Φως στο τούνελ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τις τελευταίες ημέρες κάθομαι αραχτός, ψιλοξαπλωμένος μπροστά από το πλυντήριο. Ο γνώριμος ήχος της μηχανής και αυτό το παραθυράκι με τα υφάσματα μέσα που στριφογυρίζουν με ενοχλεί. Αισθάνομαι κουρασμένος. Διψάω και κάνει ζέστη.

Ο σαλιάρης που αναπηδά συνέχεια στην ποδιά της μαμάς μου και του μπαμπά μου με εκνευρίζει. Τρώει σαν τρελλός, χλαπακιάζει ό,τι βρει. Ακόμα και ρούχα! Αλλά τι να κάνω κι εγώ; Μεγάλωσα, πόσο πια να ασχοληθώ μαζί του; Άλλα με απασχολούν τώρα. Θέλω απλά να μείνω το χαιδεμένο μωρό του μπαμπά μου. Του έχω αδυναμία και κάθε φορά που με αγκαλιάζει, που με χαιδεύει φέρνω στο μυαλό μου τις πρώτες μας εκείνες στιγμές. Τότε που ήμουν ένα γαλανομάτικο μωρό που έτυχε να χάσει τη μαμά του. Ίσως και το δρόμο του. Ζούσαμε κοντά στο λόγο του Φιλοπάππου μαζί με τα αδελφάκια μου, μέχρι που το ζευγάρι αυτό με ανακάλυψε να κλαίω μόνο μου και με πήρε μαζί του. Όταν με είδαν άκουσα κλεφτά εκείνη να λέει πως είμαι γλυκούλι και φατσάκι και «μπουζί». Αυτη τη λέξη την ακούω χρόνια ολόκληρα. Ετσι λοιπόν βρέθηκα μαζί τους μέσα σε ένα μεγάλο κουτί με περίεργο θόρυβο που κουνάει πολύ. Εκείνη με είχε στα χέρια της. Δεν μπορούσα ακόμα να δω καθαρά αλλά άκουγα ένα περίεργο άλλο θόρυβο από πολλά πράγματα μαζί που έβγαζαν ήχους και μία άγνωστη φωνή με άλλη χροιά φώναζε “Ιt’s my life”! Οι γονείς μου άρχισαν και αυτοί να παράγουν ήχους σαν την άλλη φωνή. Και ακούω εκείνη να μου λεει. «Αυτό είναι το τραγούδι σου, η ροκιά σου».

Τον πρώτο καιρό κούρνιαζα κοντά στην παντόφλα του μπαμπά μου και αργότερα όταν πήγαινα στο κρεββάτι τους κάποια βράδια που φοβόμουν, όταν έκανα κακά όνειρα ή έβρεχε, του πιπιλούσα την παλάμη και αφηνόμουν ολόκληρος σε ένα ήρεμο ύπνο. Μου άρεσε πολύ το κρεββάτι τους. Κυρίως εκεί στο τελείωμα. Βέβαια αυτός είναι ψηλός. Δε μου άφηνε και πολύ χώρο να απλωθώ, κλωτσούσε και στον ύπνο, η άλλη η κοντή όμως είχε μία θέση στην άκρη πολλά υποσχόμενη για να κάθομαι, να κοιμάμαι, να αισθάνομαι τη μυρωδιά βρε αδερφέ. Η οικογένειά μου είναι. Χουχούλιαζα και πολλές φορές όταν ξυπνούσα, καθόμουν και τους παρατηρούσα που κοιμούνταν. Και χτυπούσα την ουρά μου στα σεντόνια σκεπτόμενος. Υπάρχει πιο ευτυχισμένη και ήρεμη στιγμή;

Νυστάζω αυτές τις ημέρες. Φταίει και η παλιοζέστη που έχει πιάσει και δε με βοηθά να αναπνεύσω καλά. Εδώ και μία εβδομάδα νιώθω τη ραχοκοκκαλιά μου πολύ αδύναμη. Μια φορά είχα δει στο κουτί με τις εικόνες που κουνιούνται κάποιον που έπινε από ένα μπουκάλι και μετά περπατούσε όπως ακριβώς εγώ τώρα… Πώς το λέγανε να δεις, μεθυσμένος. Εγώ όμως δεν έχω πιει από αυτό το μπουκάλι γιατί άραγε μου συμβαίνει το ίδιο;

Διψάω. Σηκώθηκα προχθές μετά από λίγο ύπνο και άκουσα εκείνη να μιλάει σε αυτό το μαύρο μηχανάκι. Τι περιέργειες και αυτές. Μιλάει πού, στο κενό; Λέει πως μιλάει στον παππού στην Ελλάδα. Για εμένα. Τον παππού. Έτσι με αποκαλεί τελευταία, παππουδάκι. Τώρα μπερδεύτηκα. Σε εμένα πρέπει να έρθει να μιλήσει να μου εξηγήσει τι μου συμβαίνει. Γιατί προχθές το βράδυ με χάιδευε και έκλαιγε. Δε θέλω μόνο αγκαλιές. Θέλω και λογάκια. Να περνάνε αυτές οι δύσκολες ώρες. Για αυτό χουρχουρίζω κάθε φορά που μου μιλάει. Συμμετέχω, της εξηγώ πως θέλω να είμαι καλά αλλά κάτι δεν πάει καλά. Είμαι σαν εκείνο το μηχάνημα που είχαμε στο άλλο σπίτι, που ξαφνικά άρχισε να βγάζει νερά. Ήρθε τότε ένας γιατρός και είπε μία περίεργη λέξη που μετά κατάλαβα τι σήμαινε. Αντικατάσταση.

Πέρισυ τον Αύγουστο μπήκε αυτός στο σπίτι. Άλλο μωρό.  Μόνο που αυτό κάνει φασαρία. Όλο έρχεται να με μυρίσει. Φωνάζει συνέχεια, θέλει να τραβήξει την προσοχή. Ουφ! Δεν έχω και πολλές αντοχές να ασχοληθώ με το γελοίο. Είναι νέος ακόμα. Θα μάθει με τον καιρό. Δεν ήμουν όμως ποτέ έτσι. Χοροπηδούσα μόνο όταν οι παντόφλες έκαναν περίεργο θόρυβο στο πάτωμα και ήταν η αγαπημένη μου ενασχόληση να κάνω επίθεση στον εχθρό. Τσάπα τσούπα. Και μετά γρατζουνούσα κι εκείνην καμιά φορά στα πόδια. Να μωρέ όχι πολύ, αλλά όταν έβγαζε κάτι περίεργους θορύβους σαν εκείνη την πρώτη μέρα, πώς το έλεγε δε θυμάμαι… μουσική, τραγούδι εκνευριζόμουν. Ούτε κατάλαβα ποτέ τι ήθελε και ασχολιόταν με αυτό. Βλέπανε και στο κουτί με τις εικόνες που κουνιούνται κάτι άλλους πάλι που έκαναν το ίδιο. Βαρετό! Εκνευριστικό! Έμαθα με τον καιρό να το ανέχομαι. Να κοιμάμαι. Κάτσε να δεις έχει λέξη και για αυτό. Ζεν!

Οι τελευταίες μέρες περνάνε ατελειώτα. Μεγάλος αγώνας να κάνω ελάχιστη διαδρομή για να πιω νερό. Το φαγητό δε με ενθουσιάζει, τα δόντια μου έχουν κιτρινίσει και με πονάνε. Προτιμώ να πίνω. Μου βάζουν και γαλατάκι. Θυμάμαι όταν με πρωτοβρήκαν μου έδιναν από μία ένεση. Χωρίς τη μεγάλη κεραία όμως. Τώρα μου βάζουν σε ένα πιατάκι. Είναι και δροσερό, δροσίζεται το γλωσσάκι μου.

Αύριο φεύγουμε και πάμε στη γιαγιά επίσκεψη. Τι μου θέλουν τα ταξίδια; Πού να κινηθούμε μέσα στη ζέστη; Βουνό το σκέφτομαι μέσα στο κουτί που κουνάει. Εγώ πού θα βολευτώ; Δε θέλω το σαλιάρη να με ενοχλεί. Ούτε να κάνουν ηχορύπανση όλοι. Κάτι έπιασε το αυτί μου ότι μαζί μας θα έρθουν ο Charlie Puth και ο Bruno Mars. Εδώ δεν μπορούμε να χορέσουμε έξι θα βάλουμε κι άλλους μέσα στο κουτί! Αχ στην πλάτη μου να μην είναι και όπου θέλουν ας κάτσουν κι αυτοί! Βλέπω χαμογελαστή την αδελφή μου που θα έρθουν μαζί και δε θέλω να της χαλάσω χατήρι. Με αγαπά. Και εγώ την αγαπώ. Η μυρωδιά της μου θυμίζει τον μπαμπά μου.

Περίεργες σκέψεις μου περνούν από το μυαλό. Δε θέλω να είμαι μόνος μου αλλά πρέπει. Τις τελευταίες μέρες βλέπω όνειρα πολλα. Βλέπω ένα μαύρο κυλινδρο και στο βάθος φως. Δε βλέπω πια και τόσο καθαρά στο σκοτάδι αλλά χθες άκουγα και κάποιον να με φωνάζει στο όνειρο «Chiquito…. Έλα αγόρι μου σε περιμένουμε» Μπερδεύτηκα και δεν κατάλαβα. Όμως ήταν μια πολύ γλυκιά φωνή, ζεστή, με έκανε να αισθάνομαι όμορφα όπως και στο σπίτι μου. Στα όνειρα αυτά περπατάω και βγαίνω απο τον κύλινδρο, τρέχω όπως παλιά, σκαρφαλώνω, τρώω υπέροχα φαγητά, έχει πολύ φως για να λιαστώ, υπέροχες ημέρες, απαλό αεράκι και κάποια φιλαράκια που έβλεπα να έρχονται στο σπίτι επίσκεψη, μεταξύ άλλων μία ξανθιά κυρία που με έπαιρνε αγκαλιά, την έλεγαν και αυτήν γιαγιά.

Οι ώρες περνούν, περιμένω το αυριανό ταξίδι. Σκέφτομαι σοβαρά να αφεθώ σε αυτόν τον ύπνο. Ο σαλιάρης νομίζω θα με καταλάβει αν δεν του πω αντίο. Και εκείνοι θα καταλάβουν. Τους αγαπώ. Για αυτό τους χουρχουρίζω. Αλλά θέλω να ξανατρέξω και να είμαι όπως παλιά. Ο εαυτός μου. Νέος και ελεύθερος και ξέγνιαστος. Θα σας θυμάμαι. Για πάντα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook