Δεμάτι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δε σε είχα στο νου μου.

Ξεχασμένη καιρό στα δικά μου, πορευόμουν στην άνυδρη ιδέα που είχα στη φαντασία μου για ζωή. Ωμή πλάνη θα την έλεγες, μα για ‘μένα ήταν κάτι. Όταν οι ψεύτικες φιγούρες του μυαλού μοιάζουν με την αλήθεια, δε θέλεις να ξέρεις ποια είναι η πραγματική αλήθεια. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

Στάζει ένα δράμι μέλι από τα δεκάδες αγκάθια που σε κάρφωσαν, σημάδι ότι δεν επουλώθηκε η πληγή των προηγούμενων χρόνων. Είναι που σου έτυχαν μαρκαρισμένα όνειρα να ονειρευτείς. Εσύ δε φταις, δεν ήξερες. Άλλοι σου τα έταξαν αλλιώς. Μα ξέρεις κάτι; Να μη φοβάσαι πια. Όταν οι μοναξιές ενώνονται, σβήνουν και τη θέση τους παίρνει το αλισβερίσι της άδολης αγάπης. Της αγάπης που δίνει και δίνεται. Να μη φοβάσαι πια, στο είπα.

Βγάζουμε ζάχαρη απ’ την πίκρα ρε, νιώθουμε. Παιδευτήκαμε αλλά μάθαμε. Βασανιστήκαμε αλλά τα καταφέραμε. Περάσαμε τις συμπληγάδες της αστείρευτης λύπης, ακόμα κι όταν μόνη εκείνη έστεκε σαθρή σκιά να μας μαυρίζει το φόντο. Ακούμε την ησυχία, αισθανόμαστε σαν θρόισμα την καλοσύνη που χάθηκε. Κοπιάζουμε να συμμαζέψουμε την ξαντεριασμένη αξιοπρέπεια κάτω από ερπύστριες που ποτέ δε σώπασαν. Σοβαρά, νομίζεις ότι σώπασαν; Άνοιξε την τηλεόρασή σου.

Τρέξαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Κι οι ξέχωροι δρόμοι μας έγιναν δρόμος ένας, να πατήσουμε. Το φως ανάσανε, ότι δεν είχε διαφυγή πριν από ‘μας. Φυλακισμένο μέτρα πάνω απ’ τα κεφάλια μας, θόλωνε και έσκουζε. Έσκουζε δακρύζοντας. Και όταν δακρύζει το φως, τέλειωνε! Aγάπησέ κι άλλο! Στην ως τώρα ζωή, εμπόδια το σταματούσαν από το να μας φωτίσει την αλάξευτη γαλήνη. Κι έτσι απηυδισμένοι γυρνούσαμε το βλέμμα· τί να το κάνεις το στερεμένο από φως, άδειο τοπίο; Έρημο από χρώμα απλώνεται μπροστά σου, ώσπου να βρει κάποιον να το κοιτάξει με άλλο μάτι. Μάτι φωτεινό.

Δεν τρομάζω. Γιατί εμείς ανοίγουμε μονοπάτια μέσ’ απ’ τα πουρνάρια, κόβουμε τον άλυσο και πετάμε με φτερά που πρόλαβαν να μην καούν. Αν κοιτάξεις γύρω σου, θα καταλάβεις πόσα από τα φτερά κάηκαν στις πλάτες των ανθρώπων, πριν προλάβουν να ξεδιπλωθούν. Την κρίσιμη ώρα, βαριά τσεκούρια που όπλιζαν σιχαμένα χέρια έκοψαν τα φτερά απ’ τις ράχες του κοσμάκη. Έτσι ορφανός στην αντάρα, τί να ‘καμε ο φτωχός γείτονας; Αγκάλιασε τη μοναχική φιγούρα του κι ανάμενε το τέλος του ως το τέλος του. Σου θυμίζει κάτι; Ναι, ανήκαμε κι εμείς σ’ αυτή την κάστα ανθρώπων. Ήμασταν κι εμείς παραμελημένοι, ώσπου κάποιος μας έδωσε το χέρι. Το ίδιο χέρι λοιπόν τείνω σε εσέ, μη διστάζεις. Το ίδιο χέρι απλώσαμε μαζί στο καταφρονεμένο μωρό, που η ανήμπορη μάνα άφησε να της πάρουν, στον καταφρονεμένο σύντροφο, που κυνηγημένος έψαχνε στέγη για το βράδυ του. Και τώρα σαν έτοιμοι από καιρό, σηκώνουμε στους ώμους μας την ξεχασμένη αλληλεγγύη του ενός και του άλλου. Την αγάπη που μόνο στα λόγια οι γύρω μας επικαλούνται.

Κάνε τον μεγαλύτερο φόβο σου δεμάτι. Πάρε για σχοινί το πιο όμορφο όνειρό σου. Τύλιξέ το. Τί έμεινε;

Δε σε είχα στο νου μου. Χρόνια πριν, δεν υπήρχες ούτε στα όνειρά μου. Ξέρουμε νομίζεις από πριν τί θα μας τύχει; Μα δεν υπάρχει κάτι πιο βαρυσήμαντο από τη σιωπηλή αγκαλιά. Σώπασε, γείρε κι αγκάλιασέ με.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook