Δεν έφταιγε εκείνη. Έτσι γεννήθηκε. Από μικρή αρνιόταν να μπει σε καλούπια. Να μείνει μέσα στα όρια. Όλοι της έλεγαν ότι θα το φάει το κεφάλι της, αλλά εκείνη προτιμούσε να τα έχει καλά με τον εαυτό της, παρά να κάνει ότι πρόσταζαν οι άλλοι, ο κόσμος. Ποτέ της δεν την ένοιαξε τι θα πει ο κόσμος, γραμμένους τους είχε. Κι όταν έβρισκε τοίχο μπροστά της, προτιμούσε να τους χτυπάει μέχρι να πέσουν, κι ας πονούσε, κι ας μάτωνε. Δεν έκανε υποχωρήσεις. Πάντα ένιωθε μόνη, ξεχωριστή. Ήξερε ότι ο δρόμος της θα ήταν μοναχικός, αλλά δεν την ένοιαζε. Σήκωνε ψηλά το κεφάλι, τίναζε την σφιχτά δεμένη αλογουρά της και εφορμούσε καλπάζοντας περήφανα για να πετύχει τον στόχο της.
Κάποια στιγμή συνάντησε στον δρόμο της έναν μοναχικό καβαλάρη. Ήταν ο μόνος που έδειχνε να καταλαβαίνει την ανάγκη της για ανεξαρτησία. Την προσέγγισε ήρεμα, χωρίς όρους και κανόνες. Δεν προσπάθησε να της βάλει χαλινάρι. Περπατούσε δίπλα της. Τον εμπιστεύτηκε. Και αργότερα μόνη της έσκυψε το κεφάλι και τον άφησε να την καβαλήσει. Δεν πηγαίνανε πια δίπλα δίπλα. Εκείνη πήγαινε μπροστά, όπως πάντα, αλλά πια δεν ήταν εύκολο να κάνει ό,τι ήθελε. Οι συνθήκες της ζωής της είχαν αλλάξει. Η ίδια είχε αλλάξει. Το ένιωθε. Πίεζε τον εαυτό της να συμβιβαστεί. Να πεισθεί ότι αυτό ήταν η ευτυχία. Αλλά δεν ήταν ευτυχισμένη. Είχε τα πάντα, αλλά της έλειπε το πιο σημαντικό. Η Ελευθερία της.

Και για ακόμη μία φορά έκανε αυτό που τη έλεγε το μυαλό της και η καρδιά της. Χωρίς να νοιαστεί για το τι θα πουν οι άλλοι. Δεν έφταιγε εκείνη, έτσι γεννήθηκε. Αποφάσισε να συνεχίσει τη ζωή της μόνη της. Χωρίς την σιγουριά και την ασφάλεια που της προσέφερε ο συνοδοιπόρος της. Δεν ήθελε, δεν άντεχε να σκύβει άλλο το κεφάλι. Άφησε τον καβαλάρη της να συνεχίσει μόνος την πορεία του, κι εκείνη ξεχύθηκε πάλι μπροστά, πιο γρήγορη και από τον άνεμο, γεμάτη πάθος για τη ζωή. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο ένταση, πάθος για να δημιουργήσει, η καρδιά της γεμάτη λαχτάρα, να προλάβει να καλύψει το χαμένο έδαφος.

Κάλπαζε ασταμάτητα, ώρες, μέρες, μήνες. Για εκείνη δεν είχε καμία σημασία ο χρόνος. Ήθελε να γευτεί καινούριες γεύσεις, να οσφριστεί καινούριες μυρωδιές. Ο κόσμος ήταν μπροστά της, ανοιχτός και το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να τον γνωρίσει. Ώσπου μια μέρα έφτασε σε μια λίμνη. Έσκυψε να πιει νερό. Κατάπινε αχόρταγα το γάργαρο νερό, όταν τον είδε. Ψηλός, μαύρος, περήφανος. Έμεινε ακίνητη. Σχεδόν δεν ανέπνεε. Την πλησίασε. Δεν της μίλησε. Δεν χρειάστηκε να της πει κουβέντα. Σήκωσαν και οι δύο ψηλά το κεφάλι και ξεχύθηκαν μπροστά. Ο κόσμος εξακολουθούσε να είναι μπροστά της, ανοιχτός και να την περιμένει, αλλά εκείνη δεν ήταν πια μόνη. Ήταν όμως ελεύθερη. Δεν έφταιγε εκείνη. Έτσι γεννήθηκε και έτσι θα παρέμενε μέχρι το τέλος.