Και έρχεται η ώρα της γέννας.
Πρωτάρα.
Περπατάς και νιώθεις οτι άνοιξε μια βρύση κ τσιρρρ τρέχει το νεράκι στα πόδια σου. Κοκαλώνεις και κοιτάζεις.
Αναρωτιέσαι :Κατουριόμουν;
Τα κοιτάς. Γονατίζεις και σκύβεις να μυρίσεις!!!(ω ναι!)
Και ξανα αναρωτιέσαι: ποιόν να τηλεφωνήσω για να ρωτήσω αν κατουρήθηκα;(!!!)
Και δε σου φτάνουν οι απορίες οι δικές σου, ξυπνάει και ο σύζυγος κ αρχίζει τις ερωτήσεις.
– Τι είναι αυτά; Τι έγινε; Τι να κάνω; Τι θέλεις;
– Να καθίσεις ακίνητος θέλω και να ΜΗ ΜΙΛΑΣ.
Τηλεφωνείς λοιπόν στη μαία που σου έμαθε τις ανάσες για τον ανώδυνο τοκετό.
– κυρά Νίτσα μου,κάτι διάφανο που έτρεξε από τα πόδια μου τι μπορεί να είναι; ( σιρόπι ; λευκό κρασί; Είσαι ηλίθιο;)
–  Πόσο μηνών είσαι κορίτσι μου;
–  Στις μέρες μου
(“Πόσο βλαμμένο είσαι κορίτσι μου;” σίγουρα σκεφτόταν αλλά προτίμησε να πει:)
– τι να είναι κορίτσι μου! Σπάσανε τα νερά σου
Το ακούει αυτό ο μέλλοντας πατέρας και παθαίνει αμόκ. Εξώπορτα, διάδρομος, αποθήκη,πίσω στην εξώπορτα, ξανά διάδρομος, τουαλέτα,υπνοδωμάτιο, σαλόνι. Τον πετυχαίνεις κάπου στη διαδρομή προς αποθήκη, του ρίχνεις μια τηγανιά και κοκαλώνει ανέκφραστος.
Τον αφήνεις έτσι, κάνεις ένα ντουζ επιστρέφεις και τον βλέπεις να είναι κόκκινος ,να τρέχει ο ιδρώτας και να κλείνει το τηλέφωνο.
“Που τηλεφώνησες;”
“Στους γονείς μου”
Πηγαίνεις να ντυθείς ,να χτενιστείς ,να βάλεις τα τελευταία πράγματα μέσα στη βαλίτσα και “ΓΚΛΙΝ ΓΚΛΑΝΝΝΝΝ”.
Χτυπάει το κουδούνι.
Ανοίγει ο μέλλοντας πατέρας και μόλις βλέπει τους γονείς του ετοιμάζεται να λιποθυμήσει. Είδε ότι κανείς δε θα τον κρατούσε και το μετάνιωσε. Κάθισε απλά κοιτάζοντας τον τοίχο.
Μέχρι να πεις “γειά χαραντάν μάγκες εγώ φεύγω σε λίγο” ξανά ακούς “γκλιν γκλαννννν”.
Ανοίγει ο πατέρας και βλέπεις την αδερφή σου.

– Βρε καλώς την. Πως από εδώ; Ήρθες για ποτάκι;
–  χαχα και ξανά χαχα  και “δε θέλει άγχος” και “μην αγχώνεσαι όλα καλά θα πάνε” ,”άντε γρήγορααααααα” αλλά “δε χρειάζεται να αγχώνεσαι” ,ενώ εσύ δένεις αργά αργά τα κορδόνια σου και θέλεις να σηκωθείς να της συμπαρασταθείς λίγο γι αυτό που τη βρήκε αλλά αρκείσαι να αγριοκοιτάξεις απλά τον σύζυγο τον οποίο του κάνανε αέρα λίγο παραπέρα κι έτσι δείχνεις κατανόηση.
Βάζεις μπουφάν λοιπόν και αρχίζει το πλήθος να συσκέπτεται με ποιό αυτοκίνητο θα πας στο νοσοκομείο.
Κάπου εκεί στο “έλα με το δικό μας”,”Όχι το δικό μας είναι πιο άνετο” ακούς ένα ΚΛΑΠ κ βλέπεις το κόκκινο μέτωπο του συζύγου που το βάρεσε Ο ΙΔΙΟΣ καθώς συνειδητοποίησε ότι έκλεισε τη πόρτα του σπιτιού και άφησε τα κλειδιά μέσα . Του υπόσχεσαι ότι θα τον χτυπήσεις λίγο αργότερα μόλις βρεις χρόνο και μπαίνεις σε όποιο αυτοκίνητο βρίσκεις μπροστά σου.
Και λίγο πριν κλείσεις την πόρτα ακούς την κολλητή σου να τρέχει να προλάβει.
“Μισοοοο να κλειδώσω τη πόρτα μου και αφήστε χώρο ,έρχομαι κι εγώ”.
Εντάξει. Θα πάμε νοσοκομείο και θα ζητήσουμε τραπέζι για 12 γιατί εν τω μεταξύ έχει ξεκινήσει για το νοσοκομείο και η δική σου μαμά .
Η οποία όμως πριν φύγει από το σπίτι έχει ειδοποιήσει τον αδερφό σου κι ενώ εσύ έχεις συγκεντρωθεί στις ανάσες σου, σου παίρνει τηλέφωνο και ΚΛΑΙΕΙ.
–  ποναααααας;;;;;;; κλαψ σλρφφφ μπουχουχου
– κουράγιο ρε αδερφέ, δεν είναι τίποτα, όλα καλά θα πάνε κράτα δυνάμεις, θα τα καταφέρεις ρεεε,είσαι θηρίο εσύ, ξέρεις έφτασα αδερφέ και μάλλον πρέπει να πάω να με δει ο γιατρός. Σχώρα με που σε αφήνω έτσι σε αυτή τη κατάσταση αλλά πρέπει να κλείσω ναι;
Φτάνεις λοιπόν στο νοσοκομείο και τηλεφωνείς στον γιατρό σου. Σου απαντάει:
“Λυπάμαι αλλά αρρώστησα και δεν μπορώ να έρθω”

Κλείνεις το τηλέφωνο σαν να σου είπε “είμαι εκεί σε πέντε λεπτά” και συνεχίζεις το περπάτημα προς το γραφείο των γιατρών.
“έρχεται;” ρωτάνε όλοι χαμογελαστά με μια φωνή.
“ΟΧΙ. Αρρώστησε λέει και δε θα έρθει” ενώ ταυτόχρονα συνεχίζεις τις ανάσες σου και ψάχνεις νοσοκόμα να της περιγράψεις οτι… ΓΕΝΝΑΣ.

Περπατάς μπροστά ενώ από πίσω ακούς τον ψίθυρο όλων, μυρίζεις τον ιδρώτα τους, νιώθεις το τρέμουλο τους και την προσπάθεια τους να σε φτάσουν γιατί εσύ χτυπάς χιλιάρι εδώ και ώρα. Μπροστά εσύ και πίσω η αδερφή,η πεθερά,ο πεθερός,η κολλητή,ο σύζυγος ,η μητέρα και έχει καταφθάσει και ο κουμπάρος με τη κουμπάρα ενώ είναι στον δρόμο η κουνιάδα και ο μπατζανάκης !!!
Όλοι μαζί λοιπόν παίζετε κυνηγητό! Ωραία ήταν αλλά έπρεπε να βρεις και κάποιον να σε ξεγεννήσει οπότε σταματάς μόλις βρίσκεις τη νοσοκόμα και χαλάς το παιχνίδι. (Σόρρυ ρε παιδιά, που σας την έσπασα ε! ))
Να είναι καλά η γυναίκα φώναξε γιατρό και να σου τώρα που τους φρενάρει όλους και τους λέει “εσείς καθίστε έξω”.
Νεαρός ο γιατρός . Μάλλον πολύ νεαρός. Τόσο που η αδερφή δε μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν γιατρός και έσπευσε να τον ρωτήσει “και ποιος είπαμε θα τη ξεγεννήσει;”
“Εγώ” της απαντά .
Ευθύς αμέσως πέσανε όλοι πάνω στην αδερφή να της κάνουν αέρα και να της σηκώσουν τα πόδια ψηλά να αιματωθεί ο εγκέφαλος. Η λέξη “ειδικευόμενος” της έκανε μεγάλη ζημιά !!!
Σε εξετάζει λοιπόν φεύγει και έρχεται ύπουλα ύπουλα η μαία ,σε ξυρίζει και “κλαπ” σου βάζει κι ένα ΚΛΥΣΜΑ!!!
Σου φοράει κι εκείνη τη ρομπίτσα με το άνοιγμα ΠΙΣΩ. Τραβάς απο τη μία τη ρόμπα βγαίνει έξω το δεξί κωλί. Τραβάς απο την άλλη , βγαίνει το αριστερό.( Ποτέ δε κατάλαβα ΓΙΑΤΙ πρέπει να έχει άνοιγμα πίσω κ όχι μπροστά. Έτσι για το ξεφτιλίκι θα μου πείτε!)
Που μείναμε;
Α ναι. Στο κλύσμα.
Επιστρέφει ο γιατρός με μια χαρτούρα ΝΑ με το συμπάθιο.
Ρωτάει και απαντάς.
Γυρίζει σελίδα. Ξανά ρωτάει ξανά απαντάς.
” Όχι δεν έχω κάνει κάποια επέμβαση”.
“Δεν έχω αλλεργίες”.
Συνεχίζει τις ερωτήσεις.
Ρωτάει πολλά όμως. Το κλύσμα ήδη έχει αρχίσει να κάνει τη δουλειά του. Ακούς τα γουργουρητά αλλά συνεχίζεις να απαντάς. Σε κόβει κρύος ιδρώτας αλλά εσύ απαντάς στην 357η ερώτηση με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο.
Κάπου στο τέλος της υπομονής και στην αρχή της ξεφτίλας αναγκάζεσαι να πεις δειλά δειλά ” γιατρέ συγγνώμη αλλά…να… μου έχουν κάνει κλύσμα και…” (  “αν δε σταματήσετε τις ερωτήσεις θα σας χέσω”.  Δε το λες.)
“Ωωωω μα γιατί δε το λέτε; Πηγαίνετε”.
( “Για να μη σας γοητεύσω” )

Ναι. Μια κουβέντα είναι αυτό.
Να θέλεις να τρέξεις να “λευθερωθείς” (που έλεγε και η γιαγιά μου) και να έχεις την ρόμπα με το άνοιγμα πίσω να δείχνει το πιο άχαρο θέαμα!!!
Δε σε παίρνει να το σκεφτείς πολύ. Πηγαίνεις γρήγορα να γλιτώσεις το ΠΟΛΥ ξεφτιλίκι.

Μεγάλη απόλαυση παιδιά. Δε το συζητώ! Θέλεις να κατασκηνώσεις εκεί. Με ένα καφεδάκι βασικά και κάνα περιοδικούλι …το λες και ευτυχία!
Τι να κάνεις όμως που έχεις να γεννήσεις!
Παρατάς λοιπόν την “ευτυχία” και πηγαίνεις όπου σου λένε.
Κάπου εκεί που ξεκινάνε τα “όργανα” ακούς τον γιατρό ,τη νοσοκόμα και τη μαία να στοιχηματίζουν.
– Εγώ λέω θα γεννήσει το πρωί Στις 8
– Εγώ λέω κατά τις 7
– Εγώ κατά τις 6
–  ΕΓΩ λέω να κάνει η μάνα παιδιάάά
Εσύ στο δωμάτιο να πονάς και αυτοί έξω να λένε για τον καιρό, το πρόγραμμα της δουλειάς, τι φαγητό θα μαγειρέψουν αύριο, πότε θα πάρουν άδεια. Ένα τσικ είσαι να αισθανθείς άσχημα που τους απασχολείς με τα δικά σου.
Δε μπορώ να πω όμως, που και που έρχεται η μαία να σε δει. Σε βλέπει που κάνεις γρήγορα τις ανάσες σου και κρατιέσαι μη τσιρίξεις και σε ρωτάει:
–  γιατί κάνεις έτσι; ΠΟΝΑΣ;
–  Άντε καλέ. Τι χαζά είναι αυτά; Γιατί να πονάω; Δε γεννάω κιόλας! (από τρία μέτρα απόσταση να τη κάνετε αυτή την ερώτηση. Με κράνος.)
Και κάποια στιγμή πια, χωρίς πόνο (νοτ) γεννάς.
Και μετά όλα είναι ωραία. Εξαιρούνται τα ράμματα που τραβάνε, τα ξενύχτια, οι κολικοί, η κλεισούρα των πρώτων ημερών, το άγχος αν αναπνέει, που δε ξέρεις γιατί κλαίει, που σε πιάνουν τα ορμονικά σου, που θέλουν να έρθουν επίσκεψη και είναι γριπωμένοι. Όχι εντάξει. Όλα καλά.

 

N.Φ.