‘Εγκωσα
‘Εγκωσα είπε και έκλεισε την πόρτα.
Την χτύπησε δυνατά λες και ήθελε να την καρφώσει στο κάσωμα να μην ξανανοίξει.
Και έφυγε μακριά, όχι πολύ μακριά, αλλά αρκετά ώστε να μπορέσει να ουρλιάξει από όσα έπνιγαν το μυαλό και την φωνή τόσο καιρό μέσα της.
Ήξερε πως έδινε πολλά, περισσότερα από όσα μπορούσε και όμως την έλεγε ανεπαρκή, την έλεγε βολεμένη. Και εκείνη μάζευε, μάζεψε όμως παρά πολλά και έσκασε.
Και ο κρότος της ήταν τόσο δυνατός που ίσως να έσπασε τα ποτήρια τα κρυστάλλινα που της πήρε προικιό ο μπαμπάς της για όταν βρει τον πρίγκιπα της.
Μα ο δικός της πρίγκιπας, ήταν βάτραχος.
Και δε το έβλεπε στην αρχή, τον δικαιολογούσε σε κάθε άσχημη συμπεριφορά του ότι είχε μια κακιά στιγμή, μια άσχημη μέρα. Όμως η στιγμή έγινε μέρα, η μέρα έγινε μέρες, οι μέρες έγιναν μήνες και όσο οι μήνες περνούσαν καταλάβαινε πλέον ότι δεν ήταν κακιά η στιγμή του, αλλά ανάποδος ο χαρακτήρας του.
Και πάλι τον δικαιολογούσε, γιατί έπρεπε να στηρίξει την επιλογή της, αφού την διεκδίκησε κάποτε με τέτοιο πάθος, δε μπορεί να ήταν τόσο λάθος.
Και έβλεπε δίπλα της ζευγάρια και ζήλευε, ο τρόπος που κοιτάζονταν, ο τρόπος που μιλούσαν μεταξύ τους, δεν είχε τίποτα κοντινό στον δικό τους τρόπο.
Δεν ήταν όμως κάποια που δεν είχε ζήσει την αγάπη, ήξερε πως έμοιαζε η αγάπη, πως μύριζε η αγάπη και αυτό δεν ήταν αγάπη.
Έμοιαζε πια με μια θηλιά, που την έπνιγε κάθε μέρα.
Και τότε έγκωσε, ξέσπασε, ούρλιαξε.
Δε χρειάστηκε καν να ανοίξει τα χείλη της να ουρλιάξει, απλά έκλεισε την πόρτα της, την πόρτα που άνοιξε για να μπει ο πρίγκιπας μέσα, αλλά εκείνος επέλεξε να είναι βάτραχος.
Και ήταν τόσο άδικο, γιατί ήξερε, όταν την γνώρισε ήξερε πόσο είχε πονέσει από δήθεν πρίγκιπες.
Ίσως τελικά να μην ήταν αυτή η ανεπαρκής σε αυτή την σχέση, αλλά αυτός λίγος.
Γι’ αυτό κι εσύ που έγκωσες, φύγε, ναι φύγε γιατί όσο δε φεύγεις, ασπρίζουν τα μαλλιά σου και φεύγει η ζωή σου.
Μη μείνεις εδώ, όπως έμεινα εγώ που δε μπόρεσα να φωνάξω έγκωσα……
Κυρίως μη μείνεις κάπου που πνίγεσαι γιατί πως θα συνεχίσεις να ζεις, πώς θα συνεχίσεις να υπάρχεις, πώς θα, τί θα, γιατί θα…
Κάθε πρωί που θα ξυπνάς θα φεύγει αυτή η βαρυγκομαχιά και θα νιώθεις την θηλιά σου να ανοίγει και θα αναπνέεις ξανά και ξανά περισσότερο και πιο δυνατά, περισσότερο και πιο ανακουφισμένα.
Και η ζωή έχει μια μαγκιά, σου δίνει χρόνο να ξεχνάς αυτά που σε πληγώσαν και να προχωράς κάθε μέρα με ψηλά το κεφάλι..
Έγκωσα λοιπόν και έφυγα, πέταξα το αντικλείδι και ανέπνευσα ξανά, πήρα τις ανάσες μου πίσω και είναι όλες δικές μου.
Μόνο δικές μου.

 

Ε.