Δεύτερη ευκαιρία

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()


«Μαμά, μαμά, ξύπνα! Ξύπνα, σου λέω… Θα αργήσω πάλι στο σχολείο!»

«Ωχ, όχι πάλι», σκέφτηκε μες τον ύπνο της και πετάχτηκε από τα στρώματα. Την είχε πάρει πάλι ο ύπνος τα χαράματα και δεν άκουσε το ξυπνητήρι. Κάτι έπρεπε να κάνει με το θέμα του ύπνου. Θα επισκεπτόταν έναν γιατρό. Ετοιμάστηκε και άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκίνητου από το ράφι. Άφησε το παιδί στο σχολείο και πέρασε μια βόλτα από το Γυμνάσιο, να δει αν τα άλλα δυο παιδιά της είχαν πάει. Τις είδε στην αυλή να συζητάνε με τις φίλες τους. Πόσο είχαν μεγαλώσει, σκέφτηκε. Όλος της ο κόσμος οι τρεις κόρες της. Για χάρη τους εναντιώθηκε στην σκληρή της μοίρα, για να μην καταλήξουν σαν εκείνη, κακοποιημένες. Έβαλε μπροστά την μηχανή και ξεκίνησε για το σπίτι.

Έφτιαξε καφέ κι άρχισε πάλι να ψάχνει τις αγγελίες για δουλειά. Ήξερε πως εκείνος την περίμενε να επιστρέψει πάλι πίσω. Ήταν τόσο σίγουρος πως δεν θα τα κατάφερνε να ορθοποδήσει. Σχεδόν τον έβλεπε να χαμογελάει χαιρέκακα. Τον είχε αφήσει πριν έξι μήνες. Την είχε χτυπήσει πάλι τόσο άσχημα, που αυτή τη φορά δεν το γλίτωσε το νοσοκομείο. Για πρώτη φορά στα 20 χρόνια γάμου αποφάσισε να αντιδράσει. Γιατί για πρώτη φορά μπόρεσε να διακρίνει τον φόβο στα μάτια των παιδιών της. Φτάνει, αρκετά. Ζήτησε βοήθεια από τους γονείς της, πήρε τα παιδιά της κι έφυγε. Είχαν ένα δυαράκι οι δικοί της που της το παραχώρησαν για να μείνει. Δεν ήθελε να πάει στο πατρικό της, έπρεπε να σταθεί στα δικά της πόδια. Δεν είχε δουλέψει ποτέ, αλλά ο φόβος της μην αφήσει τα παιδιά της ορφανά ήταν πιο δυνατός. Φυσικά ούτε λόγος για οικονομική βοήθεια από τον “κύριο”. Νόμιζε πως έτσι θα την εξανάγκαζε να επιστρέψει. Ευτυχώς οι γονείς της, της παρείχαν τα βασικά. Δεν μπορούσαν να την κοιτάξουν στα μάτια. Ένιωθαν τύψεις για το μοναχοπαίδι τους. Ένιωθαν πως την είχαν καταστρέψει. Αυτές οι σκέψεις την κράταγαν ξάγρυπνη όλο το βράδυ. Αυτές και οι αναμνήσεις ενός γάμου όλο ξύλο. Και το χαμόγελο εκείνου.

Ήταν 17 χρονών εκείνη κι εκείνος 25. Ήταν τόσο όμορφος. Την μαγνήτιζε. Ψηλός, μελαχρινός, με ένα χαμόγελο αυτοπεποίθησης πάντα χαραγμένο στο πρόσωπο του. Είχε την φήμη του γόη. Έπαιζε με τα κορίτσια και τις άλλαζε σαν τα πουκάμισα, έλεγαν. Καμιά λογική κοπέλα δεν θα ήθελε να καεί στις φλόγες του. Άλλωστε εκείνη δεν κινδύνευε. Δεν ήταν του γούστου του. Ήταν ένα πολύ απλό κορίτσι μπροστά στα κορίτσια που έβγαιναν μαζί του. Δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο πάνω της και ήταν πολύ ντροπαλή. Αφοσιωμένη στα μαθήματα της, που καιρός για έρωτες. Γιατί να την προσέξει;

Είχε πάει δωδεκάμισι η ώρα και ήθελε να φύγει, γιατί είχε διάβασμα και είχε βαρεθεί κιόλας. Ήρθε μόνο για να κάνει το χατίρι της φίλης της, η οποία προσπαθούσε να τα ξαναβρεί με το αγόρι της.
«Ειρήνη πρέπει να φύγουμε».
«Από τώρα; Μόλις τα ξαναβρήκα με τον Γιώργο. Δεν πάω πουθενά».
«Κι εγώ πως θα φύγω μονή μου; Υποσχέθηκες πως θα γυρνούσαμε μαζί. Ξέρεις πως φοβάμαι να κυκλοφορώ μόνη μου τα βράδια. Ειρήνη, δώσε μου λίγο σημασία».
«Θα σε πάω εγώ»,
ακούστηκε μια φωνή. Δεν είχε καταλάβει πως φώναζαν και τους άκουγαν όλοι. Γύρισε να δει ποιος μίλησε. Αυτός; Μα πως; Όχι, όχι αποκλείεται, σκέφτηκε. Σηκώθηκε όρθια να φύγει. Ένιωσε ένα χέρι να την τραβάει και πριν προλάβει να αντιδράσει, την έβγαλε έξω από το κλαμπ. Στάθηκαν μπροστά στην μηχανή του και της έδειξε ένα κράνος.
«Φόρα το» της είπε. Εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου. Την κοίταξε μέσα από το κράνος του και χαμογελώντας την ρώτησε, «Τι φοβάσαι πιο πολύ; Εμένα ή τα σχόλια αύριο;»
«Δεν φοβάμαι τίποτα», απάντησε. Φόρεσε το κράνος και ανέβηκε. Άλλωστε δεν χρειαζόταν να φοβάται. Ήταν αδιάφορη, σχεδόν αόρατη, δεν είχε να φοβάται κάτι.
Την βοήθησε να κατέβει από την μηχανή όταν έφτασαν.
«Καληνύχτα και σε ευχαριστώ», του είπε και γύρισε να φύγει. Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκε μπροστά της και της έκοψε τον δρόμο. Πρόλαβε να ακούσει το όνομα της πριν βυθιστεί στην γλύκα του φιλιού του. Αποκλείεται, είμαι τόσο ασήμαντη, σκέφτηκε μα δεν τραβήχτηκε. Ήθελε να “καεί” και ας πόναγε. Και ας ήταν για ένα βράδυ.

Ήταν για όλους ένα σοκ ο δεσμός τους. Από την στιγμή που το έμαθαν όλοι εναντιώθηκαν απέναντι τους. Τι δουλειά είχε η μοναχοκόρη μιας αξιοπρεπούς οικογένειας με τον αλήτη; Παιδί χωρισμένων γονιών που δεν ήξερε από οικογένεια, από αγάπη. Απορούσαν πως δεν είχε μπλέξει ακόμη με την παρανομία. Ή είχε και δεν το ήξεραν; Και θα την κατέστρεφε κι εκείνη. Άσε που ήταν πολύ μικρή για να μπλέξει σοβαρά. Τι ξέρει άλλωστε από αγάπη ένα πρωτόβγαλτο κοριτσάκι; Κι όσο την πολεμούσαν αυτήν τη σχέση, τόσο θέριευε. Είχαν βρει ο ένας στον άλλον τα πάντα. Την φρόντιζε, την σεβόταν, την αγαπούσε. Πολεμούσαν γι αυτήν την αγάπη πέντε χρόνια. Εκείνη πήρε το πτυχίο της και εκείνος δούλευε κοντά σε έναν μάστορα και μάθαινε υδραυλικός. Είχαν όνειρα για το μέλλον. Φτάνει να ήταν μαζί.

Ένα επιπόλαιο καβγαδάκι ήταν. Δεν θυμάται καν τον λόγο μετά από τόσα χρόνια. Φαίνεται η γκρίνια των γονιών της είχε βρει τον δρόμο να ριζώσει στα θεμέλια της αγάπης τους. Κρυφά, σιγά-σιγά, αλλά είχε εισχωρήσει. Λίγο ο εγωισμός, λίγο η κούραση και η ρήξη ήρθε. Χώρισαν χωρίς εξηγήσεις, χωρίς καν να συζητήσουν. Υπέφερε, δεν μπορούσε να συνέρθει. Ήθελε να πάει να τον βρει, αλλά δεν την άφηνε ο εγωισμός της. Όχι αν θέλει να έρθει εκείνος. Πέρασαν τρία χρόνια από τον χωρισμό τους. Αφέθηκε στα θέλω των γονιών της. Και όταν της βρήκαν το καλό παιδί, από καλή οικογένεια, με λεφτά και καλή δουλειά, παραδόθηκε. Δεν την ένοιαζε ποιον θα παντρευόταν, αφού δεν θα ήταν εκείνος.
Το «καλό παιδί» ήταν η αδυναμία των γονιών της. Καμάρωναν δίπλα στον γαμπρό τους. Τα σημάδια στο κορμί της τα έκρυβαν καλά τα ρούχα. Τα σημάδια της ψυχής της ήταν ακόμα πιο βαθιά κρυμμένα. Άργησαν να αποδεχτούν τις ενδείξεις οι δικοί της. Τα ξεσπάσματα, τις δικαιολογίες, τα νευρά. Όταν το έκαναν, ήταν αργά. Εκείνη είχε πλέον βυθιστεί σε μια ατελείωτη δίνη. «Είμαι ασήμαντη», είχε πείσει τον εαυτό της. Μόνο τα φοβισμένα μάτια των παιδιών της κατάφεραν να την ξυπνήσουν.

Αναστενάζοντας σηκώθηκε να πάει να γεμίσει πάλι το φλιτζάνι της. Τα γυμνά της πόδια πάτησαν νερά κι απορημένη έψαξε να βρει την αιτία. Αχ θεέ μου αυτό μου έλειπε, μονολόγησε. Τα νερά έτρεχαν από το πλυντήριο. Θυμήθηκε ότι είχε δει χαρτάκια με τηλέφωνα υδραυλικών στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας. Κατέβηκε πήρε ένα και τηλεφώνησε. Σε καμία ωρίτσα της απάντησαν, θα πήγαινε από εκεί υδραυλικός.
Τελείωνε το φαγητό όταν άκουσε το κουδούνι. Ο υδραυλικός, σκέφτηκε. Άνοιξε την πόρτα.
«Καλημέρα», της είπε ένας νεαρός.
«Περάστε», σας περίμενα. Από εδώ είναι το πλυντήριο».
«Έρχεται και ο μάστορας πίσω μου, μην κλείσετε την πόρτα. Μιλάει στο τηλέφωνο». Ο νεαρός έσκυψε μπροστά στο πλυντήριο και άρχισε να εργάζεται. Εκείνη τον παρατηρούσε.
«Καλημέρα», ακούστηκε μια αντρική φωνή.
«Καλημέρα» ανταπόδωσε και γύρισε να κοιτάξει τον μάστορα. Δευτερόλεπτα που την συγκλόνισαν. Εκείνος. Το χαμόγελο του. Ένιωσε να ζαλίζεται, να βουρκώνει. Δεν μπορούσε να πάρει αέρα. Τα χέρια του άπλωσαν και την άρπαξαν πριν σωριαστεί. Όχι, όχι, όχι ήθελε να ουρλιάξει. Την άγγιζε.
«Είστε καλά κυρία;» ρώτησε ο νεαρός βοηθός.
«Ναι, μια χαρά ευχαριστώ. Ζαλίστηκα λίγο γιατί γύρισα απότομα. Με συγχωρείτε, μήπως μπορούμε να το αναβάλουμε για μια άλλη φορά;»
«Μα, είστε σίγουρη;» απάντησε ο νεαρός.
«Ναι, ναι με συγχωρείτε για την ενόχληση. Αν θέλετε πείτε μου τι σας χρωστάω»
«Τίποτα, κυρία μου. Δεν υπάρχει χρέωση αφού δεν εργαστήκαμε»,
απάντησε εκείνος. Πήραν τα εργαλεία τους και έφυγαν. Τρέμοντας έκλεισε την πόρτα πίσω τους και κουλουριάστηκε στον καναπέ. Όχι, όχι, όχι ξαναέλεγε στον εαυτό της.
Πέρασε κάπου μισή ώρα πριν ακούσει πάλι το κουδούνι. Ήταν σίγουρα αυτός, το ένιωθε. Δεν θα άνοιγε. Το κουδούνι δεν σταματούσε. Χτύπαγε σαν τρελό. «Φτάνει», είπε στον εαυτό της. «Σήκω πάνω και αντιμετώπισε τον. Δεν έχεις λόγους να μην το κάνεις. Άλλωστε δεν έχεις συναισθήματα πια. Ας είναι καλά ο πρώην άντρας σου, που σε έκανε να μην νιώθεις τίποτα. Σήκω, ευκαιρία να σβήσεις μια για πάντα το παρελθόν».
Άνοιξε την πόρτα με παγωμένη έκφραση. Δεν ήταν όμως έτοιμη γι αυτό που έγινε. Όρμησε και την σήκωσε στον αέρα. Με το πόδι του έκλεισε την πόρτα και κρατώντας την σφιχτά κάτω από το σώμα του, την εγκλώβισε στον απέναντι τοίχο. Την κοίταξε στα μάτια και εκείνη τρόμαξε. Όχι με εκείνον αλλά με την ίδια. Με τα συναισθήματα της, την ανταπόκριση της στο χάδι του. Ρίγη διαπερνούσαν την πλάτη της και όπου την άγγιζαν τα δάχτυλα του καιγόταν. Ένιωθε όλο το κορμί της να σπαρταράει στα χέρια του. Έτρεμαν τα πόδια της από την αναμονή και τα μάγουλα της είχαν φουντώσει.

«Μην με αφήνεις», του ψιθύρισε κι εκείνος, γλίστρησε την γλώσσα του ανάμεσα στα χείλη της που τον προκαλούσαν. Τα δάχτυλα τους έγιναν γροθιά όπως κυλούσαν στο πάτωμα.
«Όχι, όχι, όχι» φώναζε στον εαυτό της. «Φτάνει! Είμαι σημαντική, θέλω να ζήσω και να αγαπηθώ!» και αφέθηκε να σβήσει την δίψα είκοσι χρόνων. Όχι μόνο του κορμιού της αλλά και της ψυχής της. «Μην με αφήνεις», του ξαναείπε με κοφτές ανάσες. «Ποτέ ξανά, ποτέ» της απάντησε κοιτώντας την στα μάτια.

 

Γωγώ Φιλιππάκου

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *