TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Ένα τόσο δα κομματάκι λείπει

Ένα τόσο δα κομματάκι λείπει

Λείπει. Μέσα σε μία ψυχή που μοιάζει με ένα αχανές πάζλ γεμάτο εικόνες, συναισθήματα, εμπειρίες, ένα κομμάτι, ένα τόσο δα κομματάκι λείπει.

Θα μου πεις πως είναι δυνατόν να μην έχει αντικατασταθεί με κάτι άλλο τόσα χρόνια και θα έχεις δίκιο. Η αλήθεια όμως είναι πως λείπει.

Αν ήσουν εδώ δίπλα μου και σου το έλεγα, είμαι σίγουρη πως το υπέροχο πρόσωπο σου θα φωτιζόταν ολόκληρο, θα με κοιτούσες με τα υπέροχα γαλάζια μάτια σου και θα τρελαινόσουν στα γέλια. Ένα βαθύ, γάργαρο γέλιο θα άρχιζε το ταξίδι του από τις φωνητικές χορδές σου και θα τράνταζε όλο το είναι σου. Θα γελούσες με τον συναισθηματισμό μου και θα με αγκάλιαζες λέγοντας «Μα καλά, πόσο χαζό είσαι;» Γιατί έτσι ήσουν, αυτό ήταν το γνώρισμα σου. Να ζεις την κάθε στιγμή της ζωής σου σαν να ήταν μοναδική, άρπαζες τη ζωή από τα μαλλιά, δεν στεκόσουν στα μικρά. Και αυτό ακριβώς λάτρευα σε σένα.

Πάω στοίχημα πως αν διάβαζες αυτό το κείμενο θα γινόσουν έξω φρενών. Θα με έπαιρνες τηλέφωνο και θα με έβριζες για όσα γράφω. Ποτέ δεν μασούσες τα λόγια σου. Ήσουν από τους ελάχιστους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου μέχρι σήμερα που απλά, πολύ απλά, θα στεκόσουν μπροστά μου και θα μου έλεγες την αλήθεια κατάμουτρα. Θα πονούσα; Δεν θα σε εμπόδιζε αυτό. Ποτέ δεν κρυβόσουν πίσω από τα δάχτυλο σου. Ήξερες πως το να κρύβεσαι ο ίδιος πίσω από το δάχτυλο σου ήταν εμπόδιο στη ζωή σου και δεν θα το επέτρεπες να συμβεί και στους ανθρώπους που αγαπούσες. Και ξέρεις κάτι; Σήμερα στέκομαι εδώ και σου λέω πως τα κατάφερα και έγινα σαν εσένα. Σταμάτησα να κρύβομαι. Θα ήσουν περήφανος για μένα, είμαι σίγουρη.

Θυμάσαι πότε γνωριστήκαμε για πρώτη φορά; Ένα βράδυ στη Ρόδο. Ένα βλέμμα σου, μία κουβέντα μου, ένα αστείο, ένα γέλιο, τρεις γυναίκες στις πρώτες διακοπές μόνες τους και τρεις άντρες που δούλευαν σε νυχτερινό μαγαζί. Δεν τέθηκε ποτέ θέμα ποιος ήταν για ποια. Με το που κοιταχτήκαμε, ξέραμε απλά και ξεκάθαρα ότι θα ξεκινούσε μία αιώνια ιστορία. Ένα καρμικό ταξίδι που ξεκίνησε σε μία άλλη ζωή για να συνεχίσει σ’ αυτή. Ξημερώματα να κυνηγιόμαστε στην παραλία και να δεχόμαστε τα πειράγματα των άλλων χωρίς να μας νοιάζει καν. Δεν υπήρχε κάτι άλλο γύρω μας. Μόνο εγώ κι εσύ. Πιστέψαμε ότι δεν θα ξαναβρεθούμε, εσύ κάτοικος Ρόδου, εγώ κάτοικος Αθήνας. 19 χρονών, παιδιά. Αλλά ξέραμε τη στιγμή που με αποχαιρετούσες στο λιμάνι πως αυτή δεν ήταν η τελευταία φορά. Το νιώσαμε σ’ εκείνο το φιλί. Σ’ εκείνη την τελευταία αγκαλιά. Σ εκείνο το βλέμμα την ώρα που το καράβι απομακρυνόταν από το λιμάνι. Πόσα ξέραμε τότε…

Λένε πως οι εφηβικοί έρωτες δεν πεθαίνουν ποτέ. Δεν ήμαστε έφηβοι αλλά βιώσαμε αυτόν τον έρωτα ως έφηβοι. Τι κι αν μας χώριζαν εκατοντάδες χιλιόμετρα θάλασσας; Τίποτα δεν μπήκε εμπόδιο στο συναίσθημα. Το τηλέφωνο πήρε φωτιά όπως και ο ενθουσιασμός μας. Ήσουν από τους λίγους ανθρώπους που μπορούσες να με κάνεις να γελάω με το τίποτα. Και όσο εγώ γελούσα, τόσο εσύ ξεκαρδιζόσουν στα γέλια. Λατρεύω το γέλιο σου, μου έλεγες. Μου λείπεις, σου έλεγα. Και η ζωή συνεχιζόταν.

Ξέραμε ότι η απόσταση θα κρατούσε μακριά τα σώματα μας. Ερχόμουν Ρόδο, ερχόσουν Αθήνα, λίγες μέρες μαζί, στα κρυφτά. Διάσπαρτες, μετρημένες στα δάχτυλα λόγω απόστασης στιγμές γεμάτες πάθος, λόγια γεμάτα αγάπη για ένα κοινό μέλλον. Ξέραμε όμως πως ήταν λόγια του αέρα, ακόμα κι αν τα βιώναμε ως πραγματικά. Θυμάσαι τη μέρα που μιλούσαμε στο τηλέφωνο και μου είπες πως δεν πήγαινε άλλο, θα πρέπει να μοιράσουμε την απόσταση και να πάμε να ζήσουμε μαζί σε ένα νησί; Να κάνουμε επιτέλους την υπέρβαση για να είμαστε για πάντα μαζί; Θα βρίσκαμε ένα μικρό σπιτάκι, θα παντρευόμασταν και θα κάναμε οικογένεια. Πόσο ήμουν, 24; Γελούσα με την ιδέα σου και ονειρευόμουν ένα μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα, ένα σκύλο να κοιμάται στα πόδια μας, παιδικά γέλια γύρω μας. Στην Πάτμο μου είπες. Δεν πήγα ποτέ, να το ξέρεις. Για κάποιο λόγο αυτό το νησί θα είναι πάντα το μικρό μυστικό μας.

Ξέρεις πως ήσουν ο καλύτερος φίλος μου; Ζούσαμε παράλληλες ζωές αλλά εσύ ήσουν η κοινή μου ζωή. Ο,τι και να μου συνέβαινε, εσένα θα έπαιρνα τηλέφωνο για να κλάψω, να φωνάξω, να βρίσω. Ο,τι κι αν σου συνέβαινε, εμένα θα έπαιρνες για να εξομολογηθείς τον πόνο σου, τους φόβους σου, τις πικρίες σου. Και ακούγαμε ο ένας τον άλλον, και μοιράζαμε νοερές αγκαλιές μεταξύ μας. Και στο τέλος κάθε τηλεφώνου ανταλλάσσαμε σ’ αγαπώ. Και επανερχόμασταν στη ζωή μας. Δύο ενήλικες που αφήνονταν για μερικά λεπτά και ξεδίπλωναν το αυθεντικό κομμάτι του εαυτού τους στον άλλον χωρίς φόβο πριν ξαναγυρίσουν στη μίζερη, υποκριτική ζωή τους. Μόνο να ξέραμε τότε…

Θυμάμαι την τελευταία φορά που μιλήσαμε. Με παρακάλεσες να έρθω στη Ρόδο. Κατηγορώ τον εαυτό μου που δεν ένιωσα την κρυμμένη απελπισία στη φωνή σου όταν μου ζήτησες με αγωνία να κατεβώ εκείνο το Σαββατοκύριακο του Γενάρη. Ήταν η μοναδική φορά που με παρακάλεσες για κάτι τέτοιο. Σου ζήτησα χρόνο γιατί έπρεπε να δώσω το τελευταίο μάθημα για να πάρω πτυχίο και σε ρώτησα τι συμβαίνει. Δεν ακουγόσουν καλά. Έπρεπε να δώσω βάση εκείνη τη μέρα. «Δεν είμαι καλά αλλά σύντομα θα είμαι» μου είπες και σου έδωσα το λόγο μου ότι με το που θα έδινα το μάθημα θα ερχόμουν να σε δω. Βιάστηκα να κλείσω το τηλέφωνο γιατί είχα δουλειά. Μία γαμημένη δουλειά με κράτησε μακριά σου εκείνη την κρίσιμη στιγμή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που με χρειαζόσουν περισσότερο στη ζωή σου, εκείνο το καταραμένο Σαββατοκύριακο. Είμαι σίγουρη ότι εσύ με συγχώρεσες. Εγώ δεν ξέρω αν συγχώρεσα ποτέ τον εαυτό μου όσο κι αν προσπάθησα. Γιατί λίγες μέρες μετά, εκείνο ακριβώς το Σάββατο, σε έχασα.

Δεν ξέρω πως ένιωσες. Προσπαθώ 18 χρόνια τώρα να μπω στη θέση σου εκείνο το βράδυ και να βιώσω αυτά που βίωσες αλλά τρομάζω. Σε φαντάζομαι να τους κοιτάς να σε σημαδεύουν με την καραμπίνα σου και να νιώθεις ότι φτάνει το τέλος. Άραγε τι σκεφτόσουν εκείνη τη στιγμή;
Πόσο ακόμα θέλεις να ζήσεις;
Γιατί τώρα;
Γιατί σ’ εσένα;
Ένιωσες πόνο;
Γαλήνη;
Ήταν γρήγορο ή φοβόσουν;
Πρόλαβες να κοιτάξεις τα αστέρια στον ουρανό;
Πρόλαβες να πεις αντίο;

Το μόνο που εύχομαι μέσα από την καρδιά μου είναι να έφυγες ακαριαία. Μόνο αυτό.

Νόμιζα ότι ο πόνος έχει φύγει και έχεις μείνει μία αγαπημένη ανάμνηση. Ξέρεις κάτι; Υπάρχει ακόμα τελικά. Υπάρχει αυτή τη στιγμή που γράφω. Υπάρχει όταν σε σκέφτομαι κατά διαστήματα πλέον. Στην αρχή υπήρχες μόνο εσύ, μετά από τόσα χρόνια υπάρχεις κι εσύ. Προχώρησα παρακάτω, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, πέρασε πάρα πολύ καιρός μέχρι να το κάνω αλλά τα κατάφερα. Αλλά να σου εξομολογηθώ κάτι; Υπάρχει η ζωή πριν από σένα και μετά από εσένα. Και όποτε με ρωτάει κάποιος πότε μεγάλωσα, εγώ πάντα του απαντάω, μετά το αιώνιο ταξίδι σου.

Σ’ αγαπάω. Πάντα ένα κομμάτι της καρδιάς μου θα σε αγαπάει. Και πάντα ένα κομμάτι της ψυχής μου θα λείπει χωρίς να αντικατασταθεί ποτέ.

Ένα τόσο δα κομματάκι λείπει.
Μου λείπεις.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Tet_or_ Alive

Ξεκίνησα ως ροκ και μέταλ εκπομπή. Κατέληξα να γράφω για τη ζωή μου. Αθεράπευτα αισιόδοξη, αγωνίζομαι να αποδείξω σε όλους (και σε μένα) ότι η ζωή είναι υπέροχη, ακόμα και τις στιγμές που δεν είναι. Στόχος μου είναι να γίνω η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου, να αγαπήσω άνευ όρων όλους τους ανθρώπους γύρω μου, κυρίως τον ηλίθιο συνάδελφο στο διπλανό γραφείο και να φτάσω στο σημείο όπου θα οδηγώ σε κατάσταση ζεν και δεν θα βρίζω τους άλλους οδηγούς. Για το τελευταίο δεν είμαι και τόσο σίγουρη.
Tet_or_Alive λοιπόν. Γιατί δεν αξίζει μόνο να ζεις. Χρειάζεται και να το ζεις.
Tet_or_ Alive

Latest posts by Tet_or_ Alive (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *