυμάμαι. Όμως πρέπει. Για να ακούσεις. Για να μάθεις! Η ψυχοθεραπεύτρια λέει πως ότι καταφέρνουμε να μοιραζόμαστε, το κατευνάζουμε. Το μικραίνουμε. Και γω θέλω να μικρύνω τον φόβο και την ταραχή μου, γι’ αυτό ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ.

Γνώρισα τον Α. στις διακοπές μου, μπάρμαν στο μαγαζί του κολλητού του. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά τον κυνήγησα για να τον έχω. Ο πιο όμορφος άντρας που είχα δει ποτέ. Εκείνος συνηθισμένος από γυναίκες να τον διεκδικούν, παρόλο που του άρεσα όπως μου αποκάλυψε μετά, του άρεσε να το παίζει δύσκολος. Και εγώ έπεσα στην παγίδα, πόσο ανόητη ήμουν Χριστέ μου, να αγαπήσω τόσο έναν άνδρα μόνο και μόνο επειδή είναι όμορφος!

Κρατήσαμε επαφές κ όταν έκλεισε το μπαρ για χειμώνα κι επέστρεψε, ήρθε να με βρει. Γίναμε ζευγάρι και ήμουν τόσο ευτυχισμένη! Έλιωνα για εκείνον! Με μάτια κλειστά. Σε όλα.

Στο ότι δεν δούλευε και δεν έψαχνε κιόλας για δουλειά. Έτρωγε τα ελάχιστα λεφτά που του είχαν μείνει από το καλοκαίρι και ο μήνας έχει 9. Έκλεινα τα μάτια στο ότι μου ζητούσε συνέχεια την κάρτα μου. Θεωρούσε δεδομένο πως ότι βγάζω από τη δουλειά μου είναι και των δύο μας. Εγώ η χαζή κολακευόμουν! Το θεωρούσα τιμή μου! Ένιωθα πως κάνω κάτι για τον “άντρα” μου.

Έκλεινα τα μάτια στο ότι συχνά φλέρταρε μπροστά μου με άλλες. Δαγκωνόμουν, του έκανα παράπονα, αλλά μου έλεγε πως δε τρέχει τίποτα και να ξεκολλήσω γιατί τον ξενερώνω. Και φοβόμουν μην τον χάσω. Έκλεινα τα μάτια στο ότι δεν τον ένοιαζε να με ικανοποιήσει σεξουαλικά, αρκεί να φτιαχνόταν ο ίδιος. Και από ένα σημείο και μετά, δεν μου άρεσαν τα παιχνίδια πόνου που μου επέβαλλε. Έκλεινα τα μάτια στο ότι έκανε μαύρο και καμιά φορά κοκαΐνη. “Δεν είμαι χρήστης” έλεγε, “το ελέγχω, μη με πρήζεις.” Με άγχωνε το ότι δε χρησιμοποιούσε προφυλακτικό. Αλλά σκεφτόμουν, “δεν πειράζει, αγαπιόμαστε, ότι και να γίνει, θα είμαστε μαζί, ίσως με ένα παιδί να αλλάξει.”

Μια μέρα στο γραφείο, ένιωσα δυσφορία και δυνατό πόνο στην κοιλιά. Λιποθύμησα. Κάλεσαν ασθενοφόρο. Όταν ξύπνησα, ήταν δίπλα μου οι γονείς μου. Μου είχε αφαιρεθεί μία σάλπιγγα, είχα εξωμήτριο. Όσο προσπαθούσα να συνέλθω, άκουγα τον αδερφό μου να τσακώνεται έξω από το δωμάτιο με τον Α. Ο αδερφός μου τον κατηγόρησε πως δε με προσέχει, πως είναι αλήτης, πιάστηκαν στα χέρια. Ο Α. μπήκε στο δωμάτιο, οι γονείς μου έφυγαν. Έμεινα μόνη μαζί του. Και τότε έγινε.

Άρχισε να φωνάζει πως του είχα κρύψει την εγκυμοσύνη μου, πως ήθελα να τον παγιδέψω να με παντρευτεί. Ήμουν ακόμα ζαλισμένη από τη νάρκωση, αλλά σηκώθηκα σιγά σιγά και προσπάθησα να τον αγκαλιάσω και να του εξηγήσω πως ούτε καν ήξερα πως είμαι έγκυος. Δεν άκουγε τίποτα, ήταν εξαγριωμένος από τον τσακωμό με τον αδερφό μου. Ήμουν μόνη στο δωμάτιο. Σήκωσε το χέρι του και με την ανάποδη με χτύπησε στο πρόσωπο. Δεν έπεσα, αλλά πήγα να φωνάξω βοήθεια! Και τότε, με το ένα του χέρι μου έκλεισε το στόμα, ήρθε από πίσω μου και με το άλλο χέρι με άρπαξε από τα μαλλιά και άρχισε να μου χτυπάει το κεφάλι στο σιδερένιο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι. Μου χτυπούσε συνέχεια το κεφάλι εκεί. Έπεσα. Βγήκε η πεταλούδα από το χέρι μου, έσπασε η βελόνα μέσα. Ήμουν στα τέσσερα πεσμένη, βουβή, είχε σκοτεινιάσει ο κόσμος, σκέφτηκα “θα πεθάνω τώρα, μανούλα μου, σ’ αγαπάω μαμά μου”. Και τότε άκουσα έναν φρικτό θόρυβο, δεν ήξερα τι ήταν. Μόνο πόνος. Με κλώτσαγε με τα άρβυλα που φορούσε στους γοφούς και στη λεκάνη. Έπαιρνε φόρα και με βάραγε. Το τελευταίο που άκουσα ήταν “τη σιχάθηκα την κωλάρα σου ρε”. Μετά τίποτα. Έσβησα.

Έμαθα πως τυχαία μπήκε μια νοσοκόμα στο δωμάτιο και άρχισε να ουρλιάζει. Ο Α. έφυγε τρέχοντας. Τον κυνήγησαν. Μου είχε σπάσει το ένα ζυγωματικό και είχε ραγίσει το ισχίο μου. Το πρόσωπο μου ήταν αγνώριστο για καιρό. Έκανα και εσωτερική αιμορραγία από την επέμβαση που μόλις είχα κάνει. Παραλίγο να χάσω και την άλλη σάλπιγγα. Έμεινα 16 μέρες στο νοσοκομείο και 3 μήνες στο κρεβάτι. Και 2μιση χρόνια στο σπίτι. Στο πατρικό μου. Τον πρώτο χρόνο δεν έβγαινα ούτε στο μπαλκόνι.

Κάθε μέρα σκεφτόμουν πως εγώ έφταιγα για όλα. Κάθε μέρα σκέφτομαι πως εγώ φταίω για όλα.

Ο Α. δε γλίτωσε το αυτόφωρο αν και προσπάθησε. Βρέθηκαν πάνω του και γραμμάρια κοκαΐνης. Μου ζητήθηκε να καταθέσω εναντίον του. Δεν το έκανα. Φοβόμουν. Παρόλα αυτά καταδικάστηκε. Έγιναν πολλά, δε θέλω να μιλήσω για αυτά, τα ψέματα που έλεγε για μένα και την επίθεση της οικογένειας του. Δεν επιθυμώ να μιλήσω για τίποτα άλλο. Φοβάμαι.

Έχουν περάσει 8 χρόνια και 8 μήνες. Είναι ελεύθερος πια. Εγώ όχι. Είμαι φυλακή μέσα στο μυαλό μου. Φοβάμαι πως θα έρθει να με βρει. Να μου ζητήσει τα ρέστα που έκανε φυλακή. Να μου πει πως του κατέστρεψα τη ζωή. Δεν έχω ξανακάνει σχέση, ούτε πρόκειται ποτέ. Δε θέλω τίποτα. Μόνο να μη φοβάμαι. Και να μη θυμάμαι.

Αυτά είχα να πω. Το κείμενο αυτό το έγραψα επειδή μου το ζήτησε η ψυχοθεραπεύτρια μου. Σαν άσκηση. Να μιλάω για αυτό. Έτσι θα το ξεπεράσω. Ευχαριστώ που με διαβάσατε.

<

 

Κ.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook