Άνθρωποι, πόσοι άνθρωποι περνούσαν από το δρόμο τους… Και ‘κείνη, ένα μικρό κορίτσι με ξανθές μπούκλες και μια κούκλα να κρατά από το χέρι, τους παρατηρούσε καθισμένη στα πέτρινα σκαλιά της εξώπορτας. Ένα παιδί που έπαιζε έξω από την πόρτα του σπιτιού του θα ‘βλεπαν όλοι. Όμως εκείνη περίμενε. Κάποια γυναίκα που θα την έπαιρνε από το χέρι και θα της έλεγε “Εγώ είμαι, η μαμά. Συγνώμη που σε άφησα να περιμένεις τόσο καιρό”.

Άνθρωποι, πόσοι άνθρωποι περνούσαν από τη ζωή της… “Πολύ πίνεις!”, “Πολύ καπνίζεις!”. Και ‘κείνη, δίχως καμιά απάντηση ποτέ, γυρνούσε το ποτήρι στα δάχτυλά της. Όλοι και όλα της ήταν αδιάφορα. Δεν περίμενε τίποτα και κανέναν πια.

Ένα κορίτσι με ξανθές μπούκλες καθισμένο στα σκαλιά. Κι’ ένας πατέρας να ανοίγει την εξώπορτα αγριεμένος και να την σέρνει μέσα απ’ τον γιακά. Κι’ ύστερα, βγάζοντας τη ζώνη, να ουρλιάζει “Δεν σου ‘πα να μην βγαίνεις εκεί έξω; Πότε θα μάθεις να μ’ ακούς;”. Και πόνος, πολύς πόνος, να αφήνει χαρακιές σε κορμί και ψυχή.

Μια γυναίκα καθισμένη στο πάτωμα, με ένα άδειο μπουκάλι από κρασί στα πόδια της και ένα ξυράφι στο χέρι, να κάνει χαρακιές στα μπράτσα. Να βρει μια έξοδο ο πόνος μέσα απ’ τη σκισμένη σάρκα. Να πάψει να νιώθει.

Το κορίτσι προσπαθεί να ουρλιάξει, μα το στόμα κλειστό. Οι ξανθές μπούκλες ματώνουν. Εκείνος την τραβάει στο κρεβάτι. Το αίμα ανακατώνεται με βρώμικο ιδρώτα. Τα ρουθούνια της γεμίζουν αλκοόλ. Το κορμί τρυπάει. Το άγριο βογγητό του στ’ αυτιά της, γίνεται βουητό μέσα στο κεφάλι της. Όλα γυρίζουν. Θέλει να κάνει εμετό. Σφίγγει δυνατά το χέρι της κούκλας. “Καλέ μου Θεούλη, βοήθησέ με. Πού είσαι; Εγώ σ’ αγαπάω. Σε παρακαλώ! Θα κάνω κάθε μέρα την προσευχή μου, θα είμαι καλό παιδάκι! Συγνώμη, Θεούλη μου, αν σε στενοχώρησα, βοήθησέ με!”.

Η γυναίκα πέφτει ιδρωμένη στο κρεβάτι, με γυρισμένη την πλάτη. Εκείνος της χαϊδεύει το γυμνό κορμί. “Ήταν υπέροχα! Ξέρεις…, μου αρέσεις πολύ”. “Θεέ μου, κάν’ τον να σκάσει!”. “Γιατί δε μου μιλάς;” Σηκώνεται απότομα και φοράει τα ρούχα της. “Θα σε ξαναδώ;”. Δίχως να γυρίσει, με τα κορδόνια των παπουτσιών της ακόμα λυτά, κλείνει δυνατά την πόρτα πίσω της.

Το κορίτσι, καθισμένο στο κρύο μάρμαρο, χτενίζει την κούκλα της σιγοτραγουδώντας. Η εξώπορτα χτυπά δυνατά. Η καρδιά χτυπά δυνατά. Τον ακούει που ανεβαίνει τρεκλίζοντας τις σκάλες. Φωνάζει το όνομά της. Σηκώνεται και πισωπατά. Τρέχει στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο και χώνεται κάτω από το κρεβάτι. Σφίγγει την κούκλα πάνω της. “Μη φοβάσαι. Εγώ είμαι εδώ!”. Τα βήματα πλησιάζουν βαριά Τα δάκρυα καίνε τα μάτια κι’ ύστερα όλα θολώνουν.

Η γυναίκα κλείνει τη βρύση και πετάει τα ρούχα της. Το άδειο μπουκάλι δίπλα στη μπανιέρα, πέφτει στο πλακάκι και σπάει. Ξαπλώνει μέσα στο ζεστό νερό. Το κεφάλι της βουίζει. Μέσα στο βουητό, ακούει το όνομά της, παραμορφωμένο, σαν βρυχηθμό άγριου ζώου. Ακούει τα βήματά του. Την ψάχνει, τη μυρίζει. Ένα μικρό κορίτσι με ξανθές μπούκλες, κουλουριάζεται πάνω στο σώμα της. Τη σφίγγει με τα χέρια στο στήθος της. “Μη φοβάσαι. Εγώ είμαι εδώ!”. Βυθίζεται αργά. Τα βήματα δεν ακούγονται πια. Τα δάκρυα γίνονται ένα με το νερό. Κι’ ύστερα όλα θολώνουν.
Σκοτάδι.