Ο όρος déjà vu (ντέζα βου), που στη γαλλική γλώσσα σημαίνει «ήδη ιδωμένο», περιγράφει την αίσθηση ότι κάποιος έχει δει ή βιώσει ξανά στο παρελθόν μία κατάσταση. Όλοι μας το έχουμε βιώσει. Κάποιοι λίγο πιο πολύ…
………………………………..

– Το ξέρω αυτό το βλέμμα, αυτή την όψη. Γιατί δεν μου μιλάς; Το ξέρετε και οι δυο σας ότι μπορείτε να μου μιλήσετε.
– Όλα καλά μαμά. Μην ανησυχείς. Όλα καλά.

«Λένε πως μια μάνα πονά σαν βλέπει το παιδί της να κλαίει. Ξέχασαν να πούνε όμως ότι ο πόνος του παιδιού που βλέπει τη μάνα του να κλαίει είναι μεγαλύτερος. Τα δάκρυα αυτά δεν στεγνώνουν εύκολα. Μπορεί να μη στεγνώσουν και ποτέ. Ναι, το ξέρω πως μπορώ να της μιλήσω, ότι μπορεί να με ακούσει. Αλλά είναι έτοιμη να ακούσει όσα έχω να της πω;… Με ρωτά γιατί είμαι μόνη μου, γιατί κλείνομαι στον εαυτό μου. Κι όμως. Θα έπρεπε να ξέρει. Κι αυτή κι εκείνος.
Χρόνια ολάκερα έκλεινα τα αυτιά μου, τα μάτια μου, γιατί δεν ήθελα να ακούω, δεν ήθελα να βλέπω. Χρόνια ολάκερα κουλουριασμένη κάτω από τα σκεπάσματα ονειρευόμουν μια άλλη ζωή, με άλλους γονείς. Ήξερα πως εκεί έξω από το σπίτι υπήρχε ένας κόσμος πιο όμορφος και προσπαθούσα απλά να αντέξω, να βγω αλώβητη από αυτόν τον κυκεώνα που εκείνοι ονόμαζαν γάμο και οικογένεια.
Θυμάμαι τις μεταξύ τους εντάσεις, τα άγρια βλέμματά τους που θύμιζαν όρνια έτοιμα να αλληλοσπαραχθούν, ακόμα και τον ήχο της πόρτας που έκλεινε πίσω του οργισμένος. Μα όλο μου το είναι ταρακουνήθηκε με εκείνο το χαστούκι, της μίας και μοναδικής φοράς που τόλμησε να του πει «Τέρμα. Θέλω να χωρίσουμε». Χίλιες φορές να ήταν το δικό μου μάγουλο που πονούσε παρά το δικό της. Χίλιες φορές να ήταν τα δικά μου μάτια κόκκινα παρά τα δικά της. Κι ήταν ακριβώς εκεί η στιγμή που υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως οι άντρες δεν θα είχαν καμία θέση στη ζωή μου.
Δεν με νοιάζει αν έφταιγε εκείνος. Όχι. Στα μάτια μου δεν υπήρξε ποτέ ηρωίδα. Επιλογή της ήταν να μένει μαζί του και να υπομένει το φόβο που της προκαλούσε. Το θύμα δεν ήταν αυτή. Τα θύματα ήμασταν εγώ και η Στέλλα. Μπορεί εκείνη να ήταν η καθόλα άψογη μάνα που έτρεχε για εμάς από το πρωί ως το βράδυ, αλλά δεν έκανε τίποτα για να μας προστατέψει από τη δική τους άθλια κι αρρωστημένη σχέση. Τα χέρια του μπορεί να μην μας πόνεσαν ποτέ, τα λόγια του σε μας να μη μας πίκραναν, αλλά πόνεσαν και πίκραναν εκείνη. Κι ήταν η δική της «απάθεια», η δική της αδυναμία, η δική της υπομονή, που δεν κατανοούσα. Γιατί; Γιατί δεν μας πήρε να φύγει; Γιατί δεν χώριζαν αφού μαζί δεν μπορούσαν να ζήσουν;
Με ρωτά γιατί είμαι μόνη μου, γιατί δεν φτιάχνω τη ζωή μου όπως η Στέλλα. Γιατί απλά δεν μπορώ. Δεν τολμώ να εμπιστευτώ κανέναν. Αν ο πατέρας μου ο πιο τρυφερός άνθρωπος που έχω γνωρίσει, ακόμα και πιο τρυφερός από κείνη, ήταν τόσο σκληρός και συνάμα αδιάφορος απέναντί της σαν έκλεινε η πόρτα, ποιος μπορεί να μου εγγυηθεί πως δεν θα καταλήξει όμοιός του; Ποιος μπορεί να μου εγγυηθεί ότι δεν θα αγαπήσω το λάθος άνθρωπο; Τα παραμύθια δυστυχώς δεν σου λένε ποτέ τι συμβαίνει όταν ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα κλείνουν την πόρτα του παλατιού τους…
Έμαθα να φροντίζω τον εαυτό μου. Να μην έχω ανάγκη κανέναν. Αναγκάστηκα να μάθω. Αλλά η παράξενη αίσθηση του κενού έμεινε εκεί. Ο κόμπος στο στομάχι κάθε φορά που γνωρίζω κάποιον ανεβαίνει στο στήθος και σφραγίζει την καρδιά μου. Η απελπισία που ένιωθα στο παιδικό δωμάτιό έγινε η απόλυτη μοναξιά της ενήλικης κρεβατοκάμαράς μου.
Όχι δεν τη λυπάμαι, αν με ρωτήσεις. Ούτε εκείνον μισώ. Το μόνο που αισθάνομαι είναι αηδία για την ανικανότητά τους να συνειδητοποιήσουν τι έκαναν τόσα χρόνια. Γιατί όσο μακριά κι αν τρέξω, πάντα θα τους κουβαλώ μαζί μου. Κι εκείνους και τους τσακωμούς τους. Ναι, ήταν καλοί γονείς όταν ήταν μόνοι τους, αλλά ήταν άθλιοι όταν ήταν μαζί.»

………………………………

– Το ξέρω αυτό το βλέμμα, αυτή την όψη. Γιατί δεν μου μιλάς; Το ξέρετε και οι δυο σας ότι μπορείτε να μου μιλήσετε.
– Όλα καλά μαμά. Μην ανησυχείς. Όλα καλά.

«Τις μέρες που ακολουθούσαν μετά από έναν καυγά, με αλληλοκατηγορίες και βέλη μίσους, παρέμενε σιωπηλή. Δεν άντεχα τις σιωπές της. Κι ήταν αυτές οι μέρες που έλπιζα με όλο μου το είναι να ξυπνήσει μέσα της το αρχέγονο ένστικτο της μητρότητας και να μας πάρει να φύγουμε μακριά. Αλλά δεν το έκανε. Και η ζωή συνεχιζόταν. Αυτή στην κουζίνα, αυτός στο σαλόνι να βλέπει ειδήσεις, μπάλα κι ό,τι άλλο έπαιζε η κρατική τηλεόραση, κι εμείς με την Αριστέα στο δωμάτιο κλεισμένες μη και προκαλέσουμε άθελά μας κάποιον ανεξέλεγκτο καβγά. Τα χρόνια πέρασαν, κι ακόμα σαν μπεις σπίτι τους η εικόνα είναι η ίδια. Αυτός στο σαλόνι, αυτή στην κουζίνα. Λες και έχουν κάνει ένα ιδιωτικό συμβόλαιο οριζόντιας ιδιοκτησίας, που αρνούνται να παραβιάσουν.
Κάποτε απορούσα πως είναι δυνατόν να της αρέσει αυτή η ζωή στη σκιά του. Λες και ήταν ανίκανη να σκεφτεί και να αναπνεύσει μακριά του, δίχως το ρυθμό που αυτός της έδινε. Τώρα όμως ξέρω. Απλά τον αγαπούσε. Και η αγάπη συγχωρεί.
Όχι, ο Μιχάλης δεν είναι κακός άνθρωπος. Δεν έχει καμία σχέση με τον πατέρα που ήταν οξύθυμος και σκληρός με τη μαμά. Αντιθέτως, μ’ αγαπάει πολύ και γι’ αυτό ζηλεύει τόσο. Ίσως φταίω κι εγώ. Τον πληγώνω άθελά μου. Είναι και που οι φίλες μου δεν έχουν παντρευτεί και φοβάται μη με παρασύρουν. Και η Αριστέα είναι πάντα τόσο υπερβολική. Δεν είναι χειριστικός κι ούτε θέλει να με έχει στην κατοχή του. Τρελά ερωτευμένος είναι και δεν θέλει να με χάσει. Πρέπει να πάψω να την ακούω γιατί αλλιώς θα καταλήξω μόνη μου σαν εκείνη. Άλλωστε το πιο δύσκολο δεν είναι να φύγω, αλλά το να μείνω μακριά από αυτόν που αγαπώ τόσο πολύ και που ξέρω πως αν δεν τον προκαλώ και δεν τον απογοητεύω, είναι τόσο καλός και δοτικός. Ναι, από μένα εξαρτώνται όλα. Αν προσέχω περισσότερο, είμαι βέβαιη πως θα κερδίσω την εμπιστοσύνη του και θα αλλάξει. Πρέπει να αλλάξει.»

………………………………

«Το ξέρω αυτό το άδειο βλέμμα. Αυτή την όψη ήττας, της οριστικής παράδοσης στη μοίρα… Και φταίω εγώ γι΄αυτό. Τι υλικά άλλωστε τους κληροδότησα για να χτίσουν μια υγιή ζωή; Μετανιώνω που δεν πάλεψα με τους φόβους μου, που δεν τις πήρα να φύγω μακριά, προτού η ζωή που διάλεξα να ζήσω στοιχειώσει τις δικές τους ζωές. Μια σωστή μάνα προστατεύει τα παιδιά της. Κι εγώ στάθηκα ανίκανη να τα προστατέψω από μένα την ίδια και την εμμονή μου για «οικογένεια». Αλλά φοβόμουν. Φοβόμουν εκείνον, την αντίδρασή του, τα βλέμματα του κόσμου που θα έπεφταν πάνω μας, φοβόμουν την ταμπέλα της διαλυμένης οικογένειας, φοβόμουν το άγνωστο, το μετά. Ζούσα παγιδευμένη σε μια σφαίρα προσποίησης, σε μια πραγματικότητα που μας έφθειρε μέρα με τη μέρα, χωρίς να αναλογιστώ ποιο ήταν τελικά το κόστος γι’ αυτή την «οικογένεια». Η αφοσίωσή μου σε εκείνες και σ’ αυτό που νόμιζα για καλό τους, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η καταδίκη τους. Κρύφτηκα από τον θρήνο που είχα μέσα μου, θέλησα να πιστεύω πως όλες οι οικογένειες έχουν μυστικά. Μόνο που μερικά είναι πιο μεγάλα, και πιο καταστροφικά. Και τώρα; Τώρα βλέπω σε εκείνες, εμένα. Βλέπω στο βλέμμα τους το βλέμμα μου.
Η Αριστέα είναι μόνη της, κουβαλώντας ένα σταυρό δυστυχίας από φόβο μη και κάνει τα ίδια λάθη με μένα. Την βλέπω να ζει στο κενό με οδηγό τον φόβο που είχα κι εγώ για το άγνωστο. Σαν να έχω ξαναζήσει την αγωνία της να τολμήσει ζήσει μια κανονική ζωή. Σαν να έχω ξανακούσει τη φωνή της απόγνωσης που δεν ακούστηκε ποτέ, γιατί απλά είναι πιο εύκολο να ζεις κανείς θλιμμένος και απογοητευμένος, παρά ηττημένος.
Κι η Στέλλα… Μυρίζω τον φόβο της κάθε φορά που χτυπάει το κινητό της, νιώθω την ανασφάλειά της όταν πέφτει το βλέμμα του πάνω της. Σαν να έχω ξαναζήσει αυτή τη σκηνή που εκείνη κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας κοιτώντας την άδεια κούπα του καφέ, τη στιγμή που τα παιδιά γκρεμίζουν το σπίτι. Και ξέρω πως το ότι δεν ζητά βοήθεια δεν σημαίνει πως δεν προσεύχεται κάποιος να τη βοηθήσει… Σαν να έχω ξαναδεί την αγέλαστη αυτή γυναίκα, που δεν τολμά να μιλήσει σε άνθρωπο, που δεν τολμά να βγει από το σπίτι χωρίς να λογοδοτήσει… Ναι, έχω ξαναδεί αυτό το παγωμένο χαμόγελο της κακοποιημένης γυναίκας που φοβάται μη και ο άντρας της την ξαναχτυπήσει…
H ζωή τελικά είναι ένα τεράστιο déjà vu, αν της το επιτρέψεις. Κι εγώ το επέτρεψα.»

Ναι, η ζωή τελικά μπορεί να γίνει ένα τεράστιο déjà vu, αν της το επιτρέψεις…
Τίποτα δεν αλλάζει, αν τίποτα δεν αλλάξεις…