Αυτός ο έρωτας ήταν ότι πιο δυνατό και αληθινό είχαν ζήσει ποτέ στην ζωή τους. Οι δύο τους ήταν αχώριστοι και όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά​ πριν δύο χρόνια σε εκείνο το κάμπινγκ αμέσως κατάλαβαν ότι ήθελε ο ένας τον άλλον. Η ταύτιση των απόψεων τους ήταν συγκλονιστική ο ένας ξεκινούσε μια πρόταση και ο άλλος την τελείωνε το χιούμορ τους κοινός παρονομαστής και η οξύτητα του πνεύματος τους μοναδική. Μέχρι και τα κορμιά τους ταίριαζαν οι καμπύλες τους εφάρμοζαν τέλεια και όταν έκαναν έρωτα γινόντουσαν ένα σώμα. Οι ερωτικές τους συνευρέσεις είχαν μια αρμονία στις κινήσεις τους και η κορύφωση τους σχεδόν πάντα ταυτόχρονη. Η συγκατοίκηση δεν άργησε να έρθει και στο πρώτο εξάμηνο της σχέσης τους είχαν στήσει το δικό τους παράδεισο.

Εκείνη φοιτήτρια έφτασε στην Αθήνα πριν κάποια χρόνια και τελειώνοντας την σχολή της άρχισε να εργάζεται σε ένα λογιστικό γραφείο, στην πόλη που μεγάλωσε είχε αποφασίσει να μην επιστρέψει, οι γονείς της χωρισμένοι από τότε που ήταν σχεδόν παιδί είχαν φτιάξει ξανά τις ζωές τους με νέες οικογένειες. Σαν μια άτυπη συμφωνία σαν να θέλαν να την εξαφανίσουν από την ζωή τους όταν πέρασε στην σχολή με πρώτη επιλογή την Αθήνα, η μάνα της της έδωσε ένα δυάρι που είχε κληρονομήσει από κάποιο θείο και ο πατέρας της ένα καλό χρηματικό ποσό. Όταν τους αποχαιρέτησε ήξερε πως ίσως ήταν και η τελευταία φορά που τους έβλεπε, η παρουσία της ήταν το μόνο πράγμα που τους θύμιζε ότι κάποτε οι δύο τους υπήρξαν ζευγάρι και επιτέλους τίποτα πια δεν υπήρχε για να τους το θυμίζει.

Εκείνος μεγάλωσε σε ίδρυμα αγνώστου πατρός και μητρός γεννημένος έναν βαρύ χειμώνα παρατημένος στα σκαλιά ενός ιδρύματος. Οι υπεύθυνοι έκαναν τον σταυρό τους που μπόρεσε ένα βρέφος λίγων ημερών να επιβιώσει αρκετές ώρες μέσα στην παγωνιά όμως με τα χρόνια κατάλαβαν ότι υπήρχε λόγος που τα κατάφερε. Ένα παιδί ευγενικό καλόκαρδο και πάντα πρόθυμο να βοηθήσει , στα 14 του είχε αναλάβει την συντήρηση του ιδρύματος και βοηθούσε σε οτιδήποτε χρειαζόταν. Τελειώνοντας το σχολείο και φεύγοντας για πάντα από το ίδρυμα πέρασε σε σχολή ηλεκτρολόγων με πολύ καλό βαθμό και εύκολα βρήκε δουλειά δίπλα σε έναν εργολάβο, σύντομα έγινε το δεξί του χέρι.

Το ότι από πολύ μικροί και οι δύο ένιωσαν την απόρριψη από τους ίδιους τους ανθρώπους που τους έφεραν στην ζωή, ήταν και το κομμάτι που τους ένωσε περισσότερο. Διψασμένοι για αγάπη και αποδοχή δέθηκαν μεταξύ τους με ισχυρά δεσμά τέτοια που σπάνια δύο άνθρωποι μπορούν να δεθούν και αν τελικά το καταφέρουν τότε θα είναι για πάντα.
Δύο χρόνια μαζί έκαναν όνειρα για το αύριο, λιθαράκι λιθαράκι έχτιζαν την αγάπη τους και αγκαλιασμένοι έλεγαν με μια φωνή “για πάντα μαζί”. Όμως κάποιος δαίμονας ζήλεψε την αγάπη τους και εκείνη την μοιραία μέρα φεύγοντας εκείνος για δουλειά, έμελε να μην ξαναγυρίσει. Ένα ανθρώπινο λάθος μια κακία στιγμή και στον ηλεκτρικό πίνακα που δούλευε ένας συνάδελφος δεν έκοψε το ρεύμα την ώρα που έπρεπε. Ο θάνατος του παληκαριού ήταν ακαριαίος και απλά στο νοσοκομείο επιβεβαιώθηκε. Ο εργοδότης του ανέλαβε το σκληρό έργο να την ενημερώσει γιατί ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε ο ένας για τον άλλον και φυσικά δεν υπήρχε άλλο πιο κοντινό του πρόσωπο από εκείνη.

Έφυγε από την δουλειά σαν τρελή χωρίς να πάρει τίποτα βγήκε στον δρόμο χαμένη προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς της είχαν ανακοινώσει στο τηλέφωνο. Μπήκε στο πρώτο διαθέσιμο ταξί έφτασε στο νοσοκομείο και από εκείνη την στιγμή έπαψε να έχει επαφή με το περιβάλλον όλα εξελίσσονταν γύρω της σαν ταινία, μια πρωταγωνίστρια σε δραματικό ρόλο με τραγικό φινάλε.

Δέκα μέρες μετά την κηδεία παρέμενε στο σπίτι της μόνη μακριά απ’ όλα και απ’ όλους με μάτια πρησμένα και μια καρδιά διαλυμένη. Δεν είχε αλλά δάκρυα να χύσει είχαν στέρεψει και το σώμα της πονούσε από την απουσία του πονούσε όπως ο ναρκομανής από την στέρηση, μαζευόταν κουβάρι στο καναπέ και οι γροθιές της άσπριζαν από το σφίξιμο.
Στο μυαλό της όλα ήταν θολά και ένα τεράστιο γιατί της τρυπούσε τα σωθικά. Ένα βράδυ γυρνώντας από την κουζίνα που είχα πάει να πιει νερό τον είδε να στέκεται όρθιος δίπλα στην μπαλκονόπορτα, σάστισε και ανοιγόκλεισε αρκετές φορές τα μάτια της για να δει ότι δεν το φανταζόταν. “Αγάπη μου επιτέλους γύρισες το ήξερα ότι δεν μπορεί να ήταν αλήθεια ότι έφυγες” Αυτός άνοιξε τα χέρια και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Δεν ένιωθε το σώμα του αλλά ένα γλυκό συναίσθημα την πλημμύρισε μια ζεστασιά στην καρδιά της και ο πόνος της μαλάκωσε. “Δεν μπορώ να μείνω πολύ, της είπε, επέστρεψα για να σου πω ότι είμαι καλά και ότι πρέπει να συνεχίσεις χωρίς εμένα πια” “Θα έρθω μαζί σου” του είπε και φλέρταρε αρκετά με την ιδέα να πηδήξει από το μπαλκόνι, άλλωστε ήταν το μόνο που σκεφτόταν από την ημέρα που τον έχασε.
“Αυτό δεν μπορεί να γίνει γιατί δεν είσαι πλέον μόνη σου” η συγκίνηση, η ταλαιπωρία και όλο αυτό που ζούσε εκείνη την στιγμή την έκανε να χάσει για λίγο τις αισθήσεις της και όταν συνήλθε δεν ήξερε αν όλα αυτά είχαν συμβεί ή όχι στην πραγματικότητα. Το επόμενο πρωί έκλεισε ραντεβού με τον γυναικολόγο της και το απόγευμα της ίδιας μέρας της ανακοίνωσε ότι ήταν έγκυος. Σηκώθηκε από το κρεβάτι του γιατρού βγήκε έξω στον καθαρό αέρα και χαμογελώντας χάιδεψε την κοιλιά της.

Εμείς οι δύο θα είμαστε για πάντα μαζί.