Διάφανος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Από μικρός, θυμάται, σώπαινε. Η μάνα του τον έβαλε –του είπε- από την πρώτη μέρα μόνο του, στο ΔΙΚΟ του δωμάτιο. Να μάθει. Έκλαψε μια-δυο μέρες, αλλά μετά σώπασε. ΕΜΑΘΕ. Μεγαλώνοντας, οι ερωτήσεις του ήταν φασαρία για αυτούς- τους γονείς του. Έβαζε Αυτή το δάχτυλο στο στόμα και ακουγόταν ένα συριστικό Σςςςςςς. Οπότε σώπαινε και πάλι. Δεν άντεχε τον ήχο αυτό μέσα στο κεφάλι του.

Πρέπει να ήταν κάπου έξι χρονώ, όταν πρωτοκοιτάχτηκε σε καθρέφτη. (Στο σπίτι, είχε μόνο Αυτή στο δωμάτιο της, στο άβατο δηλαδή. Καθόταν και κοιταζόταν σε αυτόν με τις ώρες. Δεν την ρώτησε ποτέ την απόκρισή του, φοβήθηκε μην έχει την κατάληξη της Χιονάτης.) Τον πήγανε να αγοράσει σχολική ποδιά. Και τότε αντίκρισε το είδωλό του στον ολόσωμο καθρέφτη του ράφτη. Και ήταν γκρι. Ένα γκρι πλασματάκι που ασφυκτιούσε στα μπλε αυστηρά του ρούχα.

Στο σχολείο, σώπαινε και πάλι. Γιατί οι άντρες δεν κλαίνε, δε μιλάνε, δεν παραπονιούνται. Κι ας έμενε νηστικός γιατί εκείνο το μεγαλύτερο παιδί του έπαιρνε το κολατσιό και τον έσπρωχνε. Και ας γύριζε στο σπίτι με μαυρισμένο μάτι. Εάν πάνω στο σαματά σκιζόταν κάπου η στολή, έτρεμε η ψυχή του. Δε θα έτρωγε ούτε μεσημεριανό και θα τον έκλεινε στο σκοτεινό υπόγειο- για να ΜΑΘΕΙ πάλι. Ο πατέρας πριν από καιρό πήγε για τσιγάρα, αλλά δεν ξαναγύρισε. Και Αυτή σκοτείνιαζε περισσότερο μέρα με τη μέρα και εκείνος σώπαινε.

Ήρθε η εφηβεία, ακόμα πιο δύσκολα χρόνια. Ψηλός, γκρι, ξερακιανός, με τα μυωπικά του γυαλιά να κρέμονται θαρρείς στη μύτη του, ποτέ δε βρήκε το θάρρος να μιλήσει στο κορίτσι με τις φακίδες και τον ήλιο στα μαλλιά. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, έπρεπε να σωπαίνει- «για δες μούτρα που θέλουνε και γκόμενα», έλεγε Αυτή.

Πέρασε στο Πανεπιστήμιο- δεν έχει σημασία σε ποια Σχολή, Αυτή του είχε φτιάξει το Μηχανογραφικό μαζί με τον καθηγητή Μαθηματικών του. Οι εποχές ήταν περίεργες, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη. Συνέβαιναν διάφορα γύρω του-πρώτα η Κατάληψη της Νομικής, μετά το Πολυτεχνείο- αλλά εκείνος σώπαινε και κοιτούσε τη δουλίτσα του, πλέον είχε μάθει. (Μόνο ένα κόκκινο γαρίφαλο, αποξηραμένο μέσα σε ένα βιβλίο της Σχολής, πρόσθετε λίγο χρώμα στη ζωή και στο δωμάτιο του.) Απέφευγε τους καθρέφτες πια. Την τελευταία φορά ο αντικατοπτρισμός του τον τρόμαξε. Το στόμα του ίσα που φαινόταν, είχε γίνει μια μαύρη γραμμή, μία παύλα, να μην επιτρέπει πια κουβέντα να βγει. Και από γκρι, ξεθώριαζε. Σαν το μοναδικό του καλό πουκάμισο, αυτό που φορούσε σε γάμους και κηδείες.

Πήρε το πτυχίο του και γρήγορα βρήκε δουλειά σε μία Δημόσια Υπηρεσία. Ήταν ο ιδανικός υπάλληλος για κάθε εργοδότη- ήξερε να σωπαίνει, υποδειγματικά. Πρώτος πήγαινε, τελευταίος έφευγε. Ίσα που σηκωνόταν για ένα δεκάλεπτο διάλειμμα, να πιει νερό και κάτι να ρίξει στο στομάχι του. Καύσιμο απλά για να συνεχίσει, είχε χάσει τη γεύση του από καιρό. Οι συνάδελφοι μετά από λίγο καιρό τον αγνοούσαν παντελώς και εκτιμούσαν ιδιαιτέρως το γεγονός ότι δε ζητούσε ποτέ άδειες- μετά βίας έπαιρνε τις προβλεπόμενες και πάντα επέστρεφε νωρίτερα.

Ώσπου, ήρθε Εκείνη στο γραφείο. Την πρώτη μέρα, παρατήρησε μία έντονη μυρωδιά στο χώρο. Σήκωσε ενοχλημένος το κεφάλι του. Λουλούδια σε βάζο, στο γραφείο δίπλα από το παράθυρο. Ξαναέσκυψε το κεφάλι στα κιτάπια του, δεν τον αφορούσε και είχε πολλή δουλειά ακόμα. Μετά από λίγες μέρες, ένα ποτήρι έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα και έγινε χίλια κομμάτια. Έσμιξε τα φρύδια και σήκωσε τα γυαλιά του που είχαν γλιστρήσει τόσες ώρες σκυμμένος. Μα επιτέλους, τι σαματάς είναι αυτός; Να θες να δουλέψεις με την ησυχία σου και να μη μπορείς. Με το βλέμμα του αναζήτησε τον υπαίτιο της όλης ταραχής. Δε μπορούσε να διακρίνει κάτι, ένας χείμαρρος από κόκκινες μπούκλες περιόριζε το οπτικό του πεδίο. Σηκώθηκε και πλησίασε. Είχαν ήδη μαζευτεί δυο-τρεις συνάδελφοι να μαζέψουν τα γυαλιά. Πήγε ανάμεσα τους- γέλια και χαχανητά τριβέλιζαν το μυαλό του, θόρυβος, τόσος θόρυβος, πόσο να αντέξει ένας άνθρωπος;

Οι συνάδελφοι τον αγνόησαν- όπως πάντοτε, άλλωστε. Αλλά Εκείνη γύρισε. Και τα μάτια της, δυο άσπρες λίμνες, δίχως κόρες, τον διαπέρασαν. Ψηλαφίζοντας, έπιασε το χέρι του. «Εσύ ποιος είσαι; Άσε με να μαντέψω… ο σιωπηλός στο γωνιακό γραφείο. Μόνο τη σφραγίδα σου ακούω όλη μέρα, πόσο περίεργη ήμουν να σε γνωρίσω!»

Κρύος ιδρώτας τον έλουσε και τράπηκε σε άτακτη φυγή. Κάτι ψέλλισε περί αδιαθεσίας στον προϊστάμενο του και έφυγε τρέχοντας, δίχως καν να χαιρετήσει. Το σχέδιο του τόσα χρόνια είχε πάει στράφι. Εκείνη τον είδε.

Αναζήτησε επίμονα έναν καθρέφτη. Αναζήτησε το διάφανο είδωλό του. Να σωπαίνει, να μη σκέφτεται, να μην αισθάνεται, να μην πονάει. Να κάνει ήσυχα τη δουλίτσα του και να γυρνάει τα βράδια στη σκοτεινή του τρύπα, να κρύβεται από τον κόσμο και τους ανθρώπους.

Αντ’ αυτού, είδε ένα ωχρό πρόσωπο. Δυο μάτια κρυμμένα πίσω από τα μεγάλα γυαλιά. Δυο μάτια που πρώτη φορά εδώ και σαράντα χρόνια αντανακλούσαν λίγο φως.
Τα ανοιγόκλεισε τρομαγμένος. Όχι, όχι, όχι.

Ανέβηκε στην ταράτσα, η πόρτα ξεκλείδωτη. Κοίταξε για πρώτη φορά μετά από χρόνια τον ουρανό, ακόμα και τα αστέρια είχαν κρυφτεί.

Και μετά ούρλιαξε. Μια ιαχή πολεμική, μια κραυγή λύκου, ξεχύθηκε από τα στήθια του.
Ήθελε να πηδήξει, αλλά ακόμα και αυτό θέλει τόλμη.
ΆΚΟΥΣΕΣ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

ΕΛΕΑΝΝΑ ΦΙΛΙΟΥ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Φυστίκι ΠουΚυλάει
10

Βρείτε μας στο Facebook