Ένα ποτήρι κρασί

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Και τον ρώτησαν οι φίλοι του : “Τι θυμάσαι από εκείνη;”

Ξαφνικά λες και μπήκε η ταινία και άρχισε να ρολάρει στο μυαλό του όλη η κοινή ζωή τους.

Μα πώς ήταν δυνατόν σκέφτηκε να μη θυμάται, πώς διάολο ήταν δυνατόν να ξέχασε; Αυτός πάντα θυμόταν ή έτσι πίστευε τουλάχιστον, ότι θυμάται τα πάντα εκνευριστικά λεπτομερώς. Και τώρα; Τώρα ένιωθε σαν σκηνοθέτης που έβλεπε την ζωή ενός άλλου σε αποσπάσματα.

Θυμήθηκε την πρώτη στιγμή που την είδε και αναφώνησε “τι νούμερο είναι αυτό;” Θυμήθηκε την τυχαία συνάντηση μετά από 2 χρόνια που αναρωτήθηκε “πως άλλαξε έτσι ρε συ αυτή;” Θυμήθηκε το πρώτο βράδυ που ήπιαν μαζί λευκό κρασί κοιτώντας τον έναστρο ουρανό στο Πήλιο και όπως έλουσε το φεγγαρόφως τα μαλλιά της φαίνονταν σαν μεταξένια. Θυμήθηκε εκείνο το απόγευμα που την είδε να ψωνίζει στο σουπερμάρκετ. Της σκίστηκε η σακούλα και εκείνη άρχισε να μουρμουρίζει, αλλά χαμογελούσε για να μην γίνει θέαμα.

Θυμήθηκε το πρώτο πρωινό που ξύπνησε δίπλα της και ενώ βρωμούσαν τα μαλλιά της από τα τσιγάρα, αυτός νόμιζε ότι μυρίζει τριαντάφυλλο. Θυμήθηκε πως την ώρα που έμπαινε νύφη στην εκκλησία, κάποιοι της μαύρισαν την μέρα που έπρεπε να είναι λαμπερή.

Θυμήθηκε που σε κάθε καβγά εκείνη έκανε πίσω στο τέλος, όχι γιατί ήταν αδύναμη, αλλά γιατί ήταν υπομονετική.
Θυμήθηκε ότι ενώ ποτέ δεν ξεχνούσε τίποτα, για χάρη του ξέχασε όλη της την ζωή. Θυμήθηκε ότι όταν περνούσε τα δύσκολα του, εκείνη του μιλούσε σκληρά, όχι γιατί ήταν σκληρή αλλά για να τον κάνει πιο δυνατό.

Θυμήθηκε που πάντα του έλεγε ότι εκείνη θα φύγει πρώτη και εκείνος κορόιδευε τις σκέψεις της.

Θυμήθηκε ότι του είχε παραπονεθεί για τις διαρκείς αδιαθεσίες που ένιωθε αλλά πάντα ξεχνούσε να πάει στον γιατρό.
Θυμήθηκε ότι ενώ η μέρα είχε 24 ώρες, εκείνη δεν είχε ούτε 5 λεπτά για τον εαυτό της να τα “πετάξει” όπως γούσταρε.
Θυμήθηκε ότι άρχισε να ξεχνά, άρχισε να φθείρεται και να φθείρει.

Ξέχασε, ξέχασε πόσο την αγάπησε. Ξέχασε που της υποσχέθηκε ότι πάντα αυτή θα είναι πάνω από όλους.

Ξέχασε ότι σε όσα του έλεγε, στο τέλος έβγαινε προφητική.

Ξέχασε ότι πολλές φορές δε της είχε πει καληνύχτα γιατί ήταν αυτονόητη. Ξέχασε πως μετά από κάθε δύσκολη στιγμή, της έλεγε εγώ είμαι εδώ, αλλά ποτέ δεν ήταν. Ξέχασε όλα όσα τον έκαναν οι φίλοι του να θυμηθεί και θυμήθηκε όλα όσα η ζωή τον έκανε να ξεχάσει.

Όμως θυμήθηκε ότι πια ήταν αργά, εκείνη είχε γίνει φωτογραφία σε μία κορνίζα και τώρα πια το μόνο που την θυμίζει είναι η κόρη τους που είναι όμοια. Και όσο την κοιτάζει, τόσο εύχεται να μην ξαναξεχάσει. Το δάκρυ κύλησε, έφυγε από το μάγουλο και έκλεισε τα μάτια του για να μην φανεί. Δεν έπρεπε να φανεί αδύναμος στα μάτια κανενός άλλωστε.
Ξεφύσηξε, κοίταξε τους φίλους του και απάντησε: “Τα πάντα”

Και σήκωσαν τα ποτήρια με το κρασί και ήπιαν ακόμα μια γουλιά στο όνομά της, ακόμα μία για κείνη, ακόμα μία μαζί με κείνη.

Και την θυμήθηκαν ξανά, της έκλεισαν το μάτι και όλοι μαζί της είπαν καληνύχτα.

 

Ένας, Κάποιος

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook