Επαγρύπνηση

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Λειλά σηκώθηκε στις τέσσερις και μισή ακριβώς όπως κάθε πρωί. Χωρίς ξυπνητήρι. Το μοναδικό ξυπνητήρι στη ζωή της ήταν πάντα το μυαλό της. Με μαθηματική ακρίβεια και χωρίς να χάνει δευτερόλεπτα ξυπνούσε την ίδια ώρα. Ακόμα και όταν έβλεπε το πιο όμορφο όνειρο.

Συνήθιζε να παίρνει τον καφέ της νωρίς. Πέντε χρόνια τώρα χωρίς το Μεντί. Τα βροχερά πρωινά, καθόταν στη μικροσκοπική κουζίνα της κι έπινε τον καφέ της με λαδοκούλουρα μελετώντας παρατηρώντας τις σταγόνες που έπεφταν πάνω στο τζάμι. Της έλειπε ο άντρας της. Ήταν δύσκολη η απώλεια. Τα νοσοκομεία, οι συνεχείς επισκέψεις στους γιατρούς αλλά και τα άσχημα μαντάτα προς το τέλος. Σκεφτόταν τη Σελίλ. Πόσο πολύ την επηρέασε ο θάνατος του πατέρα της. Πήγαινε ώρες ατελείωτες στη βιβλιοθήκη, όπου όπως της έλεγε διάβάζε για την πατρίδα τους αλλά και για τους τραυματικούς πολέμους. Μία πλούσια πατρίδα που η Σελίλ δε γνώρισε ποτέ. Γεννήθηκε στη Δύση.

Η Λειλά καμάρωνε το σθένος αλλά και τη δύναμη που έκρυβε η κόρη της. Δεν την υποχρέωσε ποτέ να ντυθεί με τα παραδοσιακά ρούχα της Ανατολής αλλά της ζητούσε να σέβεται τις άλλες θρησκευτικές συνήθειες. Ήλπιζε να να της δείξει την πατρίδα της από κοντά. Τη γειτονιά που μεγάλωσε, την πόλη που έζησαν για λίγο με το Μεντί, το πατρικό σπίτι, ίσως κάποιους φίλους. Αυτά ήταν τα όνειρα της Λειλά για τη Σελίλ. Ίσως και να δούλευε εκεί. Ως παιδαγωγός, παιδίατρος… Είχε το χρόνο ακόμα να σκεφτεί. Δύο χρόνια έμεναν για να αποφοιτήσει από το Λύκειο. Άριστη μαθήτρια, «κεφάλι» όπως την αποκαλούσαν περήφανα οι καθηγητές της. Και «φούσκωνε» από υπερηφάνεια η μάνα. Με τις δύο δουλειές της κατάφερε να βάλει στην τράπεζα μερικές δεκάρες για το παιδί. Για να έχει η Σελίλ τη δική της ευκαιρία. Τη δική της επιτυχία.

Στις πέντε και μισή ακριβώς ξυπνούσε τη Σελίλ. Μέχρι να φάει πρωινό και να ετοιμαστεί, να φτιάξει τα υπέροχα μαλλιά της που μοσχοβολούσαν βανίλια, να βάλει τα χρωματιστά της ρουχαλάκια και να ετοιμάσει την τσάντα της, έπαιρνε το χρόνο της. Ένα κορίτσι της νέας γενιάς. Όταν το σκεπτόταν, ίσως ένα διακριτικό δάκρυ να έτρεχε στο μάγουλο της Λειλά. Το παιδί αυτό αντιπροσώπευε την ελπίδα της.

Δύσκολο πράγμα να είσαι πρόσφυγας. Να φεύγεις μακριά. Της το είχε πει και ο πατέρας της. «Να τηρείς μόνο τις παραδόσεις». Σοφός άνθρωπος ο πατέρας της αν και αυστηρός. Όμως η μνήμη του ήταν πάντα μαζί της. Όταν στόλιζε το κεντημένο τραπεζομάντηλο με τα χρυσά μοτίβα και τις καμπυλωτές γκριζωπές θύρες, θυμόταν τη μητέρα της. Όταν έπινε τον καφέ της, θυμόταν τον πατέρα της να κάθεται στην σκαλιστή ψάθινη καρέκλα και να τραγουδάει ψιθυριστά αμανέδες. Σαν προσευχή που μόνο ο ίδιος καταλάβαινε. Αχ πόσο της έλειπε ένα πρωινό στην Ανατολή! Πόσο πολύ θα ήθελε να το δείξει στην κόρη της.

Η ώρα περνούσε. Η Σελίλ έπρεπε να ξυπνήσει. Μπήκε αργά αργά στο δωμάτιο για να κάτσει στην άκρη του κρεβατιού και να τη χαιδέψει. Όπως κάθε πρωί. Η τελετουργία αυτή την αναζωογονούσε. Παρατηρούσε πάντα για μερικά δευτερόλεπτα την κόρη της που κοιμόταν ήρεμα στο μισοσκόταδο. Κάτι άλλαξε σήμερα. Μάλλον η Σελίλ πρέπει να κοιμήθηκε αρκετά ήρεμα απόψε καθώς τα σεντόνια ήταν καλά στρωμένα. Όμως το κρεβάτι φαινόταν ελαφρύ. Με το χέρι της έψαχνε να βρει το μέτωπο της Σελίλ. Αλλά ήταν εξαφανισμένο. Άναψε απότομα το φως. Το κρεβάτι ήταν στρωμένο τέλεια. Η Σελίλ έλειπε. Κοίταξε ολόγυρα το δωμάτιο. Τα ρούχα, τα καλλυντικά και τα αρώματα ήταν εκεί.

Άρχισε να φωνάζει στο σπίτι. Ίσως να είχε σηκωθεί ήδη και να μην το κατάλαβε μέσα στην ονειροπώλησή της. Πήγε στο μπάνιο. Κανείς. Όμως ο κάδος σκουπιδιών της τράβηξε την προσοχή. Παρατήρησε ότι ήταν γεμάτος από κομμένα μαλλιά. Τα υπέροχα πλούσια μαλλιά που κοσμούσαν το κεφάλι της αγαπημένης της κόρης. Η Λειλά πανικοβλήθηκε. Ξαφνικά της ήρθαν στο μυαλό δεκάδες ιστορίες που είχε ακούσει από τη φίλη της την Μπειρά, για παιδιά που χωρίς ίχνος μία μέρα εξαφανίστηκαν. Όχι αποκλείεται να ήταν η δική της Σελίλ. Εψαξε τα 30 τ.μ. του σπιτιού πανικοβλημένη μήπως βρεί ένα παραμικρό της ίχνος. Το παιδί δεν ήταν πια εκεί. Μπήκε στην κάμαρή της να βρει το κινητό της και να πάρει την Μπειρά. Ήταν φοβισμένη. Όπως πιάνει από το κομοδίνο της το κινητό τα δαχτυλά της ψιλάφησαν ένα διπλωμένο χαρτί. Έντρομη ξεδίπλωσε το λευκό, μικροσκοπικό χαρτί. Δεν της θύμησε καθόλου το γραφικό χαρακτήρα της κόρης της. Το κείμενο έδινε την αίσθηση πως γράφτηκε γρήγορα και θυμωμένα. Τα γράμματα ήταν αυστηρά, χωρίς ίχνος συναισθήματος. Χωρίς μία στάλα αγάπης. Έτσι της φάνηκε.

«Μη με ψάξεις. Ήρθε η στιγμή μου. Η ώρα μου. Είναι η ώρα του καθήκοντος. Να είσαι περήφανη για μένα. Αντίο»

Η Σελίλ θα μπορούσε να είναι ένα από τα 800 περίπου παιδιά τα οποία εξαφανίζονται κάθε χρόνο από τη Γαλλία, με την υπόνοια της επιστράτευσής στις ομάδες του ISIS. Παιδιά που ζουν σε κοινότητες υποβαθμισμένες, παιδιά επίσης με σημαντικό υπόβαθρο επιδόσεων στα σχολεία αλλά και παιδιά που προέρχονται από προβληματικές οικογένειες, που έχουν «κάνει» ακόμα και φυλακή, παιδιά που έχουν περάσει τραυματικές εμπειρίες είναι οι πιο εύκολοι στόχοι. Παιδιά που ενδεχομένως δε θα βρεθούν ποτέ πια ή που κάποια στιγμή καταφέρνουν από μόνα τους να απεγκλωβιστούν από την προπαγάνδα. Μέσα από ιστότοπους που λειτουργούν ως μέσο παρηγοριάς περνώντας «πατριωτικά» μηνύματα με τη μορφή προπαγάνδας αλλά και φανατισμού, μέσα από την κοινωνική δικτύωση, διακριτικά και χωρίς να αφήνουν σημάδια, οι οργανώσεις φτιάχνουν έδαφος για υποψήφιους μελλοντικούς τρομοκράτες. Μέσα σε όλα αυτά τα ποσοστά να προσθέσουμε επίσης τους γονείς που με κίνδυνο της ζωής τους, παίρνουν ολες τις αποταμιεύσεις τους και φεύγουν στις χώρες της Ανατολής με ένα μόνο στόχο. Να βρουν το χαμένο παιδί τους. Κάποιοι είναι τυχεροί. Κάποιοι δε θα το ξαναδούν ποτέ.

Ναι. Η κοινωνία που ζούμε δεν είναι αγγελικά πλασμένη. Στα δημοκρατικά πλαίσια που ζούμε και κινούμαστε ξεχάσαμε σε ποιες περιπτώσεις θα πρέπει να πολεμίσουμε την ασυδοσία. Και κυρίως πώς θα διαφυλάξουμε τις νεώτερες γενιές από το φανατισμό υπέρ του πολέμου και της αυτοκτονίας για ιερό σκοπό. Οι Μουσουλμάνοι δεν είναι όλοι δολοφόνοι. Δολοφόνοι είναι αυτοί που διαβάζουν το κοράνι λανθασμένα και πράττουν ως καλοκουρδισμένες μηχανές πολέμου. Δολοφόνοι είναι και αυτοί που χρηματοδοτούν δολοφόνους. Έτοιμους να θυσιάσουν αθώα παιδιά και οικογένειες σε συναυλίες, σε εορτές, ακόμα και την ώρα της δουλειάς.

Δεν προτείνω λύσεις. Ενεργώ ως σκεπτόμενος λογικά άνθρωπος. Πόλεμοι υπήρξαν πάντα, εμφύλιοι, κατακτητικοί, θρησκευτικοί, πολιτικοί, οικονομικοί… Δε θα πάψω να ενεργώ με γνώμωνα την αγάπη και την ισότητα των λαών. Στόχος μου να θωρακίσω τα παιδιά μου με όσο το δυνατόν περισσότερη δύναμη ψυχική και κριτικό πνεύμα. Δεν ξέρω να θα το επιτύχω. Ελπίζω. Κυρίως όταν το μέλλον της ανθρωπότητας περνά από αμφισβήτηση. Δε φοβάμαι. Επαγρυπνώ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook