Ενδελέχεια

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Ναταλία δεν μπορούσε να σταματήσει να βήχει. Λες κι ολόκληρη η σκόνη του κόσμου είχε βρει καταφύγιο στον ουρανίσκο της. Έβηχε, ανάσαινε βαθιά, έβηχε ξανά. Τα μάτια της θόλωναν και τα σήκωνε προς το ταβάνι. Μέρες και μέρες παρακαλούσε να μπορέσει να το σπάσει, να το τρυπήσει και να δει τι κρύβεται από πάνω.
Το ταβάνι όμως στεκόταν ακίνητο, αγέρωχο, απόλυτο.

Ο Μάριος δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει. Όλο του το κορμί πάλευε ενάντια σε μία ακατανίκητη φαγούρα. Τα πόδια του τινάζονταν, τα δάχτυλα δεν υπάκουαν στις εντολές του εγκεφάλου του. Ο Μάριος έριξε το κουρασμένο του βλέμμα στο πάτωμα. Μέρες και μέρες παρακαλούσε να μπορέσει να το διαλύσει, να το κάνει σκόνη, να δει τι κρύβεται εκεί κάτω.
Το πάτωμα όμως στεκόταν σταθερό, στιβαρό και συμπαγές.

Η Ναταλία άκουγε πολλές φορές, στο παραλήρημα του βήχα και του πυρετού, κίνηση πάνω από το ταβάνι. Ένα σύρσιμο, σαν μικρά ποντικάκια που έψαχναν κι αυτά μία διέξοδο. Το στόμα της έβγαλε έναν βραχνό ήχο, ούτε να μιλήσει δεν άντεχε. Προσπάθησε να σηκωθεί στα δύο της κοκαλιάρικα πόδια και τέντωσε τα χέρια της προς τα πάνω. Το ταβάνι ήταν σε διπλάσιο ύψος από εκείνη, αλλά ένιωθε ότι μπορούσε να το φτάσει. Λίγο ακόμα αν τεντωνόταν, ακόμα λίγο και θα το άγγιζε.
Θα το έπιανε.
Θα το έσφιγγε.
Και θα το έκανε κομμάτια.

Ο Μάριος, τις ελάχιστες φορές που το σώμα του ηρεμούσε, άκουγε ένα κρώξιμο κάτω από το πάτωμα. Σαν τον βήχα μίας ετοιμοθάνατης γριάς. Ακουμπούσε το αυτί του στο κρύο ξύλο, προσπαθώντας να διαπεράσει αυτό το καταραμένο, ξύλινο διαχωριστικό. Ήταν σίγουρος, κάποιος, κάποια, ζούσε εκεί κάτω. Έπρεπε να το σπάσει ,να το τρυπήσει, να δει τι κρύβεται. Έπιασε την βελόνα από την σύριγγα δίπλα του κι άρχισε να το κοπανάει με δύναμη, ιδρώνοντας, τρέμοντας, αγκομαχώντας.
Θα το τρυπούσε.
Θα το έσπαγε.
Και θα το έκανε θρύψαλα.

Η Ναταλία άκουσε χτυπήματα κι η καρδιά της σκίρτησε. Άρχισε να πηδάει ολοένα και πιο ψηλά, να φτάσει το ταβάνι, να πιάσει τον παλμό που έτρεχε με γοργά βήματα πάνω στο ξύλο. Τότε, την είδε. Μία πολύ μικρή τρυπούλα, τόσο μικρή που μόνο βελόνα χωρούσε. Η Ναταλία πήδηξε πιο ψηλά κι ένιωσε τα πόδια της να διαμαρτύρονται από τον πόνο, όταν προσγειωνόταν στο πάτωμα. Αλλά δεν σταμάτησε.
Είδε μία κλωστή να κατεβαίνει.
Μία κλωστή κόκκινη, πορφυρή και λαμπερή.
Και την άρπαξε.

Ο Μάριος, με ματωμένα χέρια, δεν σταμάτησε να κοπανάει το πάτωμα. Σκλήθρες και κομματάκια ξύλου πετάγονταν πάνω του, στα μάτια του, στο πρόσωπό του. Αλλά αυτός συνέχιζε. Τότε, την είδε. Μία τρύπα μικρή, ίσα ίσα να χωρέσει η βελόνα του. Τότε με τα δάχτυλα άρχισε να σκάβει το ξύλο, να βγάζει κομματάκια και να ματώνει περισσότερο τα χέρια του.
Αλλά δεν σταμάτησε.
Έριξε μία κλωστή κάτω.
Μία κλωστή λεπτή, σωτήρια κι απαλή.
Και ένιωσε κάποιον να την αρπάζει.

Η Ναταλία κι ο Μάριος, ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι πάνω στο ματωμένο, ξύλινο πάτωμα. Αυτό που κάποτε τους χώριζε, πλέον τους ένωνε. Τα σώματά τους, νεκρά και ταλαιπωρημένα, με τον καιρό σάπισαν, διαλύθηκαν, ξεχάστηκαν. Το σπίτι άλλαξε, γκρέμισε τοίχους κι ύψωσε καινούργιους, αλλά η Ναταλία κι ο Μάριος παρέμειναν παντοτινοί κάτοικοι. Ενσωματώθηκαν, αποτυπώθηκαν, μεταμορφώθηκαν στο ίδιο το σπίτι. Ανήμποροι να φύγουν, να αποχωριστούν την προσωπική τους φυλακή.

Κάποτε το σπίτι άνοιξε και πάλι τις πόρτες του, ο ήλιος τρύπωσε δειλά από τα σκονισμένα παράθυρα και καινούργιοι ένοικοι έφεραν τις βαλίτσες τους. Τα δωμάτια είχαν γίνει περισσότερα, οι χώροι μεγαλύτεροι, τα κεραμίδια πιο λαμπερά. Μόνο ένα ταβάνι παρέμενε το ίδιο, όπως τότε. Και κάτω από το ταβάνι, ένα μικρό πλασματάκι έκανε τα πρώτα του βήματα σ’ αυτόν τον κόσμο.
Το πλασματάκι ήταν πολύ ανήσυχο, έκλαιγε συνέχεια στον ύπνο του κι έτρεμε.

Οι γονείς του δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ξενύχτια, εκνευρισμός, αγωνία κι απελπισία.
Τότε, ένα βράδυ που έβρεχε τόσο δυνατά που τα κεραμίδια του σπιτιού έστηναν ολόκληρο κονσέρτο, το πλασματάκι σταμάτησε να κλαίει. Κοίταξε ψηλά κι είδε δύο πρόσωπα να το κοιτάνε, χαμογελώντας. Τα πρόσωπα κατέβηκαν, το αγκάλιασαν και έκλαψαν δίπλα του.
Το ένα του είπε να μην τρομάζει γιατί ο κόσμος είναι δικός του.
Το άλλο του είπε να μην κλαίει γιατί θα δει χαρές μεγάλες.

Κι όταν το πλασματάκι αποκοιμήθηκε, η Ναταλία κι ο Μάριος έσπασαν τις αλυσίδες, βγήκαν στην βροχή κι έγιναν σταγόνες, παίζοντας την δική τους μουσική πάνω στα κεραμίδια.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook