TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Εσύ που το χέρι όπλισες…

Εσύ που το χέρι όπλισες…

Κοίταξε για μια στιγμή το δωμάτιο γύρω του. Όλο ήταν πλέον τακτικό. Κάθε πράγμα είχε πάρει τη θέση του. Τα βιβλία στη βιβλιοθήκη, τα τετράδια στο συρτάρι. Τα έγγραφα, ταξινομημένα. Στυλό, μολύβια, χαρτοκόπτης, μαρκαδοράκια, στη μολυβοθήκη. Ίσιωσε τα διακοσμητικά για να μπουν στη θέση που έπρεπε. Κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Άφησε τη ματιά του να πλανηθεί σε όλο το δωμάτιο. για να ελέγξει πως ήταν όλα στη σωστή τους θέση. Άνοιξε τον φάκελο που είχε μπροστά του. Έριξε μια ακόμα ματιά στα έγγραφα που είχε μέσα. Τα φυλλομέτρησε και τα έκλεισε με αργές κινήσεις. Πήρε μια ακόμα ανάσα. Έσφιξε τα δόντια και ανάσανε ξανά. Η απόφαση είχε στερεωθεί πια μέσα του. Αυτό ήταν το επόμενο βήμα. Έπρεπε να το ολοκληρώσει. Κοίταξε τις δύο φωτογραφίες πάνω στο γραφείο. Χάιδεψε τις κορνίζες και τις τοποθέτησε με την αναάποδη στο συρτάρι του. Πήρε άλλη μία ανάσα. Ήρθε η ώρα. Αυτή ήταν η στιγμή του… αυτή. Τώρα ήταν πλέον όλα τακτοποιημένα στη σωστή τους θέση. Μια τελευταία ματιά, ένα γύρω στο δωμάτιο. Χάιδεψε με το βλέμμα όλα τα αντικείμενα, ένα γύρω, και το χώρο. Όλα ήταν εντάξει. Μόνο μία εκκρεμότητα υπήρχε. Μία και μοναδική αταξία, που ήρθε η στιγμή της να μπει κι αυτή στη δική της μοναδική τάξη. Μια μικρή παραφωνία στην τελετουργική αυτή οργάνωση του χώρου. Μια ανάσα ακόμα. Ξεκλείδωσε με σταθερό χέρι το μικρό συρτάρι του γραφείου. Πήρε το υπηρεσιακό του περίστροφο…

Ένας λεκές και το κορμί του ήταν η μόνη αταξία στο χώρο, λίγες στιγμές μετά. Στο χαρτοφύλακα που βρέθηκε πάνω στο γραφείο του, είχε σφραγισμένους φακέλους για κάθε έναν από τους “δικούς”. Ένα δικό του τελευταίο αντίο. Πήρε ο καθένας ότι του άξιζε από αυτό το περαστικό κορμί της γης ετούτης.
… … …

“Εσύ ΦΤΑΙΣ!!” ούρλιαξε από τα σωθικά της η μάνα του. “ΕΣΥ και ΜΟΝΟ ΕΣΥ !!!” Έβγαζε τον πόνο της, ξεσπώντας σε ουρλιαχτά, και ορμώντας στο άλλο της παιδί, που έκανε το λάθος να ζει ακόμα. Όρμησαν οι συγγενείς να τη συγκρατήσουν. Μα ο πόνος της μάνας είναι αβάσταχτος όταν χάνει το παιδί μέσα από τα χέρια της… Ποιος να της το αρνηθεί; Βλέμματα κοιτάζουν με συμπόνια το γονιό και αναρωτιούνται, ίσως και να κατηγορούν την αδερφή. Το δίκιο δε βαστά! Δεν κρύβεται. Ποιος να της το αρνηθεί το δίκιο αυτής της μάνας; Το παιδί της έχασε μέσα από τα χέρια της. Και τώρα μέσα από τα στήθια της βγαίνουν τα ουρλιαχτά του θρήνου που το χρόνο δε γυρίζουν πίσω. Πόνος, θυμός, οργή, πίκρα κι απογοήτευση βρίσκουν στόχο κι αποδέκτη στη μικρή αδερφή, που στέκει σε μια άκρη αδάκρυτη, ανέκφραστη και παγωμένη. Μοιάζει να παρακολουθεί απλά ένα έργο δραματικό χωρίς συμμετοχή.

Ο χώρος δεν τη βαστούσε, ήταν πια “απόβλητη”. Το έβλεπε στα μάτια όλων που φρόντιζαν τη μάνα. Βγήκε από το δωμάτιο, δίχως να πει κουβέντα -ποιο το νόημα άραγε κι αν μίλαγε; Μπήκε στο αυτοκίνητο μηχανικά, ανέκφραστα. Οδήγησε κάμποση ώρα μέχρι να φτάσει στον μικρό κυματοθραύστη του Φαλήρου, εκεί που κάποτε έπαιζαν παιδιά. Άφησε τον πόνο της ελεύθερο στην αγκαλιά της θάλασσας που μπλέχτηκε με τα δάκρυά της. Ταξίδεψε τη σκέψη της σε παρόν και παρελθόν και ελευθέρωσε το ατελείωτο ορμητικό “κατηγορώ” της:

Εσύ που όπλισες το χέρι ετούτο κι ακόμα δεν το βλέπεις! Εσύ που το παιδί σου άφησες όταν το γέννησες σε ξένα χέρια… Εσύ που τη χαρά του ζήλεψες και το λαμπρό χαμόγελό του όταν αυτό σε άλλης γυναίκας αγκαλιά χάριζε τα παιδικά του λόγια… Εσύ που μια μέρα αποφάσισες να κλέψεις τη δική τους ευτυχία και να την κάνεις να μοιάζει με τη δική σου μαύρη καρδιά. Πήρες πίσω ετούτο το παιδί στερώντας του τη “δική του” μάνα και σκίζοντας την άλλη σαν “χαροκαμένη”. Αλλά δε σε ένοιαζε αυτό, στον κόσμο ήσουν μόνο εσύ! Έβλεπες τι ήθελες και το άρπαζες. Και γέλαγες… Γέλαγες γιατί ήξερες τι προκαλούσες. Μόνο γελούσες… παράξενα, τσιριχτά, χαιρέκακα.

Εσύ που όπλισες το χέρι ετούτο… Εσύ ήσουν που το χέρι σου άπλωσες όχι για χάδια κι αγκαλιές επάνω του, δοκιμάζοντας τη δύναμη των χεριών σου, και την λύσσα του θυμού σου, τόσο που το μικρό του κορμάκι άφηνε ίχνη ούρων που έτρεχε να κρύψει για να μη θυμώσεις ακόμα περισσότερο.

Εσύ που κάθε του ανάσα απέρριψες, που κάθε του επιλογή χλεύασες…
Εσύ που ευχόσουν να μην το είχες γεννήσει…
Εσύ που το θεωρούσες ένοχο για τη δική σου δυστυχία…
Εσύ που δεν του χάρισες ένα χαμόγελο…
Εσύ που του μαύριζες κάθε καλή στιγμή, μόλις το έβλεπες λίγο να χαμογελά και του έπνιγες κάθε του ανάγκη για φροντίδα.
Εσύ που του έμαθες να μην εκφράζεται…
Εσύ που του έμαθες πως αν μιλά μόνο κίνδυνος και απειλή γεμίζει ο κόσμος…
Εσύ που του έδειξες πώς να νιώθει παρείσακτος, πώς να νιώθει μόνος…
Εσύ που τον έκανες να νιώθει το βάρος της δικής σου ζωής να τον πνίγει…
Εσύ που τον έδιωξες από το σπίτι…
Εσύ που από την ενηλικίωσή του δεν τον ξαναδες… Ούτε τον έψαξες… Μόνο θύμωνες κι έλεγες για τον “άχρηστο” που δε σκέφτεται τις ανάγκες της μάνας του και την έχει παρατήσει.
Εσύ που ήθελες να δέχεται τα καμώματά σου και έπειτα απαιτούσες να σε συγχωρεί.

Εσύ που ποτέ δεν τον άκουσες…
Εσύ που ποτέ δεν του γλυκομίλησες…
Εσύ που δεν τον χάιδεψες…
Εσύ που δεν τον ένιωσες…
Εσύ…
ΕΣΥ….!!!!
Έρχεσαι τώρα και θυμάσαι ξαφνικά πως είσαι “μάνα” και διατυμπανίζεις το δικό σου πόνο. Εσύ δεν είδες ποτέ, τον πόνο που τόσο απλόχερα του χάρισες σα δώρο μοίρας απ’ την κούνια του.
ΕΣΥ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΟΠΛΙΣΕΣ!
ΔΕ ΣΕ ΛΥΠΑΜΑΙ!!!

Εκείνον λυπάμαι… Μα ξέρω πως λευτερώθηκε… Κι άνοιξε το δρόμο των ψυχών.
Ελπίζω να στεριώσει εκεί καλύτερα. Να φωλιάσει… Να ταιριάξει… Να γίνει ένα με τον άνεμο…

Κι εγώ εδώ… ως αδερφή…
Θα του μιλώ απ’ τα κύματα…

 

Α.Α

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *