Dominum Magistrumque Atrum Meum

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Σταυροπούλου, η φιλόλογος, καθώς περνούσε ανάμεσα από τα θρανία, κοντοστάθηκε λίγο πάνω από την Αγγέλικα. Το κορίτσι ήταν αφοσιωμένο στο διαγώνισμα τριμήνου που έγραφε, ήταν καθοριστικό για το βαθμό των παιδιών εκείνου του τμήματος της γ’ λυκείου – και ήταν και μία γερή πρόβα για τις πανελλήνιες, για τους υποψήφιους της θεωρητικής κατεύθυνσης. Το κορίτσι είχε σκύψει ολόκληρο πάνω στο γραπτό του, δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται την παρουσία της καθηγήτριας που την παρατηρούσε, σχεδόν δίπλα της.

Και πως να μην μείνει κάποιος έκθαμβος να παρατηρεί την Αγγέλικα. Ακόμα κι αν δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε, ακόμα κι αν γνώριζε καιρό το 18χρονο κορίτσι, ήταν σχεδόν αδύνατο κάποιος να μείνει αδιάφορος στο θέαμα.

Τα μαλλιά της κοπέλας, τόσο ξανθά, σχεδόν άσπρα. Μακριά μέχρι τη μέση, σαν ποτάμια φωτός πρωινού ήλιου, έπεφταν στους ώμους και την πλάτη της. Τα χέρια της, αγαλμάτινα. Και όπως πάταγε το στυλό γράφοντας, ήταν τόσο λευκό το δέρμα της, τόσο διάφανο, που νόμιζες πως το μελάνι θα περνούσε μέσα στις λεπτές της φλέβες, τόσο ντελικάτα ήταν τα κρινοδάχτυλα της.

Σε μια στιγμή, ξεφύσηξε, τελειώνοντας μια ερώτηση και πριν προχωρήσει στην επόμενη, ανασήκωσε τα μάτια της από το γραπτό της για να πάρει μια ανάσα και τότε είδε την καθηγήτρια της. Της χαμογέλασε και η καρδιά της Ευθυμίας Σταυροπούλου σκίρτησε. Η ίδια, δεν είχε παιδιά – δεν είχε παντρευτεί καν, ποτέ της. Στα 50 της πια, σπάνια αμφισβητούσε την επιλογή της να μην γίνει μάνα. Η περίπτωση όμως της Αγγέλικας, ξυπνούσε μέσα της συναισθήματα που αν ήταν νεότερη και τα δεδομένα της ζωής της διαφορετικά, ίσως την έπειθαν να αποκτήσει και η ίδια ένα παιδί. Που μακάρι να έμοιαζε σε τούτη την κοπέλα. Σε αυτόν τον άγγελο επί γης.

Η Αγγέλικα χαμογέλασε στην καθηγήτρια της που δεν κρατήθηκε, άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε απαλά το κεφάλι του κοριτσιού. “Όλα καλά;” τη ρώτησε σιγανά. “Ναι!” ψιθύρισε η Αγγέλικα και η καθηγήτρια, σχεδόν απρόθυμα, προχώρησε προς τα άλλα θρανία, επιθεωρώντας και τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης. Mα που και που, έστριβε το κεφάλι και έριχνε ματιές στην αγαπημένη της μαθήτρια.

Και δεν ήταν η μόνη καθηγήτρια που είχε αδυναμία στην Αγγέλικα. Στο σύνολο τους, οι καθηγητές του λυκείου, συμπαθούσαν αυτό το παιδί. Σεμνή, ευγενική, ευπροσήγορη. Ποτέ δεν τους είχε απασχολήσει με τα καμώματα της, δεν είχε δημιουργήσει ποτέ κανένα πρόβλημα στο σχολείο. Άριστη μαθήτρια, τυπική στα μαθήματα και τις υποχρεώσεις της αλλά ταυτόχρονα προσιτή και φιλική με όλους. Άγγελο το είπαν αυτό το παιδί και άγγελος ήταν!

Ήταν η τελευταία ώρα, χτύπησε το κουδούνι, τα παιδιά παρέδωσαν τα γραπτά τους και βγήκαν. Παρέες παρέες πέρασαν την έξοδο του σχολείου, μαζί τους και η Αγγέλικα γελούσε και τραγουδούσε, ήταν πολύ χαρούμενη. Είχε γράψει πολύ καλά στο διαγώνισμα, ήταν σίγουρη πως στις εξετάσεις θα τα πήγαινε περίφημα, γνώριζε καλά την ύλη, ανυπομονούσε να περάσει στην σχολή επιλογή της, στη φιλοσοφική. Αγαπούσε την κλασική φιλολογία, φιλοδοξούσε μια ακαδημαϊκή καριέρα, μα πάνω από όλα ανυπομονούσε να μελετήσει αρχαία ελληνικά και λατινικά κείμενα σε βάθος. Είχε πάθος με κείμενα κλασικών, χανόταν με τις ώρες σε αυτά, οι γονείς της καμάρωναν το παιδί τους που από νεαρή ηλικία είχε εκδηλώσει πάθος για τα γράμματα. Το χαμογελαστό παιδί τους, ο άγγελος τους! Πόσο την αγαπούσαν όλοι! Μόνο χαρά σκορπούσε στο πέρασμα της και όσοι την γνώριζαν ένιωθαν τυχεροί. Στα καταγάλανα μάτια της, αντικατοπτριζόταν η ευγένεια της ψυχής της, η αθωότητα και η καλοσύνη της. Στολίδι του κόσμου τούτου, το κορίτσι αυτό.

Μετά το μεσημεριανό φαγητό με την οικογένεια της, η Αγγέλικα πήγε στο δωμάτιο της και άνοιξε τον υπολογιστή της και το βιβλίο που μελετούσε ώστε να ελέγχει ταυτόχρονα τη μετάφραση αυτών που διάβαζε. Λατινικά κείμενα ξεχύθηκαν στην οθόνη της. Χαμογέλασε. Τα μάτια της άστραψαν.
Η μητέρα της την πλησίασε και της άφησε στο γραφείο της μια σοκολάτα. “Βοηθάει στη συγκέντρωση! Μην κουράσεις πολύ πάλι τα ματάκια σου, να ξεκουραστείς! Να βγεις και μια βόλτα!” “Ναι μαμά μου, μην ανησυχείς” απάντησε η κοπέλα και χάιδεψε το χέρι της μητέρας της, που της προσέφερε τη σοκολάτα. “Θα διαβάσω λίγο και το βράδυ θα βγω μια βόλτα, έχω κανονίσει με τα παιδιά, μην ανησυχείς”. Η γυναίκα απομακρύνθηκε ήσυχη. Είχε εμπιστοσύνη στο κορίτσι της, άλλωστε ήξερε και την παρέα της, καλά παιδιά όλα, από καλές οικογένειες! Από μικρά ήταν μαζί!

Λίγες ώρες αργότερα, πράγματι η Αγγέλικα βγήκε από το δωμάτιο της και έκοψε την ανάσα μέχρι και στους γονείς της, με την ομορφιά της. Το κατάλευκο μπλουζάκι που φορούσε, την έκανε να μοιάζει με ψευδαίσθηση. Το διάφανο δέρμα, τα κατάξανθα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια της, δεν παρέπεμπαν σε ανθρώπινο πλάσμα, μα σε αερικό – σε νεράιδα, σε ουράνια οπτασία. Την ίδια εντύπωση αποκόμιζαν και οι περαστικοί στο δρόμο, που βλέποντας το κορίτσι να περνάει δίπλα τους, ένιωθαν μια παράξενη συγκίνηση. Αν το ιδανικό είχε μορφή, θα είχε την όψη αυτής της κοπέλας. Αυτού του αγγέλου επί γης!

Κατευθύνθηκε προς τη στάση του λεωφορείου. Εκεί συνάντησε και τα άλλα 6 παιδιά. Μπήκαν όλοι στο λεωφορείο που πέρασε σε λίγα λεπτά.

Κατέβηκαν στην τελευταία στάση. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Δεν μιλούσε κανείς.

Περπάτησαν αρκετά, έφτασαν στα παλιά νταμάρια. Πέρασαν και τα τελευταία σπίτια, προχώρησαν στον χωματόδρομο που οδηγούσε στα παλιά λατομεία. Το φεγγάρι ήταν στα χάση του, στο τελευταίο τέταρτο, το ελάχιστο φως του δεν έφτανε να φωτίσει τα βήματα τους, έβγαλαν από τις τσάντες τους φακούς. Προχώρησαν κι άλλο, μέχρι που βγήκαν στην καρδιά του έρημου, εγκαταλελειμμένου λατομείου. Το χλωμό φως από τους φακούς που έπεφτε πάνω στην Αγγέλικα, την έκανε να μοιάζει άυλη.

Στάθηκαν σε έναν κύκλο που σχημάτισαν.

Άρχισαν να ψελλίζουν ακατανόητες λέξεις, πρωτόγονες ιαχές έβγαινα από τα στόματα τους, λέξεις απόκοσμες, μυστηριακές.

Η Αγγέλικα αργά αργά, έβγαλε ένα ένα τα ρούχα της. Τα παπούτσια, το παντελόνι, την λευκή της μπλούζα, το σουτιέν της, το εσώρουχο. Η ψαλμωδία των ατόμων στον κύκλο δυνάμωνε, η Αγγέλικα κατευθύνθηκε, γυμνή πια, προς το κέντρο του κύκλου, περπατούσε και μια αιμάτινη κλωστή έρρεε ανάμεσα από τα πόδια της, δεν είχε περίοδο και όμως αιμορραγούσε, οι ψαλμωδίες συνέχιζαν πιο δυνατα, το αίμα από μέσα της ανάβλυζε με μεγαλύτερη ορμή, στάθηκε στο κέντρο του κύκλου και φώναξε δυνατά Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum ΔΥΝΑΤΑ Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΦΑΚΩΝ ΕΣΒΗΣΕ, ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΕΨΑΛΛΑΝ Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΕΚΛΕΙΣΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum ΣΥΝΕΧΙΣΑΝ ΝΑ ΨΑΛΛΟΥΝ Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum Η ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΕΠΕΣΕ ΣΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum ΤΟ ΑΙΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΗΤΡΑ ΤΗΣ ΤΟΝ ΚΑΛΟΥΣΕ Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum ΕΠΕΣΕ ΠΑΝΩ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ Sabbatic Goat ΤΗΝ ΕΒΑΛΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum ΧΥΘΗΚΕ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΓΛΙΣΤΡΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΠΟΡΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ ΤΗΣ Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum

Ο κύκλος σώπασε. Η σκιά χάθηκε.

Η Αγγέλικα έμεινε στο χώμα, πεσμένη μπρούμυτα.

Το φως στους φακούς επανήλθε.

Το αίμα ανάμεσα στα πόδια της σταμάτησε να τρέχει.

Ο σπόρος είχε εμφυτευτεί.

Η κοπέλα σηκώθηκε αργά. Τα καταγάλανα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα ευτυχίας.

Έτσι όπως στεκόταν γυμνή στο ελάχιστο φως εκείνου του φεγγαριού, έμοιαζε με κομμάτι κρύσταλλο, τόσο διάφανη ήταν η μορφή της.

Avete omnes Satanam, Dominum Magistrumque Atrum Meum ψιθύρισε άλλη μια φορά και έλαμπε από ευτυχία. Ο Κύριος της, την είχε χρίσει άξιο δοχείο του. Τον είχε αναζητήσει και τον είχε βρει. Ήταν ταγμένη σε αυτόν.

Θα τον κουβαλούσε μέσα της εκτελώντας το θέλημα του.

Άγγελο την είπαν και άγγελος ήταν. ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ.

Επέστρεψαν αργά όλοι σπίτια τους. Είχαν διαγώνισμα την επόμενη μέρα.

Λατινικά.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook