Εδώ, στο πουθενά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Κα να ‘μαι τώρα εδώ, στο πουθενά, μ’ εκείνη την πίκρα του θανάτου στο στόμα. Σα να πέθανε κάποιος. Σα να πέθανα εγώ. Εκεί που οι λέξεις δεν έχουν νόημα. Εκεί που τα δάκρυα δεν ανασταίνουν τη νεκρή πριγκίπισσα. Εκεί που ο παράδεισος σφαλίζεται με βαριές σιδερένιες πόρτες κι εσύ φυλακίζεσαι μέσα σε ένα συρματόπλεγμα γεμάτο αγκάθια. Κάθε αναπνοή γεμίζει τα πνευμόνια σου πηχτή λάσπη και πνίγεσαι αργά και βασανιστικά. Κάθε σου κύτταρο γεμίζει πυρετό.
Εφτά χρόνια ήμασταν μαζί. Δύσκολα χρόνια. Από την αρχή καβγάδες, χωρισμοί, πόλεμος. Είχαμε περάσει πολλά και οι δύο. Είχαμε και οι δύο τα θέματά μας. Όμως η αγάπη σου ήταν τόσο δυνατή που άντεχες. Μέχρι που πήρες την απόφαση να χωρίσουμε, για το καλό και των δύο. Πόσο πόνεσα, Θεέ μου! Πόσο πάλεψα για να σε φέρω πίσω! Πάλεψα με τον ίδιο μου τον εαυτό. Τον έβαλα κάτω, τον δίκασα και τον άλλαξα. Όσο μπορούσα. Και όταν κατάφερα να σε φέρω πίσω, πίστευα πως θα μπορούσα να μας ξανακάνω και τους δυο ευτυχισμένους. Νόμιζα πως είχα τη δύναμη. Ένας βράχος δεν ήμουν πάντα; Όμως είχαμε να παλέψουμε καινούριους δαίμονες. Είχαμε μια αγάπη που, από το σύρε – τράβα είχε φθαρεί σαν κουρελάκι. Πώς να χωρέσουμε από κάτω να ζεσταθούμε; Ήμασταν μαζί κι ένιωθα μόνη. Δεν ήμουν πλέον αρκετή ότι κι αν έκανα. Δεν ένιωθα όμορφη όταν με κοιτούσες. Δεν ένιωθα γυναίκα όταν με άγγιζες. Δεν σε έβλεπα πια να χαμογελάς και έσβηνε και το δικό μου χαμόγελο. Έτρεχα σ’ έναν ασταμάτητο αγώνα δρόμου, όμως το τέρμα όλο και απομακρυνόταν. Μια ατελείωτη ανασφάλεια. Έπρεπε να αλλάξω κι’ άλλο. Ένιωθα γριά και ήμουν μόνο 35.

Και τότε τον πρόσεξα. Ήταν όμορφος και έδειχνε κάποιο ενδιαφέρον. Άρχισα να μιλάω γι’ αυτόν με την κολλητή μου. Από κοντά και με μηνύματα. Θυμός; Πληγωμένος εγωισμός; Είχα τόση ανάγκη να με φλερτάρουν, να νιώσω ποθητή ξανά! Της έλεγα ότι ερωτεύθηκα και ένα σωρό μπούρδες για να γεμίζω το κενό μου. Από παλιά είχαμε τη συνήθεια όταν μιλούσαμε για κάτι, τη μύγα να την κάνουμε ελέφαντα και να φερόμαστε σαν χαζοχαρούμενα. Έφυγες Θεσσαλονίκη, στο φίλο σου. Εμείς κανονίσαμε να πάμε για ποτό και θα πηγαίναμε και στο μαγαζί που συχνάζει. Ήθελα πολύ να επιβεβαιωθώ σαν γυναίκα. Το θέμα όμως θα έμενε εκεί. Το είχα ξεκαθαρίσει και στην ίδια ότι, όσες βλακείες και να λέγαμε, δεν υπήρχε περίπτωση, ότι και να γινόταν, να βρεθώ μόνη μαζί του. Και πήγαμε. Με είδε, τον είδα, ούτε αυτός έδωσε πολλή σημασία, ούτε εγώ το επιδίωξα τελικά. Φυσικά και θύμωσα για το φτύσιμο. Θύμωσα πολύ. Πάλι πληγωμένος εγωισμός. Μέσα μου όμως βαθιά ανακουφίστηκα.

Το άλλο πρωί κοιμόμουν βαριά μετά το χθεσινό μεθύσι. Με πήρες τηλέφωνο. Από κάποιο λάθος, είχες μπει στο δικό μου λογαριασμό και είδες όλα τα μηνύματα με την κολλητή μου. Τα ήξερες όλα. Δε φώναξες, δεν έβρισες, ήσουν κύριος. Θα μιλούσαμε για τα τυπικά είπες, όταν θα γυρνούσες. Πάγωσα. Ένα κομμάτι μέσα μου όμως χάρηκε που το έμαθες. Τώρα ήμουν καθαρή. Δεν μου ταίριαζε αυτός ο ρόλος. Σου φέρθηκα πολύ άτιμα, την ίδια στιγμή που σου έλεγα ότι σε αγαπούσα. Όμως αυτό το “σ’ αγαπώ”, ήταν η μόνη αλήθεια τελικά σε όλη αυτή την ιστορία. Πόνεσα τον καλύτερο άνθρωπο που ξέρω και αυτό έσπρωξε το μαχαίρι ακόμα πιο βαθιά μέσα μου. Για ένα μπαλόνι που έσκασε, γκρεμίστηκε όλος ο δικός μου κόσμος.

Θυμάμαι το εκκλησάκι δίπλα στη θάλασσα που θα παντρευόμασταν. Τα παιδιά που θα κάναμε. Το σπίτι με τον τεράστιο κήπο και τα δέντρα που θα ζούσαμε. Μέσα μου ουρλιάζω, αλλά από το στόμα μου δε βγαίνει πια ούτε ψίθυρος. Δεν θα πιστέψεις ούτε την ανάσα μου πια. Πώς να πιστέψεις;

Θέλω να κοιμηθώ και να βυθιστώ για πάντα εκεί όπου δεν υπάρχει χρόνος και μνήμη. Γιατί οι άνθρωποι ήμαστε οι μνήμες μας. Και ‘γω τις δικές μας τις γέμισα δηλητήριο. Και πέρα απ’ το “συγνώμη”, δεν έχω πλέον άλλον εαυτό.

 

Μαρία Κεσόγλου

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook