«Ολίβιε Πλίτσπλοτς, βγες τώρα από την ντουλάπα!!! Βγες τώρα είπα!!! Μα επιτέλους πότε θα το καταλάβεις ότι μπορώ κι εγώ να σε μάθω να πετάς;»
Ο Ολίβιος Πλίτσπλοτς ήταν ανένδοτος. Δεν θα πετούσε ποτέ με οδηγό μια γυναίκα, ακόμα κι αν αυτή η γυναίκα ήταν η δεσποινίς Πηνελόπη Ράναγουέϊ. Η Ευγενία Ντάουνπουρ στεκόταν στην ομπρελοθήκη ανυπόμονη. Έξω ψιλόβρεχε και ήταν μια τέλεια ευκαιρία για μια βόλτα με την κυρία της. Αυτός ο Ολίβιος ήταν τόσο ξεροκέφαλος. Έχανε ένα σωρό βόλτες πάνω από την πόλη με αυτή την εμμονή του να θέλει οδηγό έναν κύριο.

Η Πηνελόπη Ράναγουέϊ λάτρευε από παιδί τις ομπρέλες. Οι γονείς της είχαν δικό τους ομπρελάδικο και η Πηνελόπη καθόταν με τις ώρες και χάζευε που τις έφτιαχναν και μετά τις έβαζαν στις ξύλινες θήκες τους. Έφτιαχναν ομπρέλες-μπαστούνια, με περίτεχνα χερούλια, πολύχρωμα υφάσματα, για άντρες και γυναίκες. Έτσι, μεγαλώνοντας η Πηνελόπη είχε μια μεγάλη συλλογή από υπέροχες ομπρέλες, μα οι αγαπημένες της ήταν η Ευγενία Ντάουνπουρ και ο Ολίβιος Πλίτσπλοτς. Η μία ήταν μια ομπρέλα με άνιμαλ πριντ, σε μπεζ και μαύρο, με μαύρη γυαλιστερή λαβή και μαύρη μύτη. Η άλλη ήταν με καφέ ξύλινη λαβή και μαύρη μύτη, σε μπλε σκούρο καρό μοτίφ. Πριν πεθάνει ο πατέρας της, της έφτιαξε δύο ομπρέλες, την Ευγενία Ντάουνπουρ και τον Ολίβιο Πλίτσπλοτς. «Να θυμάσαι, παιδί μου, όταν θα θες να πετάξεις όλο κι όλο που θα έχεις να κάνεις είναι να ανοίξεις τα μάτια της καρδιάς σου, να βάλεις τα γρανάζια του μυαλού σου μπροστά και να πάρεις μια βαθιά ανάσα και θα βρεθείς όπου θες εσύ. Μα πρόσεχε, μην χάσεις την ομπρέλα σου. Δεν είναι όλες οι ομπρέλες για μεγάλα ύψη. Κατάλαβες;»

Η Πηνελόπη, είδε κι αποείδε να προσπαθεί να βγάλει τον Ολίβιο από την ντουλάπα, αλλά αυτός χωνόταν όλο και πιο βαθιά, κρυβόταν ανάμεσα στα παλτά και στα φορέματα και δεν έλεγε να βγει. Έτσι, φόρεσε το κασμιρένιο της ημίπαλτο, την μάλλινη τραγιάσκα της και το ασορτί κασκόλ της, πήρε την Ευγενία Ντάουνπουρ και βγήκε από την πόρτα. «Έτοιμη; Ας πετάξουμε!» είπε και έκλεισε τα μάτια της, πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε την ομπρέλα της. Μα τι ωραία που φαίνεται η μικρή τους πόλη από ψηλά!! Ο τέλειος καιρός για να πετάς! Οι στέγες έμοιαζαν σαν ένα τεράστιο φίδι και τα κεραμίδια στραφτάλιζαν από το νερό της βροχής.

Λίγο μετά προσγειώθηκαν έξω από το καφέ του Τζόρνταν Τάγκριντι, το καφέ με την καλύτερη ζεστή σοκολάτα της πόλης. Η Πηνελόπη, έκλεισε την ομπρέλα της και μπήκε στο καφέ. Την κρέμασε στην πλάτη της καρέκλας της και κάθισε. Παρήγγειλε τη ζεστή σοκολάτα της και άνοιξε το βιβλίο της.
– Κι εσείς εδώ; Τι ευχάριστη σύμπτωση; άκουσε μια ζεστή αντρική φωνή να της απευθύνεται. Σήκωσε το βλέμμα της και είδε τον ψαρομάλλη κύριο που έμενε λίγο πιο κάτω από το ομπρελάδικό της και τα πρωινά περνούσε έξω από τη βιτρίνα της, την καλημέριζε χαμηλώνοντας το γείσο του καπέλου του και συνέχιζε την πορεία του.
– Κύριε Πανμάν, τι έκπληξη! Συχνάζετε κι εσείς εδώ; Του είπε χαμογελώντας.
– Δεν θα το έλεγα, αλλά σήμερα έχει εδώ μία συγκέντρωση η εταιρεία στην οποία εργάζομαι και δεν θα μπορούσα να απουσιάζω. Εσείς; Είστε θαμώνας;
– Ω, ναι. Κάθε Κυριακή πρωί έρχομαι και απολαμβάνω την σοκολάτα του κ. Τάγκριντι. Όταν ανοίγει ο καιρός βγάζει τραπεζάκια στην πίσω αυλή και είναι υπέροχα ανάμεσα στις τριανταφυλλιές.
– Να σας κάνω παρέα; Έχω λίγη ώρα ακόμα μέχρι να μαζευτεί ο κόσμος.
– Παρακαλώ!

Ο κύριος Πανμάν ήταν ραδιοφωνικός παραγωγός. Η Πηνελόπη κάποια βράδια καθόταν δίπλα στο ραδιόφωνό της, άλλοτε διαβάζοντας και άλλοτε σχεδιάζοντας ομπρέλες, και άκουγε την εκπομπή του. Όταν ο κύριος Πανμάν εγκαταστάθηκε λίγο πιο κάτω από το μαγαζί τους περνούσε συχνά και έπιανε κουβέντα με τον πατέρα της. Ο γέρος άντρας χαιρόταν που συζητούσε για την καθημερινότητα με έναν άνθρωπο του ραδιοφώνου. Καναδυό φορές είχε επισκευάσει και την ομπρέλα του κ. Πανμάν που όλο κάτι πάθαινε με τον αέρα και τσάκιζαν οι ακτίνες της.
«Κύριε Πανμάν μου, πώς να πετάξεις με τέτοια ομπρέλα;»
«Κύριε Ράναγουέϊ, για να μη βρέχομαι τη χρειάζομαι. Όχι για να πετάω.»
του απαντούσε εκείνος.

Έτσι, με την κουβέντα για ραδιοφωνικές εκπομπές, μουσική, βιβλία, ομπρέλες και σοκολάτες η ώρα πέρασε, ο ήλιος άρχισε να φαίνεται πίσω από τα σύννεφα και η Πηνελόπη αποφάσισε να περπατήσει στη λιακάδα. Σηκώθηκε, φόρεσε το πανωφόρι της και βγήκε έξω από το καφέ. Φτάνοντας στο σπίτι αντιλήφθηκε πως ξέχασε στου Τάγκριντι την Ευγενία Ντάουνπουρ! Ξαναβγήκε από την πόρτα, μπήκε σε ένα ταξί και πήγε να την ψάξει, μα δεν ήταν εκεί. Ρώτησε τον σερβιτόρο αλλά ούτε εκείνος την είχε δει. Η Πηνελόπη επέστρεψε στο σπίτι απογοητευμένη. Πού πήγε ολομόναχη η Ευγενία; Κι αν την άρπαξε κανείς; Θα μπορέσει να πετάξει και να επιστρέψει;

Την άλλη μέρα το πρωί η Πηνελόπη άνοιξε με μισή ψυχή το ομπρελάδικό της. Καθώς έμπαινε μέσα έσπρωξε με το παπούτσι της έναν εκρού φάκελο που είχε απ’ έξω το όνομά της. Τον άνοιξε και διάβασε:
«Φίλτατη δεσποινίς Ράναγουέϊ,
Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι η ομπρέλα σας βρίσκεται στο σπίτι μου. Μπορείτε να είστε ήσυχη καθώς δεν χάθηκε. Σε πρώτη ευκαιρία, ελπίζω πριν την επόμενη βροχόπτωση, θα φροντίσω να σας επιστραφεί.
Μετά τιμής,
Οράτιος Πανμάν.»

Μα τι ωραία που ξεκινούσε η μέρα! Η Ευγενία Ντάουνπουρ θα βρισκόταν ακόμα και σήμερα πάλι στα χέρια της, αφού ακόμα δεν είχε έρθει η ώρα που ο κ. Πανμάν θα περνούσε έξω από τη βιτρίνα της. Μα η μέρα κύλησε και ο κ. Πανμάν δεν φάνηκε. Κάτι θα του έτυχε, σκέφτηκε η Πηνελόπη. Κλείδωσε το μαγαζί της κι επέστρεψε στο σπίτι της.

Πέρασαν αρκετές μέρες και ο κ. Πανμάν δεν φαινόταν. Η Πηνελόπη ανησυχούσε για την Ευγενία. Ήθελε πίσω την ομπρέλα της. Μα τι σόι άνθρωπος ήταν αυτός ο κ. Πανμάν; Τι να την κάνει μια γυναικεία ομπρέλα; Ένα απόγευμα, εκεί που καθόταν δίπλα στη μπαλκονόπορτα του σαλονιού της, άκουσε ένα θόρυβο από το διπλανό δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας και είδε τον Ολίβιο Πλίτσπλοτς να στέκεται μπροστά-μπροστά.
– Ολίβιε, δεν είναι τώρα η ώρα για να τσακωθούμε. Δεν θέλεις να πετάξεις μαζί μου. Θέλεις έναν κύριο. Το κατάλαβα!!! Θέλεις έναν κύριο!!! Μα αυτό είναι. Νομίζω ότι σου βρήκα τον κύριο που θέλεις!! Εμπρός πάμε!
Η Ευγενία έπιασε από την ξύλινη λαβή τον Ολίβιο Πλίτσπλοτς και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Κατέβηκε τον δρόμο και έφτασε έξω από το σπίτι του κ. Πανμάν. Χτύπησε μαλακά το ρόπτρο και προσπάθησε να δει από το μικρό παραθυράκι της εξώπορτας αν είναι κανείς μέσα.
– Παρακαλώ, ποιος είναι; ακούστηκε η ευγενική φωνή του κ. Πανμάν.
– Καλησπέρα σας, κ. Πανμάν. Είμαι η Πηνελόπη Ράναγουέϊ.
Ο κύριος Πανμάν άνοιξε την πόρτα και παραμέρισε για να περάσει. Πήρε το ημίπαλτό της και το κρέμασε στον ξύλινο καλόγερο στο χωλ. Στην ομπρελοθήκη στεκόταν η Ευγενία Ντάουνπουρ.
– Δεσποινίς Ράναγουέϊ, συγχωρείστε μου την καθυστέρηση. Επαγγελματικές υποχρεώσεις βλέπετε δεν μου επέτρεψαν να ξεκλέψω λίγο χρόνο για να σας επιστρέψω την ομπρέλα σας, αν και ομολογώ ότι η παρέα μαζί της ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα! Της είπε κλείνοντάς της το μάτι.
– Θέλετε να πείτε ότι καταφέρατε να «μετακινηθείτε» με την Ευγενία Ντάουνπουρ; Είναι μια γυναικεία ομπρέλα, πως; Μα, δεν ντραπήκατε;
– Κοιτάξτε, στην αρχή ήταν λίγο άβολα, καθώς τα χρώματα και τα σχέδιά της δεν ταιριάζουν στο στυλ μου, αλλά πάνω από ένα ύψος νομίζω ότι κανείς δεν μπορούσε να μας διακρίνει, της απάντησε χαμογελώντας πλατιά.
– Τότε, κύριε Πανμάν, θα μου επιτρέψετε να σας συστήσω τον Ολίβιο Πλίτσπλοτς! Ολίβιε, νομίζω ότι θα συμφωνήσεις κι εσύ πως ο κ. Πανμάν θα μπορούσε να σε μάθει να πετάς, τι λες; Κύριε Πανμάν, αν είναι να πετάτε τότε καλό θα ήταν να το κάνετε με το σωστό στυλ. Δεν νομίζετε;
Ο Ολίβιος χτύπησε τη μύτη του στο ξύλινο πάτωμα και έγειρε την καφέ ξύλινη λαβή του προς την παλάμη του κ. Πανμάν. Η Ευγενία Ντάουνπουρ μεμιάς γαντζώθηκε από το μπράτσο της κυρίας της και ανοιγόκλεισε λίγο τη φραμπαλαδωτή μπορντούρα της ευτυχής που θα επέστρεφε στο σπίτι αλλά και χαρούμενη που ο Ολίβιος Πλίτσπλοτς βρήκε τον κύριο που του άξιζε.