Γαλάζιο μέσα σε λευκό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Άννα κατέβηκε τη σκάλα με αργά βήματα. Φοβόταν. Δίστασε αρκετές στιγμές, ανέβηκε πάλι στην κορυφή της και ξανακατέβηκε. Από το υπόγειο δεν ακουγόταν κανένας ήχος. Καμία ένδειξη παρουσίας. Κι όσο φοβόταν, τόσο ανυπομονούσε να αντικρίσει το δημιούργημά της.
«Έχουμε ένα παιδί θαύμα, αγάπη μου. Μία διάνοια! Θα διαπρέψει στο εξωτερικό!»
Λόγια φουσκωμένα του μπαμπά της όταν καμάρωνε και της χάιδευε τα μαλλιά.
«Να προσέχεις κορίτσι μου. Εκεί θα σε εκμεταλλευτούν. Εμένα να παίρνεις τηλέφωνο, ναι;»
Λόγια προσοχής, φροντίδας και προστασίας από τη μαμά της καθώς της έφτιαχνε την βαλίτσα.
Η Άννα δεν ήθελε ούτε λόγια παρηγοριάς ούτε περηφάνιας. Μόνο να βρει το κουράγιο να κατέβει αυτά τα αναθεματισμένα δέκα σκαλιά. Μετά από αρκετές ανάσες, τα κατάφερε. Πάτησε τον διακόπτη και το υπόγειο φωτίστηκε. Κοίταξε στο κέντρο του δωματίου και τον είδε.
Ακουμπισμένο, πάνω στο ξύλινο τραπέζι, έμοιαζε με πεταμένη κούκλα. Έκλεισε τα μάτια, έσφιξε τις γροθιές για να σταματήσει το τρέμουλο και πλησίασε περισσότερο.
«Χίκορι, με ακούς;»
Ένα σιγανό σφύριγμα ακούστηκε και μετά ο χαρακτηριστικός ήχος οθόνης που ανάβει. Η μορφή στο τραπέζι κούνησε σπασμωδικά τα άκρα της, ανασηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος της Άννας. Εκείνη, μόλις αντίκρισε τα μάτια του, τρόμαξε κι έβγαλε μία κραυγή. Ήταν λευκά σαν το ασπράδι του αυγού.
«Φτου, να πάρει, ξέχασα να ενεργοποιήσω τα μάτια. Πε… περίμενε Χίκορι!»
Η Άννα έτρεξε καταπάνω του, και ψαχούλεψε με τα δάχτυλα της πίσω στο σβέρκο του. Πίεσε ελαφρά σε ένα σημείο και ξαφνικά δύο γαλάζιες μπίλιες κολύμπησαν μέσα στο ασπράδι.
«Α, τώρα μάλιστα. Όπως ακριβώς τα είχα σχεδιάσει. Γεια σου, Χίκορι! Είμαι η Άννα η δημ… η κολλητή σου».
Ο Χίκορι κούνησε ελαφρά το κεφάλι του κάνοντας μία πλήρη περιστροφή, η οποία ανατρίχιασε την Άννα. Κοίταξε απορημένος τα χέρια του, τα πόδια του και μετά τα χέρια και τα πόδια της Άννας.
«Γιατί εσύ τέτοια κι εγώ όχι;»
Η φωνή βγήκε σαν χαλασμένο αμορτισέρ. Η Άννα γέλασε με την ψυχή της, διώχνοντας τον φόβο μακριά και αφήνοντας τον ενθουσιασμό της επιτυχίας να την κυριεύσει.
«Η φωνή σου θέλει ένα λαδωματάκι, θα το ρυθμίσουμε. Εννοείς γιατί εσύ έχεις λευκά χέρια κι εγώ πιο σκούρα; Είναι μέχρι να βγεις στον ήλιο, εκεί θα δεις πως θα αλλάξουν».
Ο Χίκορι την κοίταξε και μετά έψαξε στο δωμάτιο να βρει τι ήταν αυτό που η Άννα είχε αποκαλέσει «ήλιος». Προσπάθησε να κατέβει από το τραπέζι αλλά απέτυχε να στηριχτεί και σωριάστηκε στο πάτωμα. Η Άννα έτρεξε να τον σηκώσει.
«Ήρεμα, χαζούλη. Τώρα ακόμα μαθαίνεις το σώμα σου. Μαζί θα τα μάθουμε όλα, μην ανησυχείς».
Η Άννα τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Ο Χίκορι γύρισε και την κοίταξε. Κούνησε τα χείλη του για δεύτερη φορά αλλά όχι για να μιλήσει.

Τις επόμενες μέρες, η Άννα γυρνούσε ολοένα και νωρίτερα από το πανεπιστήμιο για να μπορέσει να περάσει χρόνο με τον Χίκορι. Είχε αφιερώσει πάνω από τρία χρόνια στην δημιουργία του και δεν τον χόρταινε. Μία μηχανική ζωή ντυμένη σε ένα ανθρώπινο σώμα! Σαν να είχε το δικό της παιδί στο οποίο έπρεπε να μάθει από την αρχή όλον τον κόσμο.
«Λοιπόν, Χίκορι, θέλω να με ακούσεις προσεχτικά. Όσες ρυθμίσεις κι αν σου κάνω, κάποια πράγματα πρέπει να τα μάθεις μόνος σου. Αλλά θέλει πολλή προσοχή. Και για να γίνει αυτό, θα βάλουμε δύο σημαντικούς κανόνες. Πρώτον και κυριότερον: Δε θα βγεις από το σπίτι μόνος σου! Σε καμία περίπτωση. Είμαι κατανοητή;»
Ο Χίκορι την κοίταξε κι κατένευσε. Είχε μάθει ότι αυτό σήμαινε να συμφωνεί ενώ αν το σηκώσει ψηλά να διαφωνεί. Το προτιμούσε από το να λέει εκείνες τις περίεργες λέξεις.
«Ωραία. Δεύτερον, αν νιώσεις ότι κάτι σε καίει μέσα σου ή ότι ζαλίζεσαι, θα μου το πεις αμέσως. Αλλιώς κινδυνεύεις να… χαλάσεις».
Ο Χίκορι δεν κατάλαβε απόλυτα τι εννοούσε η Άννα αλλά του άρεσε να συμφωνεί μαζί της. Έγνεψε και πάλι. Σηκώθηκε μετά και άπλωσε τα χέρια του ζητώντας αγκαλιά.
«Αχ, βρε Χίκορι, είσαι τόσο καλός».
Η Άννα τον πήρε αγκαλιά κι εκείνος χάιδεψε τα καστανά μαλλιά της. Χαμογελούσε πάλι, όπως τότε στο υπόγειο με το φιλί. Ένιωσε ένα κάψιμο μέσα του αλλά δεν ήξερε αν έπρεπε να το πει στην Άννα ή όχι.
«Λοιπόν, τι θες να κάνουμε; Να δούμε τηλεόραση; Να σου διαβάσω βιβλίο;»
Ο Χίκορι την κράτησε από το χέρι και την έσυρε ως το σαλόνι. Κάθισαν στον καναπέ αντικριστά.
«Θέλω, παίξουμε, ερωτήσεις με χέρια».
Η Άννα έδειξε να προβληματίζεται αλλά μετά χαμογέλασε πλατιά.
«Α, το παιχνίδι που είδες χθες στην τηλεόραση; Τη παντομίμα; Αμέ, να παίξουμε!»
Ο Χίκορι έκανε ότι σκεφτόταν, βάζοντας το δάχτυλο κάτω από το πηγούνι του. Στην πραγματικότητα ήξερε ήδη τι λέξεις ήθελε να περιγράψει. Κούνησε τα χέρια στον αέρα, δείχνοντας ταυτόχρονα την Άννα.
«Εχμ… εγώ; Ωραία, εγώ. Είσαι, είμαι… α είμαι. Δύο λέξεις. Είμαι… καλή; Δυνατή; Καστανή; Κάτσε κάτσε θα το βρω». Τον κοίταξε προσεχτικά και μετά του είπε χαμογελώντας «Είμαι όμορφη;»
Ο Χίκορι χαμογέλασε και της έδειξε το σήμα της νίκης.
«Σε ευχαριστώ πολύ, αγόρι μου!»
Τον αγκάλιασε πάλι κι ο Χίκορι την έσφιξε δυνατά.
«Τώρα η σειρά μου. Λοιπόν, κάτσε να σκεφτώ».
Η Άννα σηκώθηκε όρθια κι άρχισε να χορεύει, δείχνοντας ότι η φράση είχε τρεις λέξεις. Ο Χίκορι σκεφτόταν, υπολόγιζε, έβαζε τα συστήματα στο μυαλό του να δουλεύουν ασταμάτητα.
«Εσύ, χορεύεις, πάντα;»
Η Άννα του έδειξε ότι ήταν πολύ κοντά και μετά εστίασε και πάνω του.
«Θες, χορέψουμε, εμείς;»
Η Άννα τον χειροκρότησε και του έπιασε το χέρι, σηκώνοντάς τον. Τοποθέτησε το δεξί του χέρι στη μέση της και το αριστερό του μαζί με το δεξί της.
«Απλά κάνε ό,τι κάνω, εντάξει;»
Ο Χίκορι είχε δει κάποιες χορευτικές κινήσεις στην τηλεόραση αλλά του είχαν φανεί πολύ επικίνδυνες. Αυτό, ήταν διαφορετικό. Και μπορούσε να βλέπει τα μάτια της Άννας συνέχεια.
«Μπράβο, Χίκορι! Γεννημένος χορευτής είσαι!»
Εκείνος άφησε για λίγο το αριστερό του χέρι και της έδειξε την τρίτη του φράση. Τα χείλια της, τα χείλια του. Η Άννα σάστισε και σταμάτησε.
«Θες να με…»
Ο Χίκορι δεν ήξερε τι σημαίνει κατάλληλη ή ρομαντική στιγμή. Είχε δει χορούς, άνδρες και γυναίκες να αγκαλιάζονται και μετά να φιλιούνται. Έτσι γίνονταν τα πράγματα. Πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της.
Η Άννα τραβήχτηκε.
«Όχι, Χίκορι, σταμάτα. Δεν… δεν είναι σωστό αυτό. Είναι περίεργο. Εγώ είμαι… είμαι μαμά σου».
Ο Χίκορι άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε έκπληκτος. Δεν καταλάβαινε. Ένιωσε ένα κάψιμο στο στομάχι του κι ήταν σίγουρος ότι δεν έμοιαζε με το προηγούμενο.
«Καταλαβαίνω πώς νιώθεις, φταίω κι εγώ ίσως, δεν το περίμενα, αλλά-»
Ο Χίκορι την σταμάτησε. Πλέον δεν μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματά του. Τα μικροκυκλώματα στο σώμα του, τα γρανάζια στο κεφάλι του. Γύρισε πλάτη και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
«Χίκορι! Πού πας; Στάσου, δεν πρέπει να βγεις έξω!»
Εκείνος την αγνόησε. Προσπάθησε να την σταματήσει αλλά με ένα τίναγμα την πέταξε πίσω. Ήταν ασύγκριτα πιο δυνατός. Σχεδόν έσπασε την πόρτα, κλείνοντάς την πίσω, και βγήκε στον έξω κόσμο.

Η Άννα έφαγε δύο μερόνυχτα να τον ψάχνει. Είχε απελπιστεί. Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για το πείραμά της κι ήξερε ότι ήταν παράνομο. Θα μπορούσαν να την κλείσουν μέσα και να χάσει τις σπουδές της. Μα πάνω απ’ όλα ανησυχούσε για τον Χίκορι. Τον είχε πληγώσει, η ανθρώπινη ψυχρότητά της είχε ισοπεδώσει τον ευαίσθητο και απαίδευτο ψυχικό του κόσμο. Ήταν ένα παιδί στο μυαλό, μέσα στο μηχανικό σώμα ενός εικοσιπεντάχρονου.
Αφού πλέον έχασε κάθε ελπίδα να τον εντοπίσει, αναγκάστηκε να πάει στην αστυνομία. Καλύτερα να συλληφθεί αυτή παρά να πάθει κακό ο Χίκορι ή οποιοσδήποτε άλλος μάθαινε την πραγματική του φύση. Οι αστυνομικοί ήταν δύσπιστοι με όλη την ιστορία μέχρι που επικοινώνησαν με το πανεπιστήμιο. Ένας καθηγητής τούς επιβεβαίωσε τις ικανότητες της Άννας και μαζί βγήκαν στο κυνηγητό για να βρουν τον Χίκορι.
Μετά από πολύωρο ψάξιμο, μία ομάδα εντόπισε μία περίεργη, άμορφη μάζα παρατημένη πίσω από έναν κάδο σκουπιδιών. Μόνο όταν φώναξαν την Άννα, εκείνη με τρόμο συνειδητοποίησε ότι ήταν ο Χίκορι, διαλυμένος, παραμορφωμένος. Έβγαλε μία κραυγή κι έπεσε στο πάτωμα, κλαίγοντας.
Ένας αστυνομικός την πλησίασε και της έδωσε ένα κομμάτι χαρτί.
Πάνω ήταν γραμμένες δύο αράδες με λέξεις με τρόπο που θύμιζαν γραπτό πεντάχρονου παιδιού.
«Είσαι αρχή και τέλος. ΑΝ μπροστά, ΑΝ πίσω. ΑΝΝΑ, σ’ αγαπώ. Μαζί στην αρχή, μαζί στο τέλος».
Η Άννα έσφιξε το γράμμα, πλησίασε το λευκό πρόσωπο του Χίκορι και φίλησε απλά τα μάτια του. Οι γαλάζιοι κύκλοι είχαν εξαφανιστεί και στη θέση τους είχε μείνει πάλι ένας ολόλευκος κύκλος.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook