Δύο χεράκια ακόμα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Όλα τα παιδιά στην εφηβεία τους αρχίζουν και ζητάν πράγματα. Να πάρουν καλύτερο ποδήλατο, να βγουν την πρώτη τους έξοδο, να ζήσουν το πρώτο τους φιλί, να πάνε για μπάνιο με τους φίλους τους. Εγώ, ζήτησα απλά δύο χεράκια να με ακολουθούν για πάντα, να τους δείξω πράγματα που δεν πρόλαβαν να ζήσουν, πράγματα που άξιζαν να ζήσουν.

Την ημέρα της κηδείας της Λένας, επικρατούσε απόκοσμη ησυχία. Με θυμάμαι, δώδεκα χρονών αλάνι τότε, να στέκομαι στα πίσω καθίσματα της εκκλησίας και να μην καταλαβαίνω τι γίνεται. Η Λένα δεν ήταν άρρωστη, πώς είχε πεθάνει; Μόλις χθες ήταν που τρώγαμε μαζί παγωτό ξυλάκι στο περίπτερο απέναντι από το σχολείο. Γελούσε με τα αστεία μου και λαμπύριζαν τα σιδεράκια της. Τα μαλλιά της ήταν πλεξούδες ατημέλητες που έπεφταν στην μύτη της και την ενοχλούσαν. Ήθελα πολύ να την φιλήσω αλλά ντρεπόμουν.
Αρνιόμουν να το δεχτώ ότι έτσι απλά, έτσι απότομα, είχε φύγει από την ζωή. Κι όσο κι αν κοιτούσα ψηλά, έβλεπα μόνο αυστηρά πρόσωπα αγίων να με κοιτάνε με το χέρι τους σηκωμένο.
«Ο Θεός ήθελε κι άλλα αγγελάκια δίπλα του», μου έλεγαν οι μεγάλοι τότε.
«Πόσα αγγελάκια θέλει πια; Κι εμείς εδώ τι θα κάνουμε χωρίς τους φίλους μας;» και όλοι τότε σιωπούσαν. Μέχρι που το μπερδεμένο μυαλό μου τότε, γέννησε μία τρελή ιδέα. Θα κρατούσα την Λένα δίπλα μου, μέσα μου, στο μυαλό και στην καρδιά μου, δείχνοντας της την ζωή που δεν πρόλαβε να ζήσει. Να δει με τα μάτια μου όσα πλέον δεν μπορούν να αντικρίσουν τα σφαλιστά δικά της.

Δεν είπα σε κανέναν το μικρό μου μυστικό. Γύρισα σπίτι εκείνο το βράδυ και έβαλα ένα δεύτερο μαξιλάρι δίπλα στο δικό μου. Ένα για μένα, ένα για την Λένα. Την καληνύχτισα και κοιμήθηκα χαμογελώντας.
Στο σχολείο, όποτε μπορούσα, έπαιρνα δύο τοστ και δύο χυμούς. Ήξερα ότι θα πεινούσε μετά από τόσο παιχνίδι. Στην τάξη, ζωγράφιζα δύο κόλλες χαρτί, μία για το θρανίο μου, μία για το γραφείο της. Όσο τα υπόλοιπα παιδιά, αμήχανα, προσπαθούσαν να ξεπεράσουν την απώλειά της, εγώ εξερευνούσα τον κόσμο για χάρη της.
Είχα δύο χεράκια να με ακολουθούν παντού. Το βράδυ έλεγα φωναχτά τρομαχτικές ιστορίες για να ακούει κι εκείνη ενώ όταν έπαιζε μουσική δυνάμωνα περισσότερο την ένταση.
Τελείωσε το σχολείο, πήγα πανεπιστήμιο, γνώρισα έρωτες που με πλήγωσαν, γνώρισα φίλους που με σεβάστηκαν. Σε όλα ήταν δίπλα μου η Λένα. Μεγάλωσε μαζί μου, μεγάλωσα κι εγώ μαζί της. Στιγμή δεν σκέφθηκα να εγκαταλείψω την παιδική μου αφέλεια που γέννησε αυτήν την ιδέα.

Μία τρέλα, μία ψύχωση θα έλεγε ένας φιλοσοφημένος και αυστηρός ψυχολόγος, που μπορεί να με οδηγούσε στην παράνοια. Ξέρω όμως, ότι έζησα μία ζωή για δύο, μία ζωή που άξιζε να ζήσει το κορίτσι με τα λευκά σιδεράκια και τα ατημέλητα μαλλιά.
Τα μαλλιά μου πλέον έχουν ασπρίσει, τα χέρια μου έχουν γεμίσει ρόζους και φαγωμένες φλέβες. Η όραση μου θόλωσε, η δύναμη μου ξέφτισε κι η Λένα πλέον δεν φαίνεται πουθενά. Η παιδική μου φίλη μάλλον αποφάσισε να ηρεμήσει για πάντα, αφήνοντας με μόνο να ανέβω τα τελευταία σκαλοπάτια της ζωής μου.

Κάθομαι στην πολυθρόνα και ατενίζω ένα ολόγιομο φεγγάρι. Φαίνεται μία καλή νύχτα για να αποχωρήσω, όπως θέλω, από αυτόν τον κόσμο. Σηκώνομαι αδύναμα και νιώθω ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα να μου γαργαλάει το χέρι. Το παράθυρο είναι κλειστό, αέρας δεν υπάρχει. Τα χείλη μου ετοιμάζονται να ψελλίσουν κάτι αδιανόητο, μέχρι που ένα δεύτερο άγγιγμα χαϊδεύει το άλλο μου χέρι.
«Λέ… να;»
Το φως από το φεγγάρι γεμίζει όλο το δωμάτιο, λες και είμαι ο μοναδικός άνθρωπος σε όλη τη Γη. Οι κόκκοι σκόνης που επιπλέουν στον αέρα σχηματίζουν μία μικρόσωμη φιγούρα. Ένα κορίτσι, με ατημέλητα μαλλιά και σιδεράκια στο στόμα. Μου χαμογελάει και μου δίνει τα χέρια της.
Τα πιάνω τρέμοντας και μία αγαλλίαση με κυριεύει.
Πριν κλείσω οριστικά τα μάτια μου την ακούω να μου ψιθυρίζει…
«Σε ευχαριστώ».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook