Ένα κουτί η ζωή μου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μόλις είχα γυρίσει σπίτι από μια πολύ κουραστική ημέρα στην δουλειά, κυνηγώντας πάλι του κακούς. Θα ετοιμάσω κάτι να φάω, θα κάνω ένα ζεστό μπάνιο και μετά θα σωριαστώ στον καναπέ. Και έτσι έκανα.

Μετά από μία ώρα βρέθηκα, ξαπλωμένη και χουχουλιασμένη στον καναπέ μου. Είχε τόση ησυχία που μπορούσα να ακούσω την αναπνοή μου. Αυτή η ησυχία πάντα με τρόμαζε. Με έκανε να νιώθω πολύ μόνη. Αποφάσισα να σηκωθώ και να βάλω λίγη μουσική. Επιστρέφοντας στον καναπέ μου, η ματιά μου έπεσε πάνω σε ένα κουτί, ήταν στο τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης. Τι κουτί είναι αυτό; αναρωτήθηκα. Το πήρα και βολεύτηκα πάλι.

Αφού το άνοιξα, θυμήθηκα τι κουτί ήταν αυτό!! ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΜΟΥ, Η ΖΩΗ ΜΟΥ! Ότι είχα καταφέρει να μαζέψω όλα αυτά τα χρόνια που αφορούσε την ζωή μου… Αποκόμματα, άρθρα, φωτογραφίες, πιστοποιητικά γέννησης και θανάτου. Το δικό μου πιστοποιητικό γέννησης και θανάτου αλλά και των γονιών μου. Ο θάνατος της Καρίνα Βαλς και η γέννηση της Καρίνα Μπλουά. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΟΥ και Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΟΥ. Κάποιες από αυτές έπρεπε να τις ξεχάσω.

Εκείνο όμως που ξεχώριζε μέσα στο κουτί, ήταν μια φωτογραφία. Μια φωτογραφία πάθους. Μιας γυναίκας και ενός άνδρα. Αγγίζονται και φιλιούνται με τόσο πάθος που σε κάνει να ζηλεύεις και να φοβάσαι και να αναρωτιέσαι πώς να είναι άραγε να αισθάνεται κανείς έτσι. Στο πίσω μέρος της είχε μια αφιέρωση, «Σ΄ αγαπώ Καρίνα, δικός σου για πάντα, Μαξ.» Εγώ πάντως το είχα ζήσει, το είχα αισθανθεί. Αυτή ήταν μια από τις αναμνήσεις που έπρεπε να ξεχαστεί όμως δεν συνέβη, ποτέ!!

Ήμουν πέντε χρονών όταν μπήκα στο ίδρυμα « Παιδικό Όνειρο» (περισσότερο για «Παιδικό Εφιάλτη» έκανε). Ήμουν η μόνη επιζήσασα του αεροπορικού ατυχήματος που συνέβη στην ορεινή περιοχή της Νότιας Γαλλίας περί τα 100 χιλιόμετρα από τη Νίκαια. Εκεί όπου συνετρίβη το μοιραίο Airbus 320. Με περιμάζεψαν και καθότι κανείς δεν με αναζήτησε, η κοινωνική πρόνοια του γαλλικού κράτους με έστειλε σε αυτό το ίδρυμα.

Η καλύτερη περίοδο ή μάλλον η ΜΟΝΗ καλή περίοδος της ζωής μου στο ίδρυμα, ήταν δύο χρόνια μετά την εισαγωγή μου, που έφεραν τον Μαξ, ήταν δέκα χρονών. Με το που συναντήθηκαν τα βλέμματά μας, ένιωσα ένα φτερούγισμα στο στομάχι μου, δεν ήξερα τι ήταν αλλά ήταν πολύ ωραίο.

Ο Μαξ ήταν ένα αρκετά ψηλό και εύσωμο για την ηλικία του αγόρι, μελαχρινός με κάτι μαύρα διαπεραστικά μάτια. Ήταν ο πρώτος μου παιδικός έρωτας. Για ένα χρόνο περίπου το μόνο που κάναμε ήταν να ανταλλάσουμε ματιές και χαμόγελα. Μετά άρχισαν τα σημειώματα. Είχαμε βρει μια γωνία στο προαύλιο του ιδρύματος και αφήναμε τα σημειώματά μας, κάτω από μια πέτρα. Ο χώρος του ιδρύματος είχε παντού κάμερες. Με δυσκολία τις αποφεύγαμε. Δεν έπρεπε να μας πάρουν είδηση γιατί μας περίμενε η υπέρτατη τιμωρία, η βέργα!! Είτε στα χέρια είτε στην πλάτη!! Την ποινή την αποφάσιζε ο ιδιοκτήτης του ιδρύματος. O Στήβεν Χάιζενμπεργκ, «ο βασανιστής», έτσι τον φωνάζαμε. Είχαν ακουστεί και άλλα για τον «βασανιστή» μας.

Δεν μας ένοιαζε όμως. Συνεχίζαμε την ανταλλαγή μηνυμάτων και βλεμμάτων. Αυτός ήταν ο τρόπος που είχαμε βρει να επικοινωνούμε. Να «μιλάμε». Γράφαμε για τα όνειρά μας, για το τι θα κάναμε όταν θα φεύγαμε από αυτό το κολαστήριο. Κάποια στιγμή μάλιστα αποφασίσαμε ότι όταν θα βγούμε, θα μείνουμε μαζί, θα ψάχναμε για δουλεία και για διαμέρισμα, να μείνουμε μαζί. Όλο σχέδια, σχέδια και όνειρα! Και ήταν πολύ ωραία! Πέρασαν άλλα δυο χρόνια έτσι!

Κάποια στιγμή βρεθήκαμε επιτέλους μαζί! Μας είχαν βάλει να καθαρίζουμε τις αίθουσες διδασκαλίας του ιδρύματος. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πως νιώσαμε και οι δύο. Δεν το πιστεύαμε! «Πόσο τυχεροί είμαστε!» ψιθυρίζαμε κάθε τόσο… (Που να ξέραμε τι μας επιφύλασσαν!!) Η αλήθεια είναι ότι είχα δει κάτι περίεργες κινήσεις των «δασκάλων», κάτι περίεργα βλέμματα. Αυτό το περίεργο καμπανάκι άρχισε να χτυπάει πάλι στο κεφάλι μου, ένα γνώριμο προαίσθημα! Ήμουν σίγουρη ότι σύντομα θα το μάθαινα!

Όταν πια έγινα δώδεκα χρονών, ο «βασανιστής» άρχισε να μου δείχνει ένα περίεργο ενδιαφέρον. Άρχισε να με καλεί στο γραφείο του, με διάφορες προφάσεις. Άλλοτε για να με μαλώσει που δεν ήμουν επιμελής με τα μαθήματά μου και άλλοτε να μου κάνει παρατήρηση ότι δεν ήταν ευχαριστημένος με το καθάρισμα των αιθουσών. Μία φορά μάλιστα όπως καθόμουν στην καρέκλα απέναντι από το γραφείο του καθώς μου μιλούσε, περπατώντας γύρω από την καρέκλα μου, άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά, λέγοντας πόσο ωραία μαλλιά έχω. Αμέσως τραβήχτηκα και σηκώθηκα να φύγω, ρωτώντας τον εάν με ήθελε κάτι άλλο. Ήθελα να φύγω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ένιωθα οργισμένη. Ευτυχώς μου είπε ότι δεν με χρειαζόταν άλλο και συμπλήρωσε «Σε παρακολουθώ, πάντα θα σε παρακολουθώ!»

Δεν είπα τίποτα στον Μαξ. Τίποτα δεν θα άφηνα να χαλάσει αυτό που ζούσα. Ήμασταν στον παράδεισο και τίποτα μα τίποτα δεν θα μας το χαλούσε. Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωή μας και ας ήμασταν στο πάτωμα, στα τέσσερα, σφουγγαρίζοντας. Μπορούσαμε επιτέλους να μιλάμε, μάλλον περισσότερο να μουρμουρίζουμε. Και αυτό συνεχίστηκε αλλά πάντα με προσοχή και προφυλάξεις. Φοβόμασταν μην μας καταλάβουν αλλά όχι για την βέργα αλλά μην τυχόν και μας χωρίσουν.

Όταν ήμουν πλέον δεκατριών χρονών, εκεί στο πάτωμα δώσαμε το πρώτο μας φιλί, εκεί μου χάιδεψε και του χάιδεψα το χέρι. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τον ηλεκτρισμό που προκάλεσε αυτό το άγγιγμα. Ανατριχιάζω ακόμη και τώρα, μετά από τόσα χρόνια! Μου έλεγε συνέχεια ότι ήθελε να με αρπάξει μέσα στη μέση του προαύλιου και να με σηκώσει στον αέρα δηλώνοντας φωναχτά τα αισθήματά του. Εκεί σε μια από αυτές τις αίθουσες, καταφέραμε να ενωθούμε σωματικά. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που καταφέραμε να ενωθούμε και ήταν η ωραιότερη εμπειρία της ζωής μας. Όταν με αγκάλιαζε και με φιλούσε ένιωθα να πετάω στον «έβδομο ουρανό».

Δυστυχώς το όνειρο που ζούσαμε τελείωσε, ξυπνήσαμε κάπως απότομα! Μας παρακολουθούσαν. Κάτι είχε καταλάβει ο «βασανιστής». Αυτός μας είχε βάλει να καθαρίζουμε μαζί τις τάξεις. Τη φωτογραφία που φυλάω στο ΚΟΥΤΙ μου ήταν «δώρο» του «βασανιστή» μου, μετά από την πρώτη και τελευταία φορά που έκανα έρωτα με τον Μαξ. Είχε εγκαταστήσει μια κρυφή κάμερα σε μία από τις αίθουσες που καθαρίζαμε και δυστυχώς μας έπιασε! Μόλις έλαβα την φωτογραφία έτρεξα να βρω τον Μαξ. Του την έδειξα και το μόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να κρύψει την φωτογραφία στο στέρνο του, γιατί τότε μπήκε μέσα ο «βασανιστής» μαζί με τους καθοδηγητές του και μας χωρίσανε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ακολούθησε.

Μας έκλεισαν στο υπόγειο, σε κάτι δωμάτια πολύ μικρά, γεμάτα υγρασία. Από το δωμάτιο του Μαξ ακουγόντουσαν φωνές, κλάματα και βεργιές. Είχα τακτικές επισκέψεις, κυρίως βραδινές από τον «βασανιστή» μου, με υποσχέσεις, με καλοπιάσματα, με αγριάδες αλλά και βεργιές. Προσπαθούσε να με εξημερώσει, να με μαλακώσει, όπως έλεγε, και εάν έκανα ότι μου έλεγε θα είχα τα πάντα. «Στο χέρι σου είναι» μου έλεγε, «να σταματήσει το μαρτύριο του Μαξ αλλά και το δικό σου, έλα μαζί μου. Μία σου λέξη, και τα μαρτύρια του θα σταματήσουν!». Δεν άντεχα άλλο να ακούω τον Μαξ να βασανίζεται. Του ζήτησα να μου δώσει μόνο μία ώρα μαζί του και μετά θα έχει την οριστική απάντησή μου. Δέχτηκε έχοντας ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό του. «Μία ώρα μου είπε, ούτε λεπτό παραπάνω! Θα σας παρακολουθώ!»

Μία ώρα μας έδωσε και επί μία ώρα ήμασταν αγκαλιά, με φιλούσε και τον φιλούσα ασταμάτητα. Εκεί ήταν που μου έδωσε τη φωτογραφία και στο πίσω μέρος της γραμμένο με το ίδιο του το αίμα «Σ΄ αγαπώ Καρίνα, δικός σου για πάντα, Μαξ.»

 

Καρίνα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook