“Δεν είναι όμορφη;”, με ρώτησε ο άντρας μου και τα μάτια του έλαμπαν από ευτυχία. Ένευσα καταφατικά, δεν ήμουν ικανή να πω πολλά. Ήταν το πρώτο μας παιδάκι. Το δέος και ο ενθουσιασμός που νιώθαμε ήταν πέρα από λέξεις. Ήθελα να κλάψω.
“Νομίζω πως θα κλάψω”, άκουσα τον άντρα μου να λέει.”Εμείς το φτιάξαμε αυτό; Εμείς το δημιουργήσαμε;”
“Ναι, καλέ μου”, του απάντησα. Πήρα το χέρι του και το κράτησα σφιχτά. Ήταν ο άντρας που είχα ερωτευτεί. Ήταν εκείνος που με είχε συνεπάρει, με είχε ενθουσιάσει, με έκανε να γελάω, μπορούσα να τον εμπιστευτώ. Και σ’ εκείνον με είχε παραδώσει ο μπαμπάς μου στα σκαλιά της εκκλησίας.
Και τώρα αυτό. Αυτό το θαύμα που φτιάξαμε μαζί. Είχαμε αποφασίσει ότι θέλαμε να μεγαλώσει η οικογένειά μας. Οι γονείς μας βεβαίως είχαν παίξει κι εκείνοι το ρόλο τους, ήθελαν να γίνουν παππούδες. Ξαφνικά άρχισα να γελάω και ο άντρας μου με κοίταξε με ανασηκωμένο το φρύδι.
“Τι;”
“Σκεφτόμουνα ότι έρχεται μια στιγμή που ένας πατέρας επιμένει να “το κάνει” η κόρη του”, είπα κάνοντας στον αέρα σχέδια με τα χέρια μου. “Μόνο και μόνο για να τον κάνει παππού.”
“Οι άλλοι πατεράδες, μπορεί. Εγώ ποτέ δε θα το κάνω. Κοίτα την… Μπα, στο σπίτι θα την κλείσω”, αποφάσισε και μου έκλεισε το μάτι.
“Ξέρεις, υπάρχει ένα τραγούδι που λέγεται “εγώ την αγάπησα πρώτος”. Θα γίνεις ένας απ΄ αυτούς τους μπαμπάδες που το τραγουδάνε στους γαμπρούς τους;”
“Κοίτα, αγάπη μου. Εννοείται ότι εγώ την αγάπησα πρώτος. Αλλά ίσως, λέω ίσως, πριν ν’ αρχίσουμε να ψάχνουμε για νυφικά, να πάει πρώτα σχολείο; Πώς σου φαίνεται;”
“Υπέροχο”, είπα αλλά μετά το ξανασκέφτηκα. “Και πριν να αρχίσουμε να ψάχνουμε την τήβεννο για την αποφοίτηση, μήπως να της δώσουμε μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία;”
Σταματήσαμε να λέμε χαζομάρες για λίγο και την ξανακοιτάξαμε χωρίς να μιλάμε. Το μικρό της κεφαλάκι, τα μικρούτσικα χεράκια και ποδαράκια, το μικροσκοπικό σωματάκι. Αυτό το μικρό πλασματάκι που είχε δημιουργηθεί από την αγάπη μας, ήταν ο θησαυρός μας. Η λέξη αγάπη μάλλον δεν ήταν αρκετή για να περιγράψει τα συναισθήματά μας. Ήταν κάτι περισσότερο από αυτό.
Όταν μου ξαναμίλησε, είδα πως τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. “Θα είναι ο κόσμος μας ολόκληρος. Θα την αγαπάμε σαν να μην υπάρχει αύριο. Θα της τραγουδάω νανουρίσματα. Θα την ταΐζω, και θα την αλλάζω και θα την έχω συνέχεια αγκαλιά.”
“Θα πηγαίνεις για ψώνια και θα φέρνεις πάνες και μωρομάντιλα και γάλα”, τον πείραξα.
“Ναι, μόλις σταματήσεις να είσαι ο προσωπικός της γαλατάς”, μου ανταπάντησε εκείνος και γελάσαμε. Συνέχισε να ονειροπολεί καθώς την κοιτούσε.
“Θα την πηγαίνω βόλτες με το καρότσι. Θα της δείξω τη γειτονιά, τι λέω, ολόκληρη την πόλη αν χρειαστεί. Θα την πάω στο πάρκο, θα της δείξω την παραλία. Θα μάθουμε να κολυμπάμε, να χορεύουμε, να τραγουδάμε. Θα πάρουμε κι ένα σκυλάκι, αν το θέλει, και θα της μάθω να το φροντίζει και να το αγαπάει. Θα φτιάχνουμε χιονάνθρωπο το χειμώνα, θα δούμε τον άγιο Βασίλη
“Θα μάθουμε τα ονόματα των λουλουδιών”, συνέχισα, “και των ζώων, και των ψαριών. Θα πηγαίνουμε στη θάλασσα. Θα την πάω στη βιβλιοθήκη, να μάθει να διαλέγει βιβλία. Θα μάθουμε να μοιραζόμαστε, να δίνουμε, να αγαπάμε. Θα γελάμε. Θα την αγαπάω και θα τη λατρεύω.”
Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και η χαμογελαστή γιατρός μου μας κοίταξε. Έδωσε στον άντρα μου μια εκτυπωμένη φωτογραφία από την οθόνη του υπερήχου που κοιτούσαμε τόσην ώρα.
“Πάμε”, μας είπε. “Η κόρη σας είναι έτοιμη να έρθει στον κόσμο, σήμερα. Θα γίνετε γονείς.”
Τα χαμόγελά μας φώτισαν το δωμάτιο.