Όταν άνοιξα πρώτη φορά τα μάτια μου, αντίκρισα τα δικά της. Κίτρινα με γκρι πιτσιλιές, γεμάτα αγάπη αλλά και τρόμο. Έσκυψε από πάνω μου για να με προστατέψει από τον καπνό που είχε σηκωθεί. Με άρπαξε από τη ράχη και με έφερε πιο κοντά στην κοιλιά της. Ήπια γάλα λαίμαργα, από το ροδαλό βυζί της κι ένιωσα τη ζωή να κυλάει μέσα μου.
Κοιμόμουν και ξυπνούσα με κρότους. Δύο από τα αδέρφια μου δεν άντεξαν κι έκλεισαν τα μάτια τους για πάντα. Εκείνη τα έθαψε με τα νύχια της κι έκλαψε, έκλαψε δυνατά για την απώλειά της. Το γάλα κόπηκε, το στομάχι μου θέριευε, πεινούσα διαολεμένα. Η ουρά μου είχε τσουρουφλιστεί από το σύρσιμο στην καυτή άμμο αλλά ήξερα ότι όσο την είχα δίπλα μου δε θα πάθαινα τίποτα. Κάποια στιγμή, μείναμε οι δύο μας. Η γούνα της είχε ξεφτίσει, τα μάτια της έμοιαζαν με σάπια λεμόνια, τα μουστάκια της είχαν καεί. Με κοίταξε μία τελευταία φορά και μου χάιδεψε τη ράχη. Η μαμά μου πέθανε μπροστά στα μάτια μου κι εγώ έμεινα για ώρες, δεν ξέρω πόσο, να την κοιτάω χωρίς να ξέρω τι να κάνω.

Τα πόδια μου κινήθηκαν μηχανικά προς την κατεύθυνση που έδυε ο ήλιος κάθε φορά. Σκεφτόμουν ότι πρέπει να υπάρχει κάτι σημαντικό εκεί για να κατεβαίνει κάθε φορά προτού δώσει τη θέση του στη νύχτα. Πέρασα από διαλυμένα ερείπια, κατεστραμμένα αυτοκίνητα, μαυρισμένα λιβάδια. Είχα να πιω νερό μέρες, να φάω ούτε λόγος. Κι όταν ένιωσα πως η ζωή ήταν έτοιμη να φύγει από μέσα μου όσο γρήγορα ήρθε, δύο χέρια με άρπαξαν και με σήκωσαν ψηλά.
Το όνομα του ήταν Ρεμίν κι εμένα με φώναζε Αλζίλου. Τον κοίταζα με βλέμμα όλο απορία για το όνομα κι αυτός μου έδειχνε την σκιά που έριχνα στον τοίχο από το θαμπό φως του ήλιου.
Ο Ρεμίν ήταν ο φύλακας άγγελός μου. Μου προσέφερε φαγητό, από το λιγοστό που είχε, στέγη για να κοιμάμαι κι ένα απαλό χέρι για να μου γιατρέψει τα τραύματα. Η μητέρα του μάλλον με συμπαθούσε κι εκείνη γιατί μου έδινε κι αυτή καμιά φορά λίγο γάλα, όσο άφηνε ο Ρεμίν στο ποτήρι του.

Κάποια στιγμή, οι βόμβες αποφάσισαν να με ακολουθήσουν ακόμα και στο νέο μου σπίτι, γιατί οι κρότοι κι οι λάμψεις δεν σταμάτησαν. Ο Ρεμίν με τη μητέρα του αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους για να γλυτώσουν από τον χαμό. Εγώ κρύφτηκα στη μπλούζα του Ρεμίν κι έκλεινα τα μάτια μου όποτε εκείνος έτρεχε, σκαρφάλωνε, σκόνταφτε για να γλυτώσει. Μετά από πολλές ώρες περπάτημα, το σώμα του δεν άντεξε και λιποθύμησε. Ξεκίνησα να νιαουρίζω από απόγνωση κι η μητέρα του να φωνάζει για βοήθεια. Από μακριά είδαμε κάποιους ανθρώπους με άσπρες στολές να μας πλησιάζουν, άρπαξαν τον Ρεμίν και τον κουβάλησαν σε ένα μεγάλο όχημα με 4 τροχούς. Πήδηξα στην αγκαλιά της μαμάς του, μπήκαμε στο όχημα και φύγαμε.
Είχα κουρνιάσει κάτω από τον ώμο του κι έτριβα τη μουσούδα μου στο πρόσωπό του για να του δίνω κουράγιο. Τα μάτια του παρέμεναν κλειστά, έβλεπα τα μάτια της μαμάς μου, εκείνα τα κίτρινα με το σταχτί χρώμα από τους καπνούς. Τελικά, καταφέραμε και φτάσαμε σε μία μεγάλη σκηνή όπου εκεί υπήρχαν πολλοί άλλοι άνθρωποι τραυματισμένοι με κλειστά τα μάτια.

Έβαλαν τον Ρεμίν σε ένα κρεβάτι κι η μητέρα του δεν έφευγε από δίπλα του. Με το ζόρι δεχόταν τη βοήθεια ή το φαγητό τους, πάντα επέμενε να φροντίσουν πρώτα τον γιο της και μετά την ίδια. Ο Ρεμίν όμως φαίνεται ότι είχε αποφασίσει να μην ξυπνήσει. Η πείνα είχε αρχίσει να με θερίζει και κανείς από αυτούς με τις άσπρες στολές δε φαινόταν διατεθειμένος να μου δώσει κάτι να φάω. Μέχρι που άρχισα να τριγυρνάω ανάμεσα στους υπόλοιπους αρρώστους οι οποίοι με αντιμετώπιζαν με πολύ μεγάλη αγάπη. Τους έκανα καλό, φαίνεται, γιατί το χαμόγελο επανερχόταν στα ξερά χείλη τους.
Ένα βράδυ, αφού είχα χορτάσει από τα αποφάγια ενός ασπρομάλλη άνδρα κοντά στον Ρεμίν, πλησίασα για να κοιμηθώ στην αγκαλιά του αφεντικού μου. Τότε είδα τη μητέρα του σκυμμένη πάνω στο κρεβάτι με τα χέρια της να κρέμονται στα πλευρά της. Νιαούρισα δυνατά, κάποιοι φώναζαν να σταματήσω, συνέχισα να νιαουρίζω, μπήκαν άνθρωποι με άσπρες στολές, είδαν τη μητέρα του Ρεμίν, έπιασαν με τα δάχτυλα τον λαιμό της και κούνησαν το κεφάλι απογοητευμένοι.
Την επόμενη μέρα, την είχαν πάρει μακριά. Ο Ρεμίν δεν είχε ξυπνήσει, εγώ ένιωθα πολύ μόνος, κόσμος που είχα μάθει έφευγε, κόσμος που δεν ήξερα ερχόταν.
Μέχρι τη στιγμή που άκουσα ένα δυνατό κρότο για μία τελευταία φορά. Επικράτησε πανικός, όλοι έτρεχαν να μαζέψουν τα πράγματά τους, οι άρρωστοι εκλιπαρούσαν για βοήθεια, η σκηνή κουνιόταν από τα δυνατά κύματα αέρα που την χτυπούσαν κι εγώ τραβούσα με τα δόντια μου το χέρι του Ρεμίν για να ξυπνήσει και να φύγουμε.
Κάποια στιγμή έγινε μία έκρηξη τόσο κοντά μας που τ’ αυτιά μου βούλωσαν τελείως. Δεν άκουγα τίποτα, πονούσα πολύ, η σκηνή είχε κοπεί στη μέση, ξύλα και πανιά μας είχαν πλακώσει. Λούφαξα στην αγκαλιά του Ρεμίν, έκλεισα τα μάτια μου κι ονειρεύτηκα τη μητέρα μου όταν με είχε πρωτοπάρει στην αγκαλιά της.

Όταν τα άνοιξα πάλι, με τύφλωσε το φως του ήλιου. Δύο γαλανά μάτια με κοιτούσαν, δύο μάτια που είχα δει άλλη μία φορά σ’ εκείνο το μεγάλο όχημα. Η γυναίκα με γράπωσε από τη ράχη και με έφερε στην αγκαλιά της. Κοίταξα πίσω. Ο Ρεμίν δεν φαινόταν πουθενά. Το μόνο που έβλεπα ήταν ερείπια και σκουροκόκκινο αίμα. Η γυναίκα μου χάιδεψε την πλάτη, με έβαλε στον σάκο της κι άρχισε να απομακρύνεται.
Δε θα ξεχάσω ποτέ τα δευτερόλεπτα που μέτρησα μέχρι να απομακρυνθούμε τελείως από την σκηνή. Τα δευτερόλεπτα που ήλπιζα να δω το πρόσωπο του Ρεμίν να ξεπροβάλλει από τα χαλάσματα. Τα δευτερόλεπτα που προσπάθησα να αποχαιρετίσω την παλιά μου ζωή και να ελπίζω σε μία καινούργια.
Χωρίς εκρήξεις.
Χωρίς καπνό.
Με μία αγκαλιά… σαν του φίλου μου.