«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω» κλπ (εντάξει το κάνω λίγο πιο ντραματίκ για να μπεις στο mood). Αυτό ήταν το μουσικό χαλί που ακουγόταν παντού στην Βιέννη εκείνο το βροχερό (όχι, που δεν θα ‘ταν ) πρωινό του Μαΐου του 1770 που έφυγε η αρχιδούκισσα Μαρία – Αντουανέτα, παιδούλα στα δεκατέσσερα να συναντήσει για πρώτη φορά τον Λουδοβίκο Αύγουστο, παιδούλο (ε, ρε και θα τινάξουν τα μυαλά τους οι φιλόλογοι μου!) στα δεκαπέντε που θα γινόταν –αν τα κακάρωνε πρώτα ο Θεός ο παππούς του – βασιλέας της Γαλλίας.

Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά από την αρχή! Το πράγμα ήταν στραβό από την αρχή, σου λέω!
Θες που έγινε πολύ βιαστικά; Πριν από τρεις μέρες, φέρανε το προξενιό στην μάνα της την Αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (τι είναι αυτό; Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να μάθεις; Πόσο χρόνο έχεις;) Μαρίας Θηρεσίας των Αψβούργων (γείτσες!)

Χθες, την πάντρεψαν σε μια σεμνή τελετή με πληρεξούσιο και για να μην παντρευτεί μόνη της (γιατί ο γαμπρός ήταν στην Γαλλία, εννοείται) έβαλαν και τον αδελφό της δίπλα και καλά για ξεκάρφωμα, να χει ένα χέρι να κρατάει. Καλά, όλοι ξέρουμε ότι στις τελετές γάμου οι νύφες είναι η φίρμα, το πρώτο όνομα, αυτός που μπαίνει πάνω πάνω στην μαρκίζα και βγαίνει στην πίστα τελευταίος μετά τις γλάστρες, μέσα στους καπνούς, τα φωτορυθμικά και τις λουλουδούδες αλλά καλά είναι να υπάρχει κι ο γαμπρός. Να τηρείται το έθιμο μωρέ.

Βέβαια, δεν ήταν κι ότι πιο περίεργο είχε ακούσει. Ο Ερρίκος ο 4ος των Βουρβόνων ως προτεστάντης ήταν έξω από την εκκλησία όταν παντρεύτηκε την Μαργαρίτα των Βαλουά που ήταν καθολική κι ήταν μέσα στην Παναγία των Παρισίων. Αυτοί ήταν ωραίοι γάμοι, πρωτότυποι, ξεχωριστοί με φαντασία, avant-garde! Ο καθένας παντρευόταν μόνος του! Αλλού ο ένας κι αλλού ο άλλος! Μην μου πεις; Προχώ; Κι έγινε και μετά καπάκι η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. «Είστε καλεσμένοι της νύφης ή του γαμπρού;» Αν έλεγες του γαμπρού, είχες δώσει λάθος απάντηση και δεν προλάβαινες να χωνέψεις το γαμοπίλαφο, σου έβγαινε από την μύτη, η και κατευθείαν από το στομάχι !!Δεν θέλεις λεπτομέρειες για εκείνη την νύχτα, αρκέσου στα λόγια μου…

Πίσω στην νιόπαντρη Μαρία Αντουανέτα, που είχε γίνει το κεφάλι της σαν κουδούνι τρεις εβδομάδες να ταξιδεύει για Γαλλία, κούναγε και η άμαξα, πώς άντεξε η κακομοίρα η γαλαζοαίματη και δεν έβγαλε ό,τι είχε και δεν είχε στο στομάχι ο Θεός τη λυπήθηκε! Ευτυχώς, είχε τσουρνέψει κάτι σακουλίτσες από τις πτήσεις της Aegean και τις είχε καβάτζα καλού κακού! Τσουρ τσούρ και η βροχή, τον ασταμάτητο είχε συνέχεια της ερχόταν κατούρημα!

Ξαφνικά φτάνουν κοντά στο Στρασβούργο, σ’ ένα μικρό νησάκι που σχημάτιζε ο Ρήνος κι ήταν –και καλά – ουδέτερη ζώνη ανάμεσα στα αγαπημένα και πάντα μονιασμένα (χμ, χμ,) αυτά όμορα ( καλό μην μου λες) κράτη. Βλέπουν μια ξύλινη καλύβα, σκέφτεται η μικρή ανόητη “περίπτερο θα ναι να πάρω κανένα Marie Claire, κανένα Cosmopolitan σελίδα 138 να κάνω και μια επανάληψη τις πέντε στάσεις «πώς να τον τρελάνετε στο κρεβάτι» Ναι, είχε μια αγάπη για τη βαριά λογοτεχνία, αυτό είναι αλήθεια. “Εκτός κι αν είναι duty free και τσιμπήσω καμιά κολωνίτσα, καμιά κρέμα σώματος, κάμια μάσκα ματιών γιατί από το jet lag και τους μαύρους κύκλους έχω γίνει σαν ρακούν!”

Κατεβαίνει από την άμαξα λοιπόν χαρωπή, μαζί με τις κυρίες των τιμών-φιλεναδίτσες της τραγουδώντας το κυρίως θέμα από τη «Μπάρμπι, η βασίλισσα της μόδας» που προκάλεσε στον αμαξά και τους φρουρούς μια έντονη γλυκερή αναγούλα! Φτάνοντας στο ρουστίκ καλυβάκι βγαίνει μια περουκοφορεμένη με αλευρωμένη μούρη και κάτι ψεύτικες κρεατοελιές κολλημένες και της λέει: «Γδυθείτε!» Στο μεταξύ, να βγαίνουν από την καλύβα η Σάρα, η Μάρα (δεν ξέρω μήπως και το Ζάρα όλοκληρο) αρχιδούκισσες, μαρκησίες, κοντέσες ένα κάρο ξυνομού…ρες και την περίμεναν να γδυθεί.
-Συγνώμη, απαντάει μ’ ένα στόμα που έχασκε η Μαρία Αντουανέτα, τόσο πολύ βιάζεται ο διάδοχος; Δεν λέω ωραίο και το δάσος, ρομαντικό κι όλα αλλά λίγο ακόμα και θα συναντήσουμε πιγκουίνους…
-Πώς είπατε; της ρίχνει ένα βλέμμα όλο περιφρόνηση η ξινή. Δεν ομιλείτε την γαλλική;
Τι να πει τώρα η αρχιδούκισσα η κακομοίρα που ήταν η μοναδική προϋπόθεση που είχε θέσει ο Βασιλέας Λουδοβίκος 15ος; Να μιλάει γαλλικά; Και δεν το ‘χε καθόλου, όλο πονοκέφαλο είχε την ώρα των γαλλικών Κάτι ψιλά μόνο, λαμπατέρ, αμορτισέρ, ασανσέρ, βαποριζατέρ, καμαμπέρ, ζαμάν φού κι απάνω τούρλα δηλαδή.

Παίρνει ύφος και ξαμολιέται, στην τελική βασίλισσα θα γινόταν!!
-Κασάτο!!!Θα μας γίνει κα-σα-το στη μέση του δάσους θείτσα!! δήλωσε με τη χάρη και την ευγένεια που αντανακλούσε η αριστοκρατική της καταγωγή.
Όμως, οι κυρίες των τιμών απτόητες. Στην πραγματικότητα, ο διάδοχος δεν είχε καμιά σχέση. Επρόκειτο για ένα έθιμο του παλαιού καθεστώτος, όπου η βασίλισσα θα έπρεπε να γδυθεί (κυριολεκτικά ) και να απαλλαχθεί από οτιδήποτε προερχόταν από τη δική της πατρίδα και να ντυθεί γαλλικά ρούχα, γαλλικά αξεσουάρ, γαλλικά καπέλα και γαλλικά πατούμενα. Επίσης, της έδιναν να κρατάει ένα μπρελόκ Πύργο του Αιφελ (φτηνιάρικο), μια μπαγκέτα με ροκφόρ κι ένα σι-ντι της Εντιθ Πιάφ. Α, κι ένα ντι βι ντι με τους λόγους του Ντε Γκολ μετά την απελευθέρωση του Παρισιού από τους Γερμανούς στο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, έτσι για να της σπάσουν το τσαμπουκά!

Βέβαια, για τους Γάλλους η Μαρία Αντουανέτα θα ήταν πάντα μια ξένη, η Αυστριακή κατάσκοπος που ενημέρωνε τους δικούς της για κρατικά μυστικά της Γαλλίας μέσω της προσωπικής της αλληλογραφίας (η οποία ελεγχόταν εννοείται), ήταν η αιτία που ο θρόνος της Γαλλίας έμεινε πάρα πολύ (σχεδόν οχτώ χρόνια) χωρίς διάδοχο (μην ανοίξω το στόμα μου τώρα για το πουλάκι του Λουλού ) και βέβαια για όλον τον κόσμο αυτή που είπε τη φράση: «Αν ο λαός δεν έχει να φάει ψωμί, ας φάει παντεσπάνι» που δεν την είπε!

Και τελικά η πρώτη βασίλισσα της Γαλλίας που δεν θα κέρδιζε ποτέ τη συμπάθεια των Γάλλων. Το μόνο που της επέτρεψαν να κρατήσει ήταν το pet άλιεν που είχε, με συγχωρείτε, το σκυλάκι της (αυτό πέρα από την πλάκα).
Βλέποντας λοιπόν να της παίρνουν το κουκλόσπιτο της Μπάρμπι, με την πισίνα, όλα τα παλιά Ταμαγκότσι και τη συλλογή της με τις Monster High μέσα από τα δάκρυα έσφιξε στην αγκαλιά της το σκυλάκι-μύξα κι υποσχέθηκε στον εαυτό της:
-Θα τα καταφέρω, θα γίνω η αγαπημένη βασίλισσα των Γάλλων.Μαρτυράς μου ο Θεός, στοιχηματίζω το κεφάλι μου! Και το χασε!