Γεια σας. Βλέπω που γράφετε εδώ σ’ αυτήν την ωραία σελίδα και σας χαίρομαι. Σας ζήλεψα και λίγο που λέτε ότι σας βαραίνει, σας διαβάζω κάθε μέρα. Δεν είμαι συγγραφέας, δεν είμαι και πολύ γραμματιζούμενη, ένα γυμνάσιο έχω τελειώσει μόνο – το παλιό εξατάξιο αν έχετε ακουστά. Δεν είμαι νεαρή ε; Την επιείκεια σας!

Το καλοκαίρι λοιπόν της 3ης Γυμνασίου, πήγα να δουλέψω στο σπίτι της νόνας μου. Επρόκειτο για μια ευκατάστατη κυρία, ήταν η αρχόντισσα της πόλης μας και οι γονείς μου δούλευαν στα κτήματα της. Τα καλοκαίρια λοιπόν που δεν είχα σχολείο πήγαινα και γω στο σπίτι της και έμενα και βοηθούσα στις δουλειές ως παρακόρη. Με πρόσεχαν, καλοπερνούσα μη πω ψέμματα – βοηθούσα λίγο στο μαγείρεμα, λίγο στο συμμάζεμα, μα περισσότερο έκανα παρέα στην αρχόντισσα.

Εκείνο το καλοκαίρι ήρθε για διακοπές στα μέρη μας και ο ανηψιός της. Έμεινε στο σπίτι της θειας του, πήγαινε για μπάνιο, έβγαινε με τους φίλους του, διασκέδαζε. Η αρχόντισσα δεν είχε παιδιά, τον αγαπούσε και αυτός την καλόπιανε για να την κληρονομήσει.

Εμένα δε μ’ένοιαζε, ένιωθα και ήμουν ακόμα παιδούλα. Τον ντρεπόμουν και λίγο, κατέβαζα τα μάτια μου όταν με εκοίταζε. 30 χρονών ήταν αυτός τότε.

Ένα βράδυ γύρισε πιωμένος στο σπίτι, μόλις είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου όταν μπήκε στην κάμαρη μου. Ούτε που κατάλαβα πολλά, μέχρι να πάρω χαμπάρι τι πάει να κάνει, μου είχε κλείσει το στόμα και μου έλεγε ‘άμα το μάθει η νόνα σου, θα σε διώξει και θα διώξει και τους γονιούς σου από τα κτήματα’. Με πόνεσε πολύ. Μετά έφυγε. Πονούσε πολύ η κοιλιά μου μα φοβόμουν μη το μάθει κανείς και έτρεξα να πλύνω τα σεντόνια και να καθαρίσω το στρώμα γιατί το αίμα είχε ξεπεράσει, ποτάμι είχε τρέξει.

Αυτός έφυγε την άλλη μέρα και εγώ δεν είπα τίποτα σε κανένα, εκείνες τις μέρες τέτοιες κουβέντες τις έθαβες βαθιά μες στην ψυχή σου, άλλες εποχές, οι γονιοί δεν ήταν φίλοι να ακούσουν και να συντρέξουν τα παιδιά τους.

Μετά δεν είχα περίοδο. Δεν κατάλαβα αμέσως, πέρασαν 3-4 μήνες, άρχισε να σαλεύει, τότε το κατάλαβα.

Είπα να πηδήξω από το μπαλκόνι, μα λυπήθηκα τη μάνα μου που θα μ’ έβρισκε. Πήγα να πέσω από γκρεμνούς μα έκαμα πίσω, δεν βρήκα θάρρητα να κάνω δρασκελιά μπροστά.

Μετά έμαθα για μια γυναίκα, πέρα μακριά. Έπαιρνε πολλά λεφτά, μα τι να κάνω, πήρα ότι είχα από χρήματα και τον βαφτιστικό Σταυρό μου και πήγα σ’ αυτήν.

Μου έδωσε να πιω από ένα μπουκάλι ένα ζουμί και μετά ξάπλωσα σ’ ένα ντιβάνι και έκλεισα τα μάτια. Ένιωσα να με σουβλίζουν, δάγκωνα ένα πανί που μου έδωσε να μην ουρλιάζω. Μία ώρα κράτησε το μαρτύριο, λιγοθυμούσα ξαναξύπναγα, είχε έρθει και μια άλλη γριά, μαζί με ξετελέψανε. Νόμισα θα πεθάνω, θα τέλειωνε το αίμα από μέσα μου. Μα δεν πέθανα τελικά.

Γύρισα σπίτι μου αργά το βράδυ, οι γονείς μου με μαλώσανε, ο πατέρας μου έκαμε να με δείρει μα του λέει ο αδερφός μου ‘άστην άρρωστη είναι, δεν την εβλέπεις;’ Είπα δεν έχω τίποτα, φοβήθηκα μη φωνάξουνε γιατρό και τους πει πως πήγα και πέταξα το παιδί. Εκείνο το βράδυ κατέβασα όλες τις εικόνες της Παναγιάς και του Χριστού από το δωμάτιο μου και δεν ξανακοινώνησα από τότε. Ούτε είπα τίποτα ποτέ σε κανένα.

Αυτή ήταν η ιστορία που ήθελα να πω. Να την εβγάλω από μέσα μου.

 

Ελένη