«Έρωτας τυφλός»

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η καρδιά χτυπούσε δυνατά όταν έμπαινε στην πολυκατοικία. Δε φαινόταν σε καλή κατάσταση, η πόρτα της εισόδου δεν έκλεινε καλά, γύρω στα παράθυρα το ξύλο ήταν ξεφτισμένο και τα τζάμια –όπου φαίνονταν- ήταν αφημένα από το γυναικείο χέρι. Μπήκε μέσα. Θα τον συναντούσε. Εκείνον! Τον πρώτο έρωτα! Χτύπησε την πόρτα του. Της άνοιξε νυσταγμένα. Έπεσε στην αγκαλιά του. Εκείνος της χαμογέλασε μισά και της είπε να περιμένει λίγο. Κάθισε στο δωμάτιό του, άλλωστε το σπίτι δεν ήταν μεγάλο. Ήρθε δίπλα της. Εκείνη προσπάθησε να του πιάσει κουβέντα, μα εκείνος έδειχνε να μην προσέχει. Άρχισε να την αγγίζει. Χωρίς χάδια, χωρίς γλυκόλογα. Άλλωστε τι να τα κάνει εκείνη όλα αυτά; Ποτέ της δεν είχε ακούσει τρυφερές κουβέντες, της φαίνονταν ανούσιες. Μα αυτή η έλλειψη «εισαγωγής» της έπεφτε κάπως βαριά. Δεν ήξερε άλλον. Δέχτηκε τα αγγίγματά του, τα επιθετικά φιλιά του, το δυνατό πιάσιμό του που έφτανε στο σημείο να την πονά. Μα εκείνη ήταν «δυνατή» και δε μίλαγε. Μόνο μάθαινε, όσα δεν της είχε πει ποτέ κανείς. Εκείνος ήταν ο πρώτος της έρωτας. Τον αγαπούσε –νόμιζε. Την αγαπούσε –πίστευε.

Βρέθηκαν εκείνο τον μήνα κάμποσες φορές. Μα ο μήνας πέρασε και οι ανησυχίες άρχισαν να ζώνουν το κοριτσίστικο κορμί της. Κάτι δεν έβγαινε καλά στο μέτρημα. Μήπως… μήπως δεν πρόσεξαν όσο έπρεπε; Μπα! Καθησύχασε τον εαυτό της. Θα είναι μόνο η ιδέα της. Εκείνη τη μέρα, πέρασε με αγωνία το κατώφλι του σπιτιού του. Μόλις την είδε, δεν μίλησε. Άρχισε να την στριμώχνει, να την αγγίζει, χωρίς χάδια. Προσπαθούσε να του μιλήσει. Να τον ρωτήσει. Να μοιραστεί τους φόβους της για να την ηρεμίσει. Μα με την πρώτη ερώτηση, θυμάται ακόμα πως ξεφύσηξε λίγο, σα να βαριόταν και την έσπρωξε προς την πόρτα. «Τα λεφτά μισά-μισά και έκτρωση», της είπε. «Δε χαλάω εγώ τη ζωή μου για ένα παιδί!» Της ήρθαν σα χαστούκι τα λόγια του. Προσπάθησε να του μιλήσει. Εκείνος την έσπρωξε και της έκλεισε την πόρτα πριν προλάβει να απομακρυνθεί από αυτή. Έμεινε εκεί για λίγο να κρατά –σα σε αγκαλιά- την πόρτα. Ξύλινη, κρύα, χωρίς ήχο. Γέμισε φόβο, άγχος, κενό.
Βγήκε στο δρόμο. Το μυαλό της είχε μουδιάσει. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ την πιθανότητα εγκυμοσύνης μέχρι εκείνη τη μέρα. Και τώρα, αντί να ηρεμίσει με την παρουσία του, είχε γεμίσει φόβο με τα λόγια του και κενό με την απουσία του. Αισθάνθηκε ξαφνικά βρώμικη. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως όλα ήταν η ιδέα της. Πως δεν τρέχει τίποτα, πως είναι μια παρεξήγηση. Μα όσο σκεφτόταν την αντίδρασή του, τόσο οι φόβοι την έζωναν από παντού. Ο πανικός άρχισε να κυριαρχεί, δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια. Δεν ήξερε πού να πάει. Σε ποιον να μιλήσει. Ήταν εντελώς μόνη. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να τη νιώθει ή να γνωρίζει το παραμικρό για τη σχέση ή τη θέση της αυτή τη στιγμή. Άρχισε να τρέχει σε μια σχετικά τυχαία κατεύθυνση. Έφτασε μέχρι την κοντινή πλατεία. Δεν έβλεπε μπροστά της. Τα μάτια ήταν γεμάτα δάκρυα, το μυαλό έπαιρνε χίλιες στροφές και έσκαγε με φόρα πάνω σε αδιέξοδα. Λέξεις όπως εξετάσεις, σπουδές, καριέρα, γάμος, οικογένεια, παιδιά, χόρευαν σε έναν άτακτο και άτσαλο, άγριο χορό χωρίς έλεος. Μα πάνω απ’ όλα ηχούσαν στα αφτιά της τα λόγια του «τα λεφτά μισά-μισά…», «…έκτρωση…», «δε χαλάω εγώ τη ζωή μου για ένα παιδί!» Δεν άντεξε. Ήθελε να μπει ένα τέλος σε όλα αυτά. Ένα τέλος οριστικό. Στην αγκαλιά εκείνη, τη μόνιμη, που ο πόνος σταματά και το δάκρυ σβήνει. Χωρίς επιστροφή. Στάθηκε στη μέση της πλατείας. Τα πόδια της δεν τη βαστούσαν. Προκειμένου να σωριαστεί στη μέση του πουθενά, όρμησε μέσα στην εκκλησία της γειτονιάς. Ήταν καθημερινή και έτσι λογικά θα ήταν άδεια, προσφέροντας ένα προσωρινό καταφύγιο μέχρι να ανασυντάξει τις δυνάμεις της.
Κι εκεί αναπάντεχα βρήκε τον καθηγητή των μαθηματικών από το σχολείο της. Τη συμπαθούσε. Τη ρώτησε –τυπικά μα εγκάρδια- πώς είναι. Προσπαθώντας να συγκρατήσει τον εαυτό της, απάντησε, μα δεν κατάφερε να κρυφτεί. Εκείνος, θρήσκος από τους λίγους καλούς ανθρώπους που ξεμένουν στη γη. Την πήρε από το χέρι και με ένα ειλικρινές χαμόγελο πήγε να τη συστήσει στον εφημέριο του ναού. Μίλησε με λόγια κολακευτικά –δεν ήταν ψέματα- εκείνη όμως ένιωθε πως δεν άξιζε αυτής της υποδοχής. Όσο περισσότερα έλεγε, τόσο πιο πολύ εκείνη πονούσε. Χαμογέλασε αχνά. Είπε πως «ο κύριος Καθηγητής υπερβάλει». Και μέσα από δύο αδιάφορες φράσεις της, ο κύριος Καθηγητής, σταμάτησε να μιλά, την κοίταξε τόσο βαθιά στα μάτια, που πρέπει να διάβασε μέχρι και την τελευταία της σκέψη και ανήσυχος έσκυψε –για να μην τον ακούσει ο εφημέριος- και της ψιθύρισε «Είσαι έγκυος;»
Σαν κύμα τη χτύπησε η πραγματικότητα που για μια δυο στιγμές πάλευε να της ξεφύγει. Σαν κύμα ξεχύθηκαν τα δάκρυα από μέσα της. Κρύφτηκε στην, πατρική αγκαλιά του –αυτή που φρόντιζε έξι παιδιά στο σπίτι του- και έκλαψε, έκλαψε, έκλαψε… Άκουσε πάλι σαν σε ψίθυρο την ίδια φωνή να της λέει: «Μη κάνεις ένα λάθος για να «διορθώσεις» ένα άλλο». Την πήρε παράμερα, της μίλησε, τη νοιάστηκε.
Γύρισε σέρνοντας, τα πόδια της, στο σπίτι. Οι γονείς, την είδαν, αλλά δεν την ένιωσαν. Την κοίταξαν, αλλά δεν την κατάλαβαν. Πήγε εξουθενωμένη στο κρεβάτι της, να σταματήσει τις σκέψεις με τον λήθαργο του ύπνου. Τι κι αν ήταν μέρα; Ήθελε να σταματήσει το χρόνο. Δύο μέρες, δεν έφαγε. Ξύπναγε, έκλαιγε, φοβόταν, μετάνιωνε. Δύο μέρες σκεφτόταν τη μόνιμη διαφυγή, ως λύτρωση. Μα στο τέλος ένας ψίθυρος στερεώθηκε στην καρδιά της: «Μην κάνεις ένα λάθος για να διορθώσεις ένα άλλο».
Εκείνο το πρωί ξύπνησε… ξανά.

 

Φ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook