Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μωρό και μια μαμά. Μόνο που δεν είχαν συναντηθεί ακόμη.
Η μαμά λαχταρούσε με όλη της την ψυχή να κρατήσει το μωρό της στην αγκαλιά της. Το φανταζόταν, το ονειρευόταν, το περίμενε. Χάιδευε την κοιλιά της κάθε μέρα κι έφτιαχνε στο μυαλό της εικόνες του μωρού της.
Και περίμενε…

Πόσο είχε αγωνιστεί για να φτάσει ως εκεί! Πόσα δάκρυα, πόση αγωνία, πόση προσμονή, πόσες απογοητεύσεις, πόσος πόνος στην ψυχή της για να φτάσει ως εκεί.
Κι ύστερα φόβος. Εννιά μήνες μες στον φόβο. Όχι δεν την φανταζόταν έτσι την “πιο όμορφη περίοδο στη ζωή μιας γυναίκας”. Ένιωθε όμως ευλογημένη, ευγνωμονούσε κάθε μέρα τον Θεό για το θαύμα που μεγάλωνε μέσα της και ανυπομονούσε να το πάρει στην αγκαλιά της. Όταν σκεφτόταν αυτή την στιγμή, έσβηναν από το μυαλό της όλα τα δύσκολα.
Και περίμενε…

Ως που ήρθε η μεγάλη μέρα! Κι όλα ξεκινούν τόσο αισιόδοξα, τόσο καλά. Και κάθε πόνος που έρχεται την φέρνει πιο κοντά στην ευτυχία. Και είναι δυνατή. Και προσπαθεί. Και όλα μοιάζουν ιδανικά! Ως που ξαφνικά οι ενθαρρυντικές φωνές γεμίζουν πανικό, οι ήρεμες κινήσεις γίνονται απελπισμένες, τα γλυκά λόγια γίνονται κραυγές… Χανόταν… Χανόταν το μωρό. Χανόταν και η μαμά. Μια γλυκιά ζάλη την λύτρωσε προσωρινά από τον εφιάλτη…

Όταν ξύπνησε κρύωνε και διψούσε πολύ. Ήταν τρομαγμένη. Γύρω της παγωμένα βλέμματα και λόγια μασημένα. Το μωρό της δεν ήταν κοντά της αλλά το σοκαρισμένο της μυαλό μπόρεσε να εκτιμήσει ότι τουλάχιστον πάλευε για την ζωή του. Λίγες μόνο ώρες αφού είχε δει το φως του κόσμου, μια σταλιά μωράκι πάλευε για να ζήσει… Μόνο του. Χωρίς τη μαμά του. Τη μαμά που εννιά μήνες του ορκιζόταν ότι θα είναι πάντα κοντά του να το προστατεύει. Τη μαμά που είχε αγωνιστεί τόσο για να το κρατήσει στην αγκαλιά της. Τη μαμά που για δύο ολόκληρες μέρες την κράτησαν μακριά από το μωρό της. Δύο μέρες χωρίς να έχει δει το πρόσωπο που χρόνια ονειρευόταν, δύο μέρες χωρίς να ακούσει το κλάμα που τόσο περίμενε.
Και περίμενε…

Κι όταν ήρθε η ώρα που τόσο λαχταρούσε, το σοκ ήταν μεγαλύτερο. Η εικόνα του ήταν τρομακτική, ένα γυάλινο κουτί και δεκάδες καλώδια κρατούσαν ένα μωρό γεμάτο πληγές και σημάδια μακριά από τη μαμά του. Δεν μπόρεσε να το αγγίξει. Δεν μπόρεσε να του μιλήσει. Δεν μπόρεσε να γνωρίσει την μυρωδιά του. Έπρεπε να περιμένει. Να περιμένει και να σκέφτεται πόσο μπορεί να υποφέρει το μικροσκοπικό του κορμάκι. Να περιμένει και να πεθαίνει από ενοχές που δεν μπορεί να του χαρίσει ούτε ένα χάδι.
Και περίμενε…

Και ήρθε η ώρα.
Με χέρια που έτρεμαν το κράτησε στην αγκαλιά της! Το μωρό της!! Το άγγιξε, το μύρισε, το φίλησε, το χάιδεψε, του μίλησε, το θήλασε… Κι εκείνο την κοίταζε στα μάτια σα να της έλεγε πόσο λαχταρούσε την ζεστή αγκαλιά, τα χάδια, την γλυκιά φωνή της. Κούρνιασε στα χέρια της κι επιτέλους ένιωθε ασφάλεια, αγάπη, σιγουριά, στοργή. Κι ας ήταν για λίγο. Γιατί μετά έπρεπε να χωριστούν ξανά… Όμως τώρα ήξεραν και οι δύο ότι θα έσμιγαν ξανά. Κι η μαμά ήταν πάντα εκεί, πιστή στο ραντεβού τους κι όταν έφευγε το άφηνε χαρούμενο και χορτάτο. Όμως κάθε φορά μάτωνε η καρδιά της και μετρούσε τις μέρες, έσπρωχνε τον χρόνο να περάσει ως που να το πάρει στο σπίτι.
Και περίμενε…

Και ήρθε επιτέλους η μαγική στιγμή. Και η μαμά ήταν πια συνέχεια κοντά στο μωρό της! Και δεν άφηνε άλλα χέρια να το φροντίζουν. Θαρρείς και προσπαθούσε να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο. Και πέρασε πολύ καιρό μέσα στον φόβο και τους εφιάλτες, όμως κοίταζε το χαμόγελο του κι έβγαινε ο ήλιος μέσα στην καρδιά της! Και την πονούσε πολύ που “η πιο ευτυχισμένη στιγμή κάθε γυναίκας” για εκείνη ήταν ένας εφιάλτης, όμως με τον καιρό έμαθε να εκτιμά ότι είχε το μωρό της στην αγκαλιά της, το έβλεπε να μεγαλώνει και να ανθίζει κι αυτό ήταν που είχε σημασία!
Ο εφιάλτης μπορεί να μην σβήσει ποτέ, όμως με τα χρόνια ξεθωριάζει, επισκιάζεται από την ευτυχία κι ο ήλιος λάμπει με το χαμόγελο του…!