Ο Έντουαρτ προσπαθούσε μάταια να κοιμηθεί. Στριφογυρνούσε εξουθενωμένος στο κρεβάτι του. Θα έδινε τα πάντα για έστω πέντε λεπτά ξεκούρασης. Η φωνή στο κεφάλι του όμως δεν τον άφηνε. Εξακολουθούσε να του ψιθυρίζει και να τον προτρέπει να σηκωθεί. Προσπάθησε να της αντισταθεί. Να κάνει ότι δεν την ακούει. Ήξερε όμως πως στο τέλος θα τον νικούσε. Ήξερε ότι θα έκανε ότι του ζητούσε για ακόμη μια φορά. Πάλευε καιρό να πάρει μια απόφαση. Είχε σωθεί κι η τελευταία του ελπίδα για λύτρωση. Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Άναψε την λάμπα δίπλα του κι άνοιξε το συρτάρι.

Τίποτα στα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν φανέρωνε την πορεία του. Γεννήθηκε και μεγάλωνε όπως ακριβώς ταίριαζε στην καταγωγή του. Αυτή του Άγγλου ευγενή. Από μικρός εμφάνισε τα ταλέντα του στην ποίηση και την μουσική. Το πρόσωπο του ήταν τόσο όμορφο που δυσκολευόσουν να τραβήξεις το βλέμμα σου από πάνω του. Μέχρι να γυρίσει το κεφάλι. Και να αναγκαστείς να στρέψεις τα μάτια σου αλλού από τον αποτροπιασμό.

Τον τρέλαινε η φωνή της. Την άκουγε συνεχώς. Παρόλο που όλοι ισχυρίζονταν ότι δεν την είχαν ακούσει να μιλάει ποτέ. Μόνο χαμογελούσε περίεργα. Το βλέμμα της όμως. Ακολουθούσε τους περαστικούς με προσήλωση. Τόση που τους έκανε να αισθάνονται άβολα με την επιμονή της. Κι ο συριγμός που έβγαινε από τα χείλη της ήταν τρομακτικός. Δεν θύμιζε τίποτα ανθρώπινο. Ήταν τρομακτικός κι ανατριχιαστικός ταυτόχρονα. Όποιος την αντίκριζε δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του.

Δεν έβγαινε ποτέ από το σπίτι στην διάρκεια της ημέρας εδώ και χρόνια. Δεν άντεχε τον τρόπο που τον κοιτούσαν. Δεν μπορούσε να ακούει τις κουβέντες του κόσμου για την κατάσταση του. Κλείστηκε στον εαυτό του και κατέληξε αυτή να είναι η μοναδική του παρέα. Δεν μπορούσε να της χαλάσει κανένα χατήρι. Ήταν η μόνη που τον καταλάβαινε. Κι ας του ζητούσε όλο και πιο δύσκολα πράγματα. Έτσι και σήμερα. Ετοιμαζόταν να της εκπληρώσει την τελευταία χάρη. Δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να κάνει αυτό που ήθελε. Στο τέλος όμως πάντα υπέκυπτε. Μόνο έτσι τον άφηνε να κοιμηθεί για λίγο. Μόνο έτσι σταματούσε να του μιλάει συνεχώς.

Βγήκε από το δωμάτιο του ακροπατώντας κι αφού σιγουρεύτηκε ότι είχαν κοιμηθεί όλοι. Έκλεισε με προσοχή την βαριά εξώπορτα προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο. Στο δρόμο δεν κυκλοφορούσε κανείς. Η συνηθισμένη ομίχλη του Λονδίνου τον βοηθούσε να κινείται απαρατήρητος στις σκιές. Απόψε ήταν ακόμη πιο δύσκολη η αποστολή του. Έπρεπε να βρει μια νεαρή κοπέλα. Η μοναδική περιοχή που θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του ήταν το ανατολικό Λονδίνο με την κακόφημη συνοικία. Ξεκίνησε λοιπόν για εκεί, προσέχοντας να μην συναντήσει κανέναν στο δρόμο του.

Φτάνοντας στην περιοχή φρόντισε να ανεβάσει την κουκούλα του. Του παραπονιόταν όταν το έκανε αυτό. Ήθελε να βλέπει τα πάντα. Δεν μπορούσε όμως να το διακινδυνεύσει. Δεν έπρεπε να καταλάβει κανείς ποιος ήταν. Αν και σήμερα δεν τον ένοιαζε και τόσο. Θα τελείωνε αυτό που έπρεπε να κάνει. Δεν άργησαν να τον πλησιάσουν οι πόρνες της συνοικίας. Έπρεπε να διαλέξει προσεκτικά. Ήταν συγκεκριμένη σ’ αυτό που του ζήτησε. Ήθελε να είναι νέα κι όμορφη. Δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο μια που η εξαιρετική του εμφάνιση κι η εμφανής ευγενική του καταγωγή προσέλκυε πάντα τις πιο περιποιημένες και καλοστεκούμενες. Αν και μέσα του παρακαλούσε να μην βρει αυτό που ψάχνει. Ίσως τον άφηνε για λίγες μέρες ήσυχο. Το επόμενο λεπτό όμως στεκόταν μπροστά του ένα υπέροχο πλάσμα. Τα μαλλιά της ήταν μακριά και κόκκινα. Η επιδερμίδα της κατάλευκη κι είχε τα πιο μεγάλα πράσινα μάτια που είχε δει ποτέ. Μέσα του πονούσε αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Ήταν ο μόνος τρόπος για να λυτρωθεί.

Τον οδήγησε στο κοντινό πανδοχείο. Μόλις μπήκαν στο δωμάτιο γδύθηκε και ξάπλωσε. Δίστασε μόνο για μια στιγμή. Έκανε δήθεν πως την χαϊδεύει. Τα χέρια του ανέβηκαν στον λαιμό της. Στην αρχή η κοπέλα δεν κατάλαβε την πρόθεση του. Δεν πρόλαβε καν να αντισταθεί όταν άρχισε να της σφίγγει τον λαιμό, πνίγοντας την. Δεν χρειάστηκαν παρά μόνο λίγα λεπτά για να χάσει τις αισθήσεις της. Δεν την ήθελε νεκρή. Τουλάχιστον όχι ακόμη. Την φίμωσε με το μαντήλι του και της έδεσε τα χέρια και τα πόδια στα κάγκελα του κρεβατιού. Έκατσε πλάι της και περίμενε να συνέλθει.

Τα βλέφαρα της τρεμόπαιξαν. Στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει που ήταν. Και τότε τον είδε καθισμένο δίπλα της. Δεν μπορούσε καν να φωνάξει για βοήθεια αφού της είχε κλείσει το στόμα. Και τότε αυτός σηκώθηκε όρθιος. Έβγαλε την κουκούλα του και της γύρισε την πλάτη. Αισθάνθηκε την αναπνοή της να κόβεται. Δεν μπορούσε να ήταν πραγματικό αυτό που έβλεπε. Μάλλον είχε παραισθήσεις. Κι όμως. Ένα δεύτερο πρόσωπο υπήρχε στην πίσω μεριά του κεφαλιού του. Ένα πρόσωπο με γυναικεία χαρακτηριστικά και το πιο κακό βλέμμα που είχε αντικρίσει ποτέ. Την κοιτούσε χαμογελώντας και βγάζοντας συριγμούς. Και τότε αυτός ξαναγύρισε το πρόσωπο του σ’ αυτήν. Στα μάγουλα του έτρεχαν δάκρυα. Κάθισε πάλι δίπλα της. Τα χέρια του ανέβηκαν στον λαιμό της. Της ζήτησε συγγνώμη μέσα από τους λυγμούς του. Δεν σταμάτησε να σφίγγει, ώσπου η καρδιά της σταμάτησε να χτυπάει. Έβγαλε ένα μαχαίρι κι άρχισε να κάνει αυτό που του ζήτησε το πρόσωπο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Το πρόσωπο που κουβαλούσε πάνω του από μια γενετική ανωμαλία. Και που άκουγε μόνο αυτός την φωνή της συνεχώς στο μυαλό του. Που τον ωθούσε να κάνει φρικιαστικά πράγματα, ως αντάλλαγμα για λίγες μόνο ώρες ηρεμίας.

Της χάραξε το κρανίο γύρω-γύρω προσπαθώντας να αφαιρέσει τα κόκκινα της μαλλιά. Αυτό ήταν που του είχε ζητήσει το “δαιμόνιο πρόσωπο”. Όταν τελείωσε τα φόρεσε σαν περούκα στο δικό του κεφάλι. Στάθηκε με την πλάτη στον καθρέφτη για να μπορεί να δει ο εφιάλτης στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Όταν πλέον ικανοποιήθηκε πήγε στο μπάνιο και πλύθηκε προσεκτικά. Φόρεσε το σακάκι, σήκωσε την κουκούλα του κι ετοιμάστηκε να φύγει. Έριξε μια τελευταία ματιά στο δύστυχο πλάσμα που κειτόταν νεκρό και με γδαρμένο κρανίο στο κρεβάτι.

Ο Έντουαρτ προσπαθούσε μάταια να κοιμηθεί. Στριφογυρνούσε εξουθενωμένος στο κρεβάτι του. Θα έδινε τα πάντα για έστω πέντε λεπτά ξεκούρασης. Η φωνή στο κεφάλι του όμως δεν τον άφηνε. Εξακολουθούσε να του ψιθυρίζει και να τον προτρέπει να σηκωθεί. Προσπάθησε να της αντισταθεί. Να κάνει ότι δεν την ακούει. Ήξερε όμως πως στο τέλος θα τον νικούσε. Ήξερε ότι θα έκανε ότι του ζητούσε για ακόμη μια φορά. Πάλευε καιρό να πάρει μια απόφαση. Είχε σωθεί κι η τελευταία του ελπίδα για λύτρωση. Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Άναψε την λάμπα δίπλα του κι άνοιξε το συρτάρι. Έβγαλε το επιστολόχαρτο. Το μόνο που έγραψε στο σημείωμα ήταν η παράκληση του να καταστραφεί το δαιμόνιο πρόσωπο πριν την ταφή του για να μην μπορεί να συνεχίσει τους φοβερούς ψιθύρους του στον τάφο του. Μετά πήρε το πιστόλι και γύρισε με την πλάτη στον καθρέφτη. Το πρόσωπο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του κοιτούσε με φρίκη. Τα χείλη του είχαν πάψει να χαμογελούν. Πίεσε το πιστόλι στο μέτωπο του και πυροβόλησε.