Diamonds and Rust

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Δεκέμβρης 1975, Χριστούγεννα. Ένα ξανθομάλλικο, ζουμπουρλούδικο μωρό, μ΄ ένα κεφάλι σα πεπόνι Αργείτικο από τις βεντούζες, ξεμυτά σε κάποιο μαιευτήριο των Αθηνών. Πρωτότοκος γιος κι όμορφος σαν άγγελος, επισφραγίζει τον αιώνιο έρωτα της μάνας του που θα ακολουθούσε, αλλά και πολλών άλλων γυναικών που θα βρίσκονταν στο διάβα του. Ο μικρός μπουκλωτός άγγελος μεγαλώνει και σε λίγο αποκτά μια μικρή αδερφή, την οποία προσπαθεί να δολοφονήσει κατά συρροήν και κατ΄εξακολούθηση, όταν συνειδητοποιεί ότι ήρθε να του κλέψει την πρωτοκαθεδρία.

Ο μικρός άγγελος γίνεται αδέξιος, στρουμπουλός και σπυριάρης έφηβος και κει κατά τα 16 μπαίνει στο κρεβάτι του Προκρούστη, τσιμπάει καμιά 15αρια πόντους κι ένα χημικό πήλινγκ που εξαφανίζει τον γεωφυσικό χάρτη από το πρόσωπό του και γίνεται άντρας. Όχι δεν ειν΄οι τρίχες στο πηγούνι, το στέρνο και το εφηβαίο που τον αντρώνουν. Δεν είναι η ρώμη του κορμιού. Είναι αυτή η δύναμη της θέλησης και της ψυχής που κουβαλά. Μια ψυχή που πολλοί βλέπουν, μα λίγοι καταλαβαίνουν.

Τα χρόνια περνούν και φέρνουν διαμάντια. Πολλά, απλόχερα αφημένα στα πόδια του. Διαμάντια κάθε κοπής και καρατιού, άσπρα, κίτρινα, ροζ, ακόμη κι αυτά τα ακατέργαστα που ξεγελούν, που αργεί κανείς να διαπιστώσει την αξία τους. Τα διαμάντια ρέουν και η λάμψη τους θαμπώνει εαυτόν και αλλήλους. Κι όπως όλες οι αυτοκρατορίες, χτίζεται, απογειώνεται και γκρεμίζεται. Τα διαμάντια λιγοστεύουν, το ορυχείο στερεύει και μέσα στην κρησάρα που λικνίζει με τα ακροδάχτυλα του, τα πετραδάκια είναι πια πιο πολλά απ΄τα διαμάντια.

Και τα χρόνια περνούν κι άλλο κι έρχεται η σκουριά. Αυτή η βρωμερή και τρισάθλια να κάτσει πάνω στο κορμί και την ψυχή του. Και τρίβει με τις βούρτσες με μανία, ψεκάζει WD-40 σα τρελός, μα αυτή εκεί απλώνεται σε κάθε γωνιά και κάνει τις κλειδώσεις του κορμιού να τρίζουν, τις γωνίες του μυαλού να σαπίζουν, τ΄αμπάρια της ψυχής να μυρίζουν.
Πώς να γλιτώσει κανείς άραγε απ΄τη σκουριά; Όταν σε τρων οι θάλασσες κι οι αρμύρες που ακουμπούν τις ανοιχτές πληγές σου και τσούζουν πιότερο κι από κόψιμο με ξυράφι; Πόση μοράβια πια να περάσει χωρίς να «ξεράσει» από κάτω; Μα εκείνος εκεί, κάθε πρωί ξύνει και τρίβει σα τρελός ότι το βράδυ έχει απλώσει πάνω του. Γονατιστός μ΄αυτή την απόκοσμη θέληση κι αυτή τη δύναμη που ούτε ξέρει από πού πηγάζει, ξύνει και τρίβει τη σκουριά μέχρι να ματώσουν τα χέρια, αυτά τα μόνιμα βρώμικα και δουλεμένα χέρια του. Κι όταν τελειώσει, όλα είναι όπως πρέπει. Όλα λαμποκοπούν, σα διαμάντια σε προθήκη κοσμηματοπωλείου.

Και φεύγει και λείπει. Και είναι σαν να σταματά ο χρόνος. Όλα κυλούν αλλιώς όταν λείπει. Έχουν άλλη οσμή, άλλη γεύση κι άλλη διάρκεια. Και ο χρόνος γίνεται έτη φωτός. Και μας ενώνει η μουσική και οι θύμησες. Αυτές της κοινής μας πορείας και ζωής. Κάθε θύμηση μια μουσική, ένα τραγούδι. Άλλοτε χαρούμενο κι άλλοτε λυπητερό, μα πάντα υπάρχει ένα τραγούδι σα μουσικό χαλί στην ταινία της ζωής μας.

Κείνο το βράδυ στο μπαράκι στο νησί ήταν, θαρρώ. Αργά μες τη ζάλη του ποτού και την ξινίλα που σου φέρνουν τα σφηνάκια κι αυτή η μόνιμη σκουριά που χεις μέσα σου, η αθέατη, η κρυμμένη. Άναψες τσιγάρο, ακούμπησες το κουρασμένο σου κορμί στο πάσο και μου πες:
Άκου αυτό το τραγούδι…
Τα αρπίσματα της κιθάρας ξεχύθηκαν στο άδειο μαγαζί και μια γάργαρη φωνή πλημμύρισε το είναι μου…
Well I’ll be damned
Here comes your ghost again
But that’s not unusual
It’s just that the moon is full
And you happened to call
And here I sit
Hand on the telephone
Hearing a voice I’d known
A couple of light years ago
Heading straight for a fall

«Είναι Joan Baez» μου πες με στόμφο όταν τελείωσε. Είναι η αγαπημένη μου και το έγραψε για τον Bob Dylan, αλλά θα σου βάλω να ακούσεις και το cover από Judas Priest» .
«Once a rocker, always a rocker» σκέφτηκα κι ανακάθισα στο σκαμπό μου ρουφώντας αργά το ουίσκι μου. Αυτό το τραγούδι, η μελωδία, τα ακόρντα του, είχε γράψει πια μέσα μου. Εκεί πάνω στη δική μου σκουριά. Αυτή που μάλλον είχε μολύνει το DNA μας από σύλληψης κι αναπαράχθηκε λίγο μετά τη δική σου. Άλλη μια σκουριά που τρίβεται λυσσαλέα, μα δε καθαρίζει ούτε αυτή. Μόνο να, καμιά φορά γίνεται τραγούδι που παίζει μόνο στο κεφάλι μας μέσα. Κι άλλοτε γίνεται στίχος, λόγια, αυτά τα λόγια που ξέρουμε, που είμαστε τόσο, μα τόσο καλοί.
Κι αυτά τα λόγια είν’ διαμαντάκια ξέρεις. Μικρά, κρυμμένα, ακανόνιστα διαμαντάκια που κρύβονται σε μπιζουτιέρες που δεν ανοίγουν εύκολα. Γιατί αν ανοίξουν, η λάμψη τους θαμπώνει, ενοχλεί και κουράζει. Γι΄αυτό και μένουν τα τραγούδια. Αυτά που μιλούν για ξίδια και ταξίδια. Αυτά που φέρνουν θύμησες του χτες. Αυτά που γεμίζουν τις ψυχές μας διαμάντια και σκουριά.
Now you’re telling me
You’re not nostalgic
Then give me another word for it
You who are so good with words
And at keeping things vague
Because I need some of that vagueness now
It’s all come back too clearly
Yes I loved you dearly
And if you’re offering me diamonds and rust
I’ve already paid

 

https://www.youtube.com/watch?v=dcaZi_G3xVs

https://www.youtube.com/watch?v=mIC7KQPDuDc

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook