«F» – Ο ασπρόμαυρος εκδικητής

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η κοιλιά της Fifis γουργούρισε. Για πολλοστή φορά το μπολ της ήταν άδειο.

«Ένα μήνα τώρα μόνη στο διαμέρισμα πρέπει να το πάρω απόφαση. Με εγκατέλειψαν!»

Βγήκε στο μπαλκόνι και η μύτη της εντόπισε τις μυρωδιές από το σουβλατζίδικο στη γωνία.

«Εκεί θα πάω, αυτοί πάντα κερνάνε»

Βγαίνει στο δρόμο και πάει και κάθετε στο πρώτο τραπέζι μπροστά στο δρόμο. Κάνει πίσω τα αυτιά, κάνει μεγάλα και υγρά τα μάτια της και κουνάει την ουρά της σε όποιον περνάει δίπλα της. Τότε ο νεαρός σερβιτόρος κόβει ένα μπούτι από το κοτόπουλο στη σούβλα, της το δίνει και τη χαϊδεύει  στο κεφάλι.

Από μακριά βλέπει έναν παππού με τον εγγονό του να πλησιάζουν και να κάθονται στο διπλανό τραπέζι. «Εδώ είμαστε» σκέφτηκε και κουνώντας  την ουρά, πλησιάζει το αγοράκι και του δίνει το χέρι της.

Τη βλέπει ο παππούς σηκώνει τη μαγκούρα και της δίνει μια στα πλευρά φωνάζοντάς της «Ούστ από ‘δώ κοπρόσκυλο». Βγάζει μια στριγγλιά πόνου η Fifi και  κρύβεται στη γωνία πίσω από το σουβλατζίδικο. Δεν έφυγε όμως, περίμενε μέχρι να σηκωθούν και ακολούθησε τον παππού και τον εγγονό μέχρι το σπίτι τους λίγα τετράγωνα παρακάτω. Μπήκαν σε ένα σπίτι με κόκκινα παράθυρα και μια κόκκινη, ξύλινη εξώπορτα. Σημείωσε κάτι στο μπλοκάκι της και έφυγε για το σπίτι της.

Μπαίνοντας μέσα, πήγε στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε. Τα μουστάκια ήταν ζωηρά και πεταχτά, τα αυτιά της μακριά με κατσαρό μαύρο τρίχωμα και η ουρά της περήφανη και λευκή.  «Είμαι όμορφη» σκέφτηκε « ψηλή, ασπρόμαυρη και η μύτη μου μαύρη κ γυαλιστερή»

«ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΞΑΝΑΠΕΙ ΚΟΠΡΟΣΚΥΛΟ ΘΑ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΠΟΛΥ ΑΚΡΙΒΑ» φώναξε.. «Αυτός θα πάρει μια μικρή δόση από την εκδίκηση μου» και ξεκίνησε να λιμάρει τα νύχια της.

Όταν νύχτωσε,  φόρεσε μια μαύρη μάσκα και ένα μαύρο κολάρο, κοίταξε μια τελευταία φορά το μπλοκάκι με την διεύθυνση και το όνομα, και βγήκε ξανά στο δρόμο.

Ήταν σκοτάδι και έτσι ήταν εύκολο να κυκλοφορήσει ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και να φτάσει μέχρι   το σπίτι με τα κόκκινα παράθυρα, χωρίς να την δει κανείς.

Πάει στην είσοδο, ανεβαίνει στο πλατύσκαλο και αφήνει μια σκατούλα. «Τώρα θα σου δείξω εγώ» Κατεβαίνει, χαρούμενη με τη γλώσσα έξω κ πάει στην απέναντι μεριά του δρόμου μπροστά από το σπίτι και αρχίζει να γαυγίζει ασταμάτητα και ενοχλητικά.

Ανοίγει η κόκκινη εξώπορτα «Ουστ αποδώ κοπρ… σσσπλιτς.. Μόλις είδε την Fifi ο παππούς, πήγε να τη διώξει, πατάει στο σκαλί και σπλιτς χώνεται η δερμάτινη παντόφλα στη σκατούλα.

H Fifi, με τη γλώσσα έξω και ένα χαμόγελο ικανοποίησης, χάθηκε στο σκοτάδι . Δεν είχε όμως τελειώσει ακόμα. Πήγε και το επόμενο βράδυ. Και το παρεπόμενο και συνέχισε κάθε βράδυ για περίπου 2  εβδομάδες ακόμα, σπλιτς, σπλιτς και σπλιτς…

Ώσπου το τελευταίο βράδυ, μετά το σπλιτς μπαίνει ο παππούς στο σπίτι, πυρ και μανία, κατακόκκινος, η καρδιά του να χτυπάει δυνατά, να ζαλίζεται, να παραπατάει, σκοντάφτει και πάρ’ τον  κάτω. Και εκεί έμεινε, έπαθε εγκεφαλικό και πέθανε.

«Να πατάει για πάντα τις σκατούλες μου ήθελα, αλλά και αυτό μου κάνει» σκέφτηκε η Fifi και με τη γλώσσα έξω και ένα χαμόγελο ικανοποίησης, χάθηκε ξανά στο σκοτάδι.

Μαζεύονται οι συγγενείς για την αγρυπνία και το επόμενο πρωί φεύγουν όλοι μαζί για την κηδεία.

Κλείνοντας η κόκκινη εξώπορτα πίσω από το φέρετρο, είχε χαραγμένο πάνω της ένα μεγάλο «F».

Koko Roussa

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Μαργαρίτα Τσεντελιέρου
Pietá

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook