Εξομολόγηση

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

 

Σουρουπώνει. Μπλέκει τα δάχτυλά του στα μαλλιά της. Άτιμες εμμονές…
Κι όμως, αυτό ήταν. Παίρνει βαθιά ανάσα και του ανοίγει την καρδιά της.

Κράτησέ με!
Σφίξε μου το χέρι σαν να κρατάς μέσα του άγιο φυλαχτό. Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που του ζητώ κάτι τέτοιο. Ο πρώτος άνθρωπος που το έκανε χωρίς να του το ζητήσω, έγινε μνήμες κι αντικρίζει το Τώρα μου μακριά από τα «μάλλον», τα «ίσως», ή τα «πρέπει» του κόσμου. Ίσως σου συμβεί κι εσένα στο μέλλον, ίσως – ποιός ξέρει θέ μου στο εύχομαι- να σφίξεις κι εσύ το χέρι μιας νέας ζωής, να την πας ως εκεί που δεν πάει, χωρίς να στο ζητήσει.

Κουράστηκα να σέρνομαι στο μαύρο!

Συγχώρεσέ με, όχι, δεν το σκέφτηκα. Δε σε ειδοποίησε κανείς, μα κλείστηκα στη στενωπό πολύ νωρίς. Ράγισαν οι αυταπάτες μου, τσακίστηκε η αξιοπρέπειά μου. Δεν μ’ απόμεινε τίποτα περισσότερο από τη δύναμη να σε θέλω.
Αφημένη καιρό σε έναν κόσμο που δε με χώρεσε ποτέ, δεν έμαθα τίποτα περισσότερο από το να κάνω τους φόβους κομπόδεμα. Δεν έμαθα τίποτα παραπάνω από το να τρομάζω με κρότους που δε σταματούν ποτέ. Κι όταν ο κρότος σου τρυπάει το μυαλό δίχως τέλος, ποια θα ‘ταν άραγε η λύση αν όχι το τέλος;
Μεγάλωσα για να πληρώνω αβάσταχτο χρέος την ελευθερία που δεν απόκτησα ποτέ, με υποθήκη τους βραδινούς μου εφιάλτες. Εφιάλτες που σκλαβώνουν, εφιάλτες που σου πνίγουν και την τελευταία ανάσα…
Πλάι σου, να ξέρεις, χάνει τη φρίκη του κι ο χειρότερος εφιάλτης. Μαζί σου -μάθε κι αυτό- οι εφιάλτες, γίνονται ένα μηδενικό, χαμένο στο άπειρο.

Συνηθίσαμε χωρίς φτερά κι όταν τα θελήσαμε μύριζε καμένο.
Αρνηθήκαμε την ανάγκη μας για συντροφιά κι αποτραβήχτηκαν όλοι στην αγκαλιά του ανάλγητου Εγώ τους. Μα όλοι…

Και τώρα χωρίς αγκαλιά πως θα αντέξουμε;
Γυρίζοντας να κοιτάξω, είδα ότι ψέματα μου ‘λεγαν πως γεννήθηκα χωρίς αγκαλιά. Αυτή η αγκαλιά θα ήταν μια λύση, όταν η φουσκοθαλασσιά πλημμυρίσει και το τελευταίο απολειφάδι αποκοτιάς των ανθρώπου. Τα φτερά και μια αγκαλιά μόνο θα μας σώσουν, αν καούν οι κόποι, μαζί με τις στάχτες τους.

Εσύ όμως σκοτώνεις το σκοτάδι κι αν θες, με ένα σου χαμόγελο ξεχνώ τί πέρασα. Κι οι παλιοί, ξεχασμένοι πόνοι, αφήνουν το μούδιασμα της μάχης στο νου, μαρτυρώντας σου ψιθυριστά την ήττα. Κι οι νικημένοι εφιάλτες, σκουριασμένοι από την αχρηστία πέφτουν, λευτερώνοντας τους ώμους μου.
Όσο για τη μοναξιά; Αυτή είναι που με βάραινε περισσότερο. Κι είχα τόσο καιρό να περπατήσω με τους ώμους ανάλαφρους…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook