Ένα ταξίδι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το βράδυ ανεβήκαμε στο τρένο, χωρίς να ξέρουμε που πάμε. Καθίσαμε αντίκρυ. Φύσηξες το χνώτο σου στο τζάμι και ζωγράφισες με το δάχτυλο μια καρδιά. Κι εγώ μονάχα σε κοίταζα. Δίπλα σου ένας γέρος κοιμόταν με το κεφάλι γερμένο στο πλάι και το στόμα ανοιχτό. Κοιταχτήκαμε και γελάσαμε συνωμοτικά. Κι ύστερα μου ‘πιασες το χέρι και το ‘σφιξες τόσο δυνατά που πόνεσα. Μα δε μίλησα, για να μην τ’ αφήσεις. Κι η βροχή δυνάμωνε. Το μόνο που ακουγόταν πια, ήταν το τρένο κι η βροχή.

Κοιτάζοντας από το τζάμι τον κόσμο έξω που θόλωνε, κατάφερα πάλι να διακρίνω το δρόμο που παίρναμε. Εκείνον που σ’ έφερε. Θα μπορούσα να ‘χα ερωτευθεί αμέσως τα μάτια σου. Κάθε παιχνίδι της σκιάς με τις γωνίες του προσώπου σου. Μα εγώ ερωτεύθηκα το γέλιο σου. Σε κείνη τη φευγαλέα, μαγική στιγμή, που χάνεται κάθε ανθρώπινη άμυνα, εκεί είδα κάθε αλήθεια που ‘χες κρυμμένη βαθιά, κάθε μνήμη σου που είχα φυλαγμένη από πάντα και σε θυμήθηκα.

Την πρώτη φορά που με κοίταξες, η ψυχή μου ξεγυμνώθηκε μπροστά σου. Άρχισα να ζωγραφίζω δάση για να μη με βλέπεις και σε κρυφοκοίταζα. Κι’ όταν έφευγες, έκλεινα τα μάτια σφιχτά, για να κρατήσω τα δικά σου μέσα μου. Κι ήμουν καλά και ασφαλής. Μέχρι που με άρπαξες και με τράβηξες κοντά σου. Κόλλησες το στήθος σου πάνω στο δικό μου κι ένιωσα την ανάσα σου να ανεβοκατεβαίνει, σφιχτοδεμένη με τη δική μου. Κι ήταν αργά πια για να φύγω. Δε χρειάστηκε να ξεγυμνώσεις τη δική σου ψυχή. Δε χρειάστηκα ξανά τα δάση μου για να κρυφτώ. Με άφησες να κουλουριαστώ μέσα σου, πιο βαθιά κι από έρωτα.

Ο κόσμος σου ήταν μεγάλος, μα δε σε χωρούσε. Ο κόσμος μου ήταν μικρός, μα εγώ πετούσα γύρω του. Κι έτσι γελώντας ένα βράδυ σαν παιδιά, αποφασίσαμε να το σκάσουμε με ένα τρένο και να ψάξουμε για έναν κόσμο μόνο δικό μας.

Μια ηλικιωμένη κυρία μπήκε στο κουπέ μας και μας χαιρέτησε ευγενικά. Ύστερα, ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του γέρου που κοιμόταν δίπλα σου και τον κούνησε απαλά. “Σήκω, αγάπη μου. Είναι ώρα να κατέβουμε”. Εκείνος της χάιδεψε το χέρι με λατρεία και σηκώθηκε. Γυρνώντας προς εμάς, σήκωσε το καπέλο του ελαφρά και μας αποχαιρέτησε με ένα νεύμα του κεφαλιού. Εκείνη του ανέβασε στοργικά το γιακά του μπουφάν και αποχαιρετώντας μας με το ίδιο ευγενικό χαμόγελο, άνοιξε την πόρτα και φύγανε.

Σε παρατήρησα για λίγο που κοίταζες ακόμη προς το μέρος τους και χαμογελούσες αφηρημένα. Ήρθα και κάθισα δίπλα σου και έγειρα το κεφάλι στον ώμο σου. Το μόνο που ακουγόταν πια, ήταν το τρένο και η καρδιά σου. Σφίχτηκα κι άλλο πάνω σου, για να μη χάσω ούτε χτύπο.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook