Εκδίκηση

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Αρετή είχε ταλέντο στο σχέδιο και το είχε καταλάβει από μικρή, από τότε που θυμόταν τον εαυτό της σχεδίαζε ρούχα για τις κούκλες της και γέμιζε μπλοκ ολόκληρα με ευφάνταστες δημιουργίες και κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί έστηνε φανταστικές επιδείξεις μόδας. Σαν παιδί οικογένειας βιοπαλαιστών με άλλα τρία αδέλφια που καθημερινά έδιναν αγώνα​ να αντεπεξέλθουν στα συνεχώς αυξανόμενα έξοδα, ήταν αδύνατον να ζητήσει να πάει στην ιδιωτική σχολή σχεδίου μόδας που χρόνια ονειρευόταν. Το καλοκαίρι μόλις ξεκινούσε είχε περάσει σε ένα ΤΕΙ νοσηλευτικής και το Σεπτέμβρη θα έπρεπε να ξεκινήσει εκεί​ τα μαθήματα. Η μόνη που γνώριζε το όνειρο της ήταν η καλύτερη της φίλη που της έλεγε να μην το βάλει κάτω και να το κυνηγήσει γιατί είχε αντιληφθεί το ταλέντο της και αν η ίδια της έδινε την άδεια και δεν ντρεπόταν τόσο πολύ θα τα έδειχνε στους σωστούς ανθρώπους. Η Λίζα ήταν μαμούνι και πολύ κοινωνική από μικρή δούλευε σε καφετέριες και μπαράκια μετά το σχολείο και ήξερε τους σωστούς ανθρώπους στις σωστές θέσεις.

Αφού δεν θες να ανέβεις με τις γνωριμίες μου ήρθε η ώρα να ανασκουμπωθείς να βρεις τα χρήματα για την σχολή, μου έχουν κάνει πρόταση για ένα beach bar στην Πάρο και θα έρθεις μαζί μου για δουλειά τέλος.
-Είσαι τρελή; Τι δουλειά μπορώ να κάνω εγώ σε μπαρ παραλίας; Εγώ δεν πάω για μπάνιο ούτε μέχρι την Λούτσα και θα βρεθώ σε νησί; Ξέρεις το κόμπλεξ μου με τα κιλά μου, πως θα δουλέψω με κελεμπία;

Όσο και να προσπαθούσε η Λίζα τόσα χρόνια να την πείσει ότι είναι όμορφη και τα λίγα παραπάνω κιλά της δεν ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα γιατί εύκολα μπορούσε να τα χάσει, η Αρετή ήταν ανασφαλής και με άσχημη εικόνα για τον εαυτό της από πολύ μικρή. Στο σχολείο ήταν πάντα το παχουλό κορίτσι που κάνεις δεν ήθελε στην παρέα και όλοι την έδιωχναν και αυτό την έκανε να κλειστεί περισσότερο στον εαυτό της και αν δεν είχε βρεθεί σε μια άσχημη στιγμή η Λίζα να μπει μπροστά και να την υπερασπιστεί την ώρα που ένα αγόρι της πετούσε φαγητό, προφανώς θα τελείωνε το σχολείο ολομόναχη. Με την Λίζα από εκείνη την ημέρα έγιναν φίλες και μέχρι και σήμερα ήταν αχώριστες.

Χωρίς να έχει καταλάβει και πολλά και σχεδόν σούρνοντας βρέθηκε μέσα σε ένα πλοίο και λίγες ώρες αργότερα σε ένα νησί. Η Λίζα θα ήταν σερβιτόρα και η Αρετή θα δούλευε πίσω στην κουζίνα, το γεγονός ότι θα ήταν κλεισμένη σε ένα χώρο που δεν θα την έβλεπε πολύς κόσμος ήταν αυτό που τελικά την έκανε να δεχτεί την πρόταση της φίλης της. Όλοι όσοι θα εργάζονταν στο beach bar εκείνη τη σεζόν είχαν συνάντηση το επόμενο πρωί. 20 άτομα θα πλαισίωναν το προσωπικό στα δύο κεντρικά μπάρ, στις ξαπλώστρες της παραλίας , στην κουζίνα, στο σέρβις και στο καθαρισμό του χώρου. Η Αρετή άκουγε με προσοχή τον ιδιοκτήτη που μοίραζε τις αρμοδιότητες και τους εξηγούσε τι έπρεπε να κάνει ο καθένας και αρχικά δεν τον​ πρόσεξε που μπήκε. Και τότε τον είδε ήταν ότι πιο όμορφο είχε δει ποτέ στην ζωή της, ψηλός γυμνασμένος με ένα σταράτο δέρμα, μελαχρινός με φωτεινά πράσινα μάτια και ένα υπέροχο χαμόγελο με ολόλευκη τέλεια οδοντοστοιχία. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του κάτι που αντιλήφθηκε αμέσως η Λίζα. Μπήκε και γέμισε ο χώρος και το ύφος του έλεγε ότι το μέρος του ανήκε και όλοι σχεδόν υποτάχτηκαν στην υπεροχή του. Το όνομα του ήταν Μάνος ήταν 26 χρόνων και θα ήταν ο κεντρικός μπάρμαν του μαγαζιού. Τον χειμώνα δούλευε σε μεγάλα clubs και έκανε και λίγο μόντελινγκ όταν του το επέτρεπε ο χρόνος από το γυμναστήριο και τα κρεβάτια των γυναικών που άνοιγαν διάπλατα τις πόρτες του να τον υποδεχτούν.

Στο τέλος όλο το προσωπικό έγινε μια παρέα και συστήθηκαν μεταξύ τους που όμως όσο και αν προσπάθησε η Αρετή να αποσπάσει ένα βλέμμα του έστω και για την απαραίτητη σύσταση, δεν τα κατάφερε. Αρκέστηκε στο να μιλήσει στην μαγείρισσα στην καθαρίστρια και στα δύο παιδιά που θα μαζεύουν τα ποτήρια εξάλλου με αυτούς θα είχε καθημερινή επαφή όλη τη σεζόν. Το μαγαζί άρχισε να λειτουργεί κανονικά και αν και τέλη Ιουνίου η δουλειά ήταν αρκετή. Έμαθε γρήγορα τα καθήκοντα της και κατάλαβε ότι τους δύο επόμενους μήνες δεν θα έπαιρνε ανάσα. Στα λιγοστά κενά της ημέρας έβγαινε και τον χάζευε να κινείται με την άνεση επαγγελματία να φτιάχνει τα ποτά και να σκορπάει χαμόγελα σε όλο τον γυναικείο πληθυσμό και αυτές να συνωστίζονται για μια θέση στην μπάρα του. Εκεί που τον απολάμβανε πραγματικά και την έκανε να καίγεται ήταν όταν ανέβαινε στην μπάρα με την προτροπή κάποιας αιθέριας ύπαρξης και λικνίζονταν στους ρυθμούς της μουσικής. Η Λίζα που παρατηρούσε την φίλη της να λιώνει για έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση προσπαθούσε να την αποτρέψει αν και η ίδια δεν το παραδεχόταν ότι ήταν ερωτευμένη αλλά μόνο ότι απλά της άρεσε.

Κάποια στιγμή χρειάστηκαν ποτήρια στο μπαρ του Μάνου και η μόνη που ήταν διαθέσιμη για να τα πάει ήταν εκείνη. Πήρε το τελάρο με τα ποτήρια και στάθηκε ακίνητη μπροστά του με το μυαλό της μουδιασμένο χωρίς να μπορεί να εκτελέσει καμία εντολή. Ο ίδιος την κοίταζε με ένα άγριο βλέμμα και έβλεπε το στόμα του να ανοιγοκλείνει χωρίς όμως να ακούει κάποιο ήχο.
Είσαι τελείως ούφο; Θα αφήσεις επιτέλους τα ποτήρια να τα πάρω; Ο κόσμος περιμένει τα ποτά του, ε ρε κάτι χαζά πλάσματα που κυκλοφορούν και μάλιστα με τέτοια εμφάνιση δεν φτάνει που είσαι άσχημη και χοντρή είσαι και ηλίθια.
Οι τελευταίες λέξεις σαν να χτύπησαν συναγερμό στο μυαλό της και αμέσως συνήλθε. Τα χέρια της άφησαν το τελάρο με τα ποτήρια και χιλιάδες κομμάτια γυαλιά σκόρπισαν στο πάτωμα μαζί με τα κομμάτια της καρδιάς της. Ρε που το βρήκατε αυτό το ζωντόβολο; Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω της και αν η Λίζα δεν έτρεχε για να την απομακρύνει θα είχε σωριαστεί λιπόθυμη μπροστά σε όλους.

Μετά από αυτό το σκηνικό η Αρετή ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί και αν ο στόχος της δεν ήταν τόσο ισχυρός θα έβγαζε εισιτήριο επιστροφής την ίδια μέρα. Βοήθησε και η Λίζα στο να συνέλθει και της είπε να το ξεχάσει το γεγονός και να μην δίνει σημασία γιατί το συγκεκριμένο είδος αντρών είναι ότι χειρότερο έχει να επιδείξει το ανθρώπινο είδος. Εγωκεντρικοί, ψωνισμένοι και ασήμαντοι. Το μόνο που έχουν να επιδείξουν είναι οι καλογυμνασμένοι μύες τους και τίποτα άλλο. Μετράνε την αξία των ανθρώπων με το χρήμα την εξωτερική τους εμφάνιση και με το κοινωνικό τους στάτους. Όλοι αυτοί έχουν ημερομηνία λήξης και όταν περάσει η μπογιά τους και τα μπράτσα ξεφουσκώσουν θα μείνουν να αναπολούν το ένδοξο παρελθόν τους.

Όσο κι αν ήξερε ότι η φίλη της είχε δίκιο και το μυαλό της τον μίσησε, η καρδιά της δεν έλεγε να τον ξεχάσει. Κλείστηκε στην κουζίνα της και δούλευε ασταμάτητα αναλαμβάνοντας κι άλλες αρμοδιότητες γεγονός που έκανε το αφεντικό της να το εκτιμήσει και να της ανεβάσει τον μισθό της. Οι μέρες περνούσαν με την ίδια ρουτίνα και όταν τελείωνε την βάρδια της καθόταν σε ένα ήσυχο καφέ δίπλα στην θάλασσα και σχεδίαζε. Τώρα πλέον είχε βρει την μούσα της που ήταν γένος αρσενικού και άρχισε να σχεδιάζει και αντρικά ρούχα. Το φθινόπωρο την βρήκε μαυρισμένη αρκετά αδυνατισμένη από την πολύωρη εργασία της στο μαγαζί και με αρκετά λεφτά στην τσέπη. Η εγγραφή στην σχολή που είχε ονειρευτεί ήταν πλέον γεγονός και με αρκετά ανεβασμένη διάθεση την βρήκε να φοιτά εκεί. Με την Λίζα βρίσκονταν καθημερινά στο καφέ που δούλευε και ήταν περήφανη με την αλλαγή της φιλενάδας της. Η ίδια την είχε πείσει να αλλάξει την γκαρνταρόμπα της και το χρώμα των μαλλιών της και να φορέσει φακούς αντί για εκείνα τα ακαλαίσθητα γυαλιά. Στο σχεδιασμό τα πήγαινε περίφημα και ήδη είχε αρχίσει να φτιάχνει πατρόν, με μια ραπτομηχανή που απέκτησε από τις οικονομίες της, άρχισε να ράβει και κάποια από τα ρούχα που δημιουργούσε με αποτέλεσμα πολλές φορές να την ρωτάνε στον δρόμο από που τα αγόρασε. Στην σχολή αναγνώρισαν το ταλέντο της και την δεύτερη χρονιά κέρδισε μια από τις τρεις υποτροφίες για τους καλύτερους σπουδαστές. Η Λίζα άρχισε να φοράει και αυτή δημιουργίες της Αρετής και στο καφέ που δούλευε την πλησίασε μια μέρα ένας γνωστός σχεδιαστής και ρώτησε πληροφορίες για το υπέροχο φόρεμα που φορούσε εκείνη την ημέρα. Η Λίζα του είπε τα πάντα για την Αρετή και ο ίδιος τα ζήτησε να πάει να τον βρει στο ατελιέ του και ότι υπήρχε μια θέση για αυτήν.

Μέσα σε τρία χρόνια η Αρετή είχε γίνει το δεξί χέρι του σχεδιαστή είχε βελτιώσει την εικόνα της σε βαθμό που με δυσκολία να την αναγνώριζε ακόμα και δικός της άνθρωπος. Είχε πολλά φλερτ με αρκετά ωραίους άντρες και η ερωτική της ζωή είχε πάρει κυριολεκτικά φωτιά. Η φίλη της την καμάρωνε και χαιρόταν με την εξέλιξη της καθώς είχε συντελέσει και η ίδια γι’ αυτή την αλλαγή και ένιωθε περήφανη.

Το καλοκαίρι θα γινόταν μια επίδειξη μόδας νέων σχεδιαστών και το αφεντικό της την παρότρυνε να πάρει μέρος γιατί πίστευε πολύ σε αυτήν και ήταν σίγουρος για την επιτυχία της. Η Αρετή αποφάσισε να βγάλει από το συρτάρι της τα αντρικά σχέδια που είχε δημιουργήσει εκείνο το καλοκαίρι στην Πάρο και να τα παρουσιάσει για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό. Κάτι σκίρτησε μέσα της και στο μυαλό της ήρθε η μορφή του που ακόμα την βασάνιζε απλά τον είχε τοποθετήσει σε μια μικρή μεριά του μυαλού της και πίστευε ότι ποτέ δεν θα έβγαινε στην επιφάνεια. Όταν έδειξε τα σχέδια στο αφεντικό της αυτός ξετρελάθηκε και ρίχτηκαν απ ευθείας στην δουλειά για να προλάβουν τους χρόνους και να είναι καθόλα έτοιμοι στην επίδειξη.

Ένα μήνα πριν το μεγάλο γεγονός είχαν το κάστινγκ στο ατελιέ τους και ανάμεσα στα υποψήφια μοντέλα ήταν και Αυτός​. Ήταν ακόμα όμορφος και ας πλησίαζε τα 30 αλλά μπροστά στα πιο νέα μοντέλα μπορούσες να καταλάβεις ότι δεν είχε την ίδια αίγλη που είχε παλιότερα. Λίγο αμήχανος και όχι πια τόσο σίγουρος για τον εαυτό του έβαλε μια από τις δημιουργίες της Αρετής και έκανε ένα πέρασμα μπροστά της. Εκείνη μόρφασε και έδειχνε να δυσανασχετεί με την παρουσίαση του, γεγονός που τον έκανε να νιώσει ακόμα πιο άβολα. Μέσα της ήθελε να φωνάξει ότι είναι πιο τέλειος από ότι είχε φανταστεί αφού το συγκεκριμένο ρούχο ήταν εμπνευσμένο από τον ίδιο και να που τώρα εδώ μπροστά της της το παρουσίαζε. Το κάστινγκ τέλειωσε και τους είπαν ότι θα ειδοποιηθούν τα άτομα που θα επιλέξουν.

Το ίδιο βράδυ είχε τόσο καλή διάθεση που τον είδε έξω από τα νερά του που είχε διάθεση να βγει. Φόρεσε ένα δικό της μαύρο φόρεμα με ένα βαθύ άνοιγμα στην πλάτη που αναδείκνυε την υπέροχη πλέον σιλουέτα της. Μαζί με την Λίζα μπήκαν στο κατάμεστο club από την πόρτα των επισήμων χωρίς να περιμένουν λεπτό. Με την άκρη του ματιού της είδε τον Μάνο να σπρώχνεται με τον πολύ κόσμο που περίμεναν υπομονετικά μέχρι ο πορτιέρης αφήσει να περάσουν κάποιοι. Ο ξιπασμός του και η απαξίωση που έδειχνε στους γύρω του τον είχαν κάνει αντιπαθή σε μεγάλη μερίδα ανθρώπων και έχανε την μία δουλειά μετά την άλλη οι γυναίκες δεν τον πλησίαζαν όπως παλιά και μόνο κάτι μεγαλοκυρίες έδειχναν να απολαμβάνουν την παρέα του και υπήρχε και η φήμη ότι τους πουλούσε τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής.

Μέσα στο μαγαζί η Αρετή κέρδιζε τα περισσότερα βλέμματα των αντρών και τα ποτά επέστρεφαν με ευγένεια στον αποστολέα τους κάθε φορά που ο σερβιτόρος την πλησίαζε με ένα καινούργιο κέρασμα από κάποιον θαυμαστή της. Η Λίζα ρώτησε να μάθει τον λόγο της τόσο καλής της διάθεση και όταν της είπε όλα όσα έγιναν στην διάρκεια της ημέρας γέλασε με την ψυχή της. Κάποια στιγμή στη διάρκεια της νύχτας ο Μάνος την εντόπισε αλλά δεν κατάλαβε ότι ήταν η ίδια κοπέλα που είδε το πρωί στο ατελιέ που πάνω στην φούρια της δουλειάς δεν είχε επιμεληθεί και πολύ την εμφάνιση της με τα μαλλιά της μαζεμένα τα κομψά της γυαλιά και τις καρφίτσες στο στόμα δεν θύμιζε με τίποτα την πανέμορφη γυναίκα που έστεκε μπροστά του. Πιο θαρραλέος από τους υπόλοιπους άντρες που την πολιορκούσαν και με μια δόση έπαρσης που ακόμα τον ακολουθούσε, της πρόσφερε ο ίδιος ένα ποτήρι σαμπάνια.Εκείνη πήγε να πιάσει το ποτήρι αλλά τελευταία στιγμή τράβηξε το χέρι της επίτηδες και το ποτήρι έσπασε μπροστά στα πόδια της με αποτέλεσμα να την λερώσει.
-Μα καλά πόσο βλάκας είσαι; Με έκανες χάλια είναι δυνατόν να είσαι τόσο άχρηστος; Έτσι πλησιάζεις τις γυναίκες εσύ με το να τις λερώνεις;
Ο κόσμος γύρω που είδε το σκηνικό και άρχισε να γελά και σύντομα είχε γίνει γνωστό στο μεγαλύτερο μέρος του μαγαζιού. Ο Μάνος έφυγε ντροπιασμένος και στην προσπάθεια του να φύγει γρήγορα έπεσε πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι γεμάτο ποτά χάνοντας την ισορροπία του και ένα κατάμεστο μαγαζί να τον δείχνει και να γελάει μαζί του. Μετά από αυτό έκανε μέρες να κάνει την εμφάνιση του σε κάποιο γνωστό club και το τελειωτικό χτύπημα ήταν όταν η ίδια η Αρετή τον πήρε για να τον ενημερώσει ότι δεν θα τον χρειαστούν στην επίδειξη γιατί κατά την γνώμη της έχει μεγαλώσει για την δουλειά του μοντέλου και αν ήθελε την γνώμη της καλύτερα να έψαχνε άλλο αντικείμενο εργασίας.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Ιωάννα Puccarina Damaliti
Obon

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook