Δύο δάχτυλα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η φίλη μου η Λένα έλεγε «Αν το κυρίως πιάτο δεν δουλέψει και το γλυκό δεν δέσει… στο τέλος χρειάζονται μόνο δύο δάχτυλα». Όσο κι αν το σκεφτόμουν, ειλικρινά, δεν μπορούσα να σκεφτώ πώς κάτι τέτοιο μπορεί να σε ικανοποιήσει τόσο πολύ. Προς το παρόν, τα δύο μου δάχτυλα χτυπούσαν μόνο το κουδούνι της εισόδου της πολυκατοικίας. Άνοιξε χωρίς να ρωτήσει ποιος είναι. Έσπρωξα απαλά την πόρτα και μπήκα μέσα.

Όσο ανέβαινα τα σκαλιά προσπαθούσα να τακτοποιήσω τα μαλλιά μου, να ισιώσω το κολλητό φόρεμά μου που μαζευόταν ολοένα και πιο πάνω. Σαν μικρό, ξεμυαλισμένο, δεκαπεντάχρονο κοριτσάκι. Φτάνοντας στην εξώπορτα του, θα ορκιζόμουν ότι μύριζα το άρωμά του. Αυτό το άρωμα που μυρίζεις σε κάποιον άγνωστο που σε προσπερνάει, κι όταν απομακρυνθεί το κουβαλάς ακόμα μαζί σου.

Έκανα να χτυπήσω την πόρτα αλλά αυτή άνοιξε απαλά με ένα τρίξιμο. Ένα βελούδινο φως φαινόταν από την χαραμάδα το οποίο έλουζε το χολ του σπιτιού. Απαλή μουσική ακουγόταν από το βάθος, μία μπάσα φωνή να τραγουδάει σε μία περίεργη γλώσσα. Αυτός, πουθενά. Έσπρωξα την πόρτα ίσα ίσα για να περάσω κι έκανα δειλά το πρώτο βήμα.

Τον φώναξα αλλά δεν πήρα απάντηση. Έκανα και δεύτερο βήμα, δεν υπήρχε άλλο φως στον χώρο – γεγονός το οποίο με ερέθιζε και με τρόμαζε ταυτόχρονα. Μόλις μπήκα ολόκληρη, η πόρτα έκλεισε απότομα πίσω μου κι ένα σκούρο μαντήλι κάλυψε τα μάτια μου.
«Καλωσόρισες».
Η φωνή του βραχνή, ζεστή, ειδυλλιακή. Το κορμί μου ρίγησε και πάνω στον πανικό, μου έπεσε η τσάντα. Έσκυψα να την πιάσω αλλά με σταμάτησε.
«Ότι πέσει κάτω δεν σηκώνεται…» μου ψιθύρισε και με οδήγησε μπροστά. Δεν δοκίμασα να βγάλω το μαντίλι, δεν με πίεσε για να το κρατήσω. Είχα ξεχάσει οτιδήποτε σκεφτόμουν πριν έρθω και προσπαθούσα να προσανατολιστώ με τις υπόλοιπες αισθήσεις. Η μουσική δυνάμωσε στ’ αυτιά μου κι έβλεπα μέσα από τις απαλές ίνες του μαντιλιού τον χώρο γύρω μου. Ένα κρεβάτι επιμελώς στρωμένο, κάγκελα και στις δύο πλευρές, κομμάτια από σχοινιά δεμένα στις άκρες του. Γύρισα προς το μέρος του και τον άγγιξα.

Οι τρίχες του στήθους του γράπωσαν τα δάχτυλα μου. Μου έφερε ένα ποτήρι στα χείλη κι ήπια διστακτικά δύο γουλιές. Κόκκινο κρασί, μεθυστικό, δυνατό.
«Στα τυφλά θα με έχεις όλη νύχτα;» τον ρώτησα ναζιάρικα. Αυτός άρπαξε τα δάχτυλα μου και τα έβαλε στην μέση όπου δενόταν η ρόμπα του.
«Όσα πρέπει να νιώσεις δεν χρειάζεται να τα βλέπεις», μου απάντησε κι έγλειψα τα χείλη μου από ανυπομονησία.

Τα δάχτυλα μου άνοιξαν τον κόμπο κι η ρόμπα του έπεσε στο πάτωμα. Αντανακλαστικά έσκυψε να την μαζέψει κι εγώ τον σταμάτησα.
«Ότι πέσει κάτω δεν σηκώνεται», του είπα και γέλασα. Ακούμπησε το ποτήρι στο τραπέζι δίπλα, με έσπρωξε προς τα πίσω και έπεσα στο κρεβάτι.
Με απαλές κινήσεις με έσυρε προς το προσκέφαλο, απλώνοντας τα χέρια μου στις δύο άκρες. Με έδεσε προσεχτικά καθώς ένιωθα τα σχοινιά γερά και νοτισμένα. Μέσα μου δεν ήθελα να του παραδοθώ αμέσως, αλλά από την άλλη, δεν πίστευα ότι μπορούσα να σταματήσω κι όλας.

Ένιωθα την ανάσα του στα μπούτια μου καθώς ανέβαινε με αργές κινήσεις προς τα πάνω. Έπιασε με τα δόντια του τις άκρες από το φόρεμα μου και τις σήκωσε. Τα χέρια του απλώθηκαν στο στήθος μου, γύρω από τις ρώγες, χωρίς ποτέ να τις αγγίζει. Τον μπάσταρδο, ήξερε τι έκανε! Άρχισα να βογκάω απαλά, περισσότερο από την ανυπομονησία της στιγμής.
Προσπάθησα να πάρω λίγο τον έλεγχο αλλά με σταμάτησε κοφτά. Τα χέρια μου τραντάχτηκαν στα σχοινιά και για μια στιγμή αγχώθηκα για την έλλειψη ελευθερίας μου. Μέχρι που βύθισε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια μου. Εκεί χάθηκαν όλα.

Η μουσική πρέπει να σταμάτησε, να ξεκίνησε και να σταμάτησε ξανά. Καιγόμουν κι έσβηνα απότομα. Ποτέ δεν γράπωσε το στήθος μου, ποτέ δεν έμπηξε μέσα την γλώσσα του, μόνο τριγύρω, μόνο εξωτερικά. Κι όσο έβραζα για να με πάρει, τόσο αυτός δεν έκανε τίποτα.
Κάποια στιγμή δεν άντεξα, τραντάχτηκα και γρύλισα από την ηδονή. Άκουσα το γέλιο του. Άπλωσε το χέρι του πάνω στον λαιμό μου κι ένιωσα την άκρη από την στύση του να ετοιμάζεται να μπει στον ήδη πλημμυρισμένο κόλπο μου. Κι όμως όχι. Ούτε εκεί μου έκανε την χάρη το καθίκι.

Ακουμπούσε ελαφρά, το τριγύριζε, με χάιδευε. Τον έβρισα, προσπάθησα παταγωδώς να τον χτυπήσω, αλλά τίποτα. Τότε, έσκυψε στο αυτί μου και ψιθύρισε.
«Θα τελειώσεις όταν πω εγώ κι όπως θέλω εγώ».

Υπάκουσα.
Περίμενα.
Έσφιξα τα δόντια μου.
Και τελικά, στο τέλος χρειάστηκαν όντως, μόνο τα δυο του δάχτυλα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook