Στάθηκε μέσα στο σκοτάδι ακίνητη. Να αφουγκραστεί τη σιωπή.
Έβγαλε τα ρούχα της και γονάτισε. Ήξερε τι να κάνει και το ήξερε καλά. Όπως κάθε βράδυ έτσι κι αυτό ξύπνησε τη συνείδησή της και της είπε “Ήρθε η ώρα. Πάρ’ το.” Κι αυτή πήρε στα χέρια της το φραγγέλιο και αρχικά χάιδεψε την κυρτωμένη σπονδυλική της στήλη. Το σήκωσε ψηλά και το πέρασε με δύναμη πάνω από τη χαραγμένη πλάτη της. Έσφιξε τα χείλια για να μη βγει η κραυγή του πόνου. Ξανά. Το φραγγέλιο προσγειώθηκε πάνω στα ματωμένα της πλευρά ξανά και ξανά. Άλικο το αίμα ανάβλυζε από τις πληγές. Πρώτο ράβδισμα για την ασχήμια της, δεύτερο για το φόβο της, τρίτο για τη φυγή της, τέταρτο για την ανάγκη της, πέμπτο για τη δειλία της, έκτο για την άρνησή της. “Αρκετά για σήμερα.” της είπε και την παράτησε εκεί και άφησε δίπλα της το καταματωμένο φραγγέλιο.

Ανακάθισε. Δίπλωσε τα πόδια της και τα κόλλησε στο σώμα της. Άπλωσε τα χέρια της και τα τύλιξε γύρω από τα γόνατά της. Όσο σφιχτά μπορούσε, μήπως και καταφέρει να κλειστεί μέσα στον ίδιο της τον κύκλο. Να φτάσουν οι παλάμες της και να σταυρώσουν τα δάχτυλα πίσω από την πλάτη της. Ασφάλεια. Αυτάρκεια. Να ακουμπήσουν τα άκρα της και να χαϊδέψουν ιαματικά τις πληγές της. Πονάει. Ούτε στον ίδιο της τον κύκλο δεν χωράει. Δεν κλείνει. Δεν είναι καν κύκλος.

Ο ιδρώτας τρέχει και η αλμύρα του ανοίγει κι άλλο τις ουλές της. Λυγίζει. Ουρλιάζει σαν πληγωμένη λύκαινα. Αγωνία. Να ξεφύγει από το δόκανο. Να ψάξει άλλη φωλιά. Να τη φτιάξει για να χωράει ολόκληρη. Η ακόρεστη δίψα της αποδοχής την καταλάμβανε πάντα εκείνα τα βράδια. Δεν χωρούσε. Δεν άνοιγε μια πόρτα αυτός ο κόσμος για να χωρέσει, έστω κι έτσι διπλωμένη, κυρτωμένη, βουβή. Δεν χωρούσε.

Σηκώνεται όρθια και κοιτάει στον ουρανό. Κι αυτά τα φτερά στους ώμους της πάλι δεν βγήκαν. Ουρλιάζει. Με τα νύχια της παλεύει να ανοίξει εγκοπές για να ενώσει δυο φτερά και να πετάξει. Να χωρέσει στο σκοτεινό θόλο που περικλείει τα πάντα. Μα τα φτερά δεν βγαίνουν. Το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από σύννεφα για να μην την κοιτάει. “Μην, μην αποστρέφεις το πρόσωπό σου απ’ εμού, σε ικετεύω.” Ούτε ο ουρανός δεν τη θέλει. Δεν τη χωράει. Χαμήλωσε το βλέμμα στη μάνα γη. Το φραγγέλιο εκεί. Χαμηλώνει ξανά. Το παίρνει στα χέρια της. Το κοιτάει με βλέμμα θυμωμένο. Κοιτάει τα δάχτυλά της. Τα μόνα που δεν πονάνε. Τα μόνα που μπορούν να τη λυτρώσουν. Αρχίζει να σκάβει με τα δάχτυλα, αρπάζει το φραγγέλιο και το θάβει. Και ξαφνικά χαράζει. Οι ουλές κλείνουν. Ο πόνος σταματάει κι αφήνει παντού ένα μούδιασμα γλυκό. Ορθώνεται και τα φτερά κατάλευκα και δυνατά βγαίνουν στην πλάτη της. Το δόκανο σπάει και φτεροκοπάει δυνατά. Έφυγε. Χώρεσε στο φως. Χώρεσε στον εναγκαλισμό του Ήλιου και του ανέμου. Χώρεσε.