Friends no more!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

 

Ήμουν ένα ήσυχο και συνεσταλμένο παιδί κι αργότερα μια έφηβη με κλειστό χαρακτήρα και κάποια παραπανίσια κιλά. Προσπαθούσα πάντα να κάνω σχέσεις, παρέες και φίλους. Κατάφερα να μπω στην παρέα κάποιων κοριτσιών και άρχισα ακόμη και το κάπνισμα για να ταιριάζω πιο πολύ μαζί τους. Πίστευα πως θα γίνω αποδεκτή αν προσπαθούσα περισσότερο, αν ήμουν πιο κοινωνική, αν πήγαινα στα πάρτυ τους, αν ακολουθούσα τις δικές τους επιθυμίες. Όσο όμως κι αν προσπαθούσα, ποτέ δεν ένοιωσα πως είμαι ισότιμο μέλος της παρέας. Πιο πολύ ταίριαζα με τα αγόρια και προτιμούσα όπως αυτά το ποδόσφαιρο. Ειδικά με ένα αγόρι της γειτονιάς που μεγαλώσαμε μαζί από τα χρόνια του παιδικού σταθμού κι οι γονείς μας ήταν φίλοι. Χέρι χέρι οι δυο μας από τα παιδικά μας χρόνια και παντού μαζί, στο σχολείο, στις βόλτες, στο παιχνίδι. Όλοι πίστευαν πως θα καταλήγαμε ζευγάρι οι δυο μας, εμένα όμως αυτό μου φαίνονταν τόσο αστείο.

Τη χρονιά που πηγαίναμε στη δευτέρα λυκείου, ήρθε στο σχολείο μια καινούργια μαθήτρια. Ένα κορίτσι όμορφο και συμπαθητικό, κόρη καθηγητή του σχολείου μας. Καθόμουν στο θρανίο με τον αγαπημένο μου παιδικό φίλο, αλλά μας άλλαξαν και την έβαλαν να καθίσει μαζί μου. Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα και πίστεψα λανθασμένα πως ταιριάξαμε. Πέρασε έτσι η χρονιά και φτάσαμε στην τρίτη λυκείου. Η παρέα με τα όμορφα και δημοφιλή κορίτσια που τόσο προσπάθησα να ενσωματωθώ παρέμενε σε απόσταση. Μιλούσα μαζί τους, πηγαίναμε μαζί φροντιστήριο, όμως άνηκα αλλού. Η δική μου παρέα ήταν νέα μου φίλη κι εκείνος. Μια τριάδα από σπασικλάκια και η χαρά των καθηγητών. Πάντα μαζί στο διάβασμα και στον ελεύθερο χρόνο, κάναμε οι τρεις μας σχέδια για το μέλλον. Να σπουδάσουμε και να μείνουμε μαζί, να ενημερώσουμε τους γονείς μας για τις προθέσεις μας. Οι μέρες περνούσαν όμορφα και αισιόδοξα. Μέχρι εκείνη τη νύχτα του Γενάρη που όλοι περιμέναμε με ανυπομονησία το μεγάλο γεγονός της χρονιάς. Το πάρτυ του σχολείου.

Η φίλη μου ήρθε σπίτι να ντυθούμε. Διαλέγαμε με αγωνία τα ρούχα που θα βάλουμε. Ήθελα να είμαι όμορφη. Ήθελα να εντυπωσιάσω το φίλο μου. Ανάμεσα στον ενθουσιασμό και την αγωνία για την αναμονή του πάρτυ, ακούγαμε τις συνηθισμένες συμβουλές και προτροπές της μαμάς μου για το τι να προσέχουμε, να μην καπνίσουμε, να μην μας ρίξουν κάτι στο ποτό. Το πάρτυ γινόταν σε μεγάλο κλαμπ και το βράδυ εκείνο βρισκόταν εκεί κι ο αγαπημένος μου ήρωας από το ποδόσφαιρο και παιδικός μου έρωτας, ο Καραγκούνης. Το κλίμα ήταν όμορφο κι εγώ ενθουσιασμένη. Και καθώς η επήρεια του πρώτου ποτού άρχισε να κάμπτει τις αναστολές μου, βρέθηκα να δίνω το πρώτο μου φιλί με τον παιδικό μου φίλο, ένα φιλί φευγάτο και αδέξιο που με έκανε να νιώσω πως ο χρόνος σταμάτησε. Πάντα ξέραμε πως ταιριάζαμε, πάντα το θέλαμε κι ας γελούσαμε με την ιδέα. Γύρισα σπίτι τόσο χαρούμενη. Διηγήθηκα τα πάντα στη μαμά μου που απόρησε πως μου πήρε τόσον καιρό για να εκδηλωθώ μαζί του. Όλο το βράδυ κουβεντιάζαμε το γεγονός εγώ η μαμά και η φίλη μου. Ένα υπέροχο βράδυ χαράς κι ενθουσιασμού.

Και την επόμενη μέρα η απογοήτευση και το σοκ. Η φίλη μου, η κολλητή μου, αυτή που μοιραζόμουν τα πάντα μαζί της, μου είχε θυμώσει. Μέσα σε μια νύχτα έγινε απόμακρη και ψυχρή. Στα διαλείμματα του σχολείου πιάσαμε κουβέντα και άρχισε να με κατηγορεί πως της πήρα το αγόρι. Μάταια προσπαθούσα να της εξηγήσω πως δεν είχα την παραμικρή ιδέα πως της άρεσε. Πως δεν ήξερα τίποτα γιατί δεν μου είχε πει και τίποτα. Πως κι αυτός δεν είχε καταλάβει κάτι τέτοιο. Δεν ήθελε να με ακούσει. Γύρισα σπίτι απελπισμένη. Έκλαιγα και μέσα στη σύγχυση μου μάλωσα με τη μαμά μου χωρίς λόγο. Δεν μου έφταιγε η μαμά μου. Αντιθέτως είχε καταλάβει πως το κορίτσι αυτό με πλησίασε μόνο και μόνο για να έρθει κοντά σ΄εκείνον. Εγώ όμως ήταν σαν να βίωνα έναν μικρό θάνατο. Μια συμπεριφορά που με κλόνισε και μια υποτιθέμενη φίλη που εξαφανίστηκε ξαφνικά όπως ξαφνικά είχε μπει στη ζωή μου, που μετά από όλα αυτά άλλαξε.

Άλλαξα εγώ. Άλλαξα μυαλά. Γύρισα ξανά στην παλιά μου παρέα, που προς μεγάλη μου έκπληξη αποδέχτηκε το παχουλό σπασικλάκι με το περίεργο χιούμορ χωρίς ενδοιασμούς. Ένιωθα πως επιτέλους ανήκω κι εγώ κάπου και ταιριάζω με τους άλλους. Με καλούσαν στα πάρτυ τους και πήγαινα μαζί με το αγόρι μου. Κι ένιωθα πια πως έχω πραγματικούς φίλους. Γιατί εκείνο το κορίτσι δεν υπήρξε ποτέ φίλη μου. Και το καλύτερο που έχω να θυμάμαι από την ψεύτικη φιλία της είναι πως έληξε.

Ναι είχα να θυμάμαι ωραίες στιγμές μαζί της. Εκδρομές, γέλια, βόλτες. Όμως κυριαρχούσε ένα «γιατί» πάντα μέσα μου. Μια πίκρα και μια τεράστια αμφιβολία αν ένιωσε ποτέ πραγματικά φίλη μου. Ακόμη όμως και η πικρία και οι ενοχές εξαφανίστηκαν όταν έμαθα πως με σχολιάζει αρνητικά παντού, πως προσπαθεί να απομακρύνει τους πάντες από κοντά μου λέγοντας ψευτιές και ανυπόστατες κατηγορίες και το χειρότερο, πως πάντα το έκανε. Λόγια άσχημα και υποτιμητικά που όμως δεν πίστεψε η παρέα μου. Με ήξεραν από παλιά και πλέον είχα βρει κοινούς κώδικες μαζί τους κι επιτέλους ταίριαζα!

Κι έφτασε η ώρα της πενταήμερης εκδρομής. Εγώ πήγα, γέλασα, μέθυσα, πέρασα τέλεια! Αυτή όχι.
Έφτασε η ώρα των πανελλήνιων εξετάσεων. Εγώ έγραψα κουτσά στραβά και πέρασα σε ένα ΤΕΙ στην Αθήνα. Αυτή όχι.
Ωωωωωω γλυκούλα…
Κρίμα…

Μάγια

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook