Γιαγιά μου…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Θυμάμαι τα γκρίζα μαλλιά σου. Τα τελευταία χρόνια τα ήθελες κοντά, σε ενοχλούσαν να ακουμπάνε ακόμα και τον ώμο. Τα όμορφα, γκρίζα σου μαλλιά. Παρά τα χρόνια σου, ήταν πυκνά και σπαστά. Τα χτένιζες με μια παλιά τσατσάρα του παππού, δεν ήθελες με τίποτα να την αποχωριστείς κι αυτή, όπως όλα όσα σου τον θύμιζαν.

Δε θέλω να ανέβω σπίτι σου. Νομίζω ότι θα σε δω ακόμα καθισμένη στο κουζινάκι σου, στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο να μιλάς στα περιστέρια. Θα έχει μαραθεί και ο βασιλικός σου, που τόσο καμάρωνες για αυτόν. Και η γλάστρα με τις πιπεριές και η αρμπαρόριζα σου η αγαπημένη- με αυτή που αρωμάτιζες το γλυκό κουταλιού με κυδώνι που μας έφτιαχνες. Θυμάσαι; Εγώ θυμάμαι. Θυμάμαι που έβρεχα ένα κουτάλι και το έχωνα μέσα στο βάζο κρυφά και μέχρι το πρωί το γλυκό είχε ζαχαρώσει. Και έβαζες τάχα μου θυμωμένη τα χέρια τη μέση και αναζητούσες τον φταίχτη (κι εγώ μετά καπάρωνα το βάζο για δικό μου). Θυμάμαι τα Χριστούγεννα που η κουζίνα γέμιζε πιάτα και ταψιά, να ταΐσεις όλη τη φαμίλια κιχιά και τους φημισμένους πατατοκεφτέδες σου- πόσο θυμώνω με τον εαυτό μου που ποτέ δεν έγραψα τη συνταγή. Που θεωρούσα δεδομένο τον χρόνο και δεν εκτιμούσα τις στιγμές.

Θυμάμαι τα απογεύματα μετά το σχολείο που ανέβαινα να ξεκλέψω λίγο χρόνο ανάμεσα στο διάβασμα και στα φροντιστήρια και με κερνούσες φέτες ψωμιού με ζάχαρη «να καρδαμώσω που έχω μείνει η μισή με τόσο διάβασμα». Θυμάμαι το χαρτζιλίκι που μου έχωνες κρυφά στην τσάντα κι έτρεχα να το κάνω βιβλία στο γειτονικό μας βιβλιοπωλείο. Θυμάμαι πόσο καμάρωνες για εμένα, για όλα σου τα εγγόνια. Πόσο πίστευες σ’ εμένα, όταν ακόμα ούτε εγώ δεν πίστευα στον ίδιο μου τον εαυτό. Θυμάμαι τη συγκίνησή σου όταν σου ανακοίνωσα ότι πέρασα στο Πανεπιστήμιο, σε αυτή τη σχολή με το περίεργο όνομα- «κυρά-Συμέλα μου, σου λέω επιστήμονας θα γίνει το παιδί. Κάτι ανάμεσα σε βιολόγος και χημικός, καινούρια πράγματα σε λέω, όλους καλά θα μας κάνει ετούτη. Θα βρει τα φάρμακα για όλα.» (πού να ξερες γιαγιά μου ότι το πτυχίο αραχνιάζει σε μια κορνίζα και τα όνειρά μου μπήκαν υποθήκη για να πληρώνω το ενοίκιο).

Θυμάμαι τα πακέτα που μου έστελνες στη Λάρισα, που πάντα συνοδεύονταν από καφέ Λουμίδη- «να πίνεις να θυμάσαι τη γιαγιά τη Σούρδα». Γιατί πλέον οι ζαχαρωμένες φέτες ψωμιού είχαν αντικατασταθεί από γλυκύ βραστό περιποιημένο, που συνόδευε τις πολύωρες συζητήσεις μας, τα δάκρυα για εκείνον τον πρώτο έρωτα, συνταγές και συμβουλές μαγειρικής, τις ιστορίες της νιότης σου από την πολυαγαπημένη σου Κοζάνη, ακόμα και πολιτικές παραινέσεις μου έκανες και είχες άποψη για όλα. Θυμάμαι με πόση τρυφερότητα χάιδευες τα μαλλιά του παππού και πόσο τον πρόσεχες, αμελώντας όμως τον ίδιο σου τον εαυτό. Σε είχα μαλώσει για αυτό, στενοχωρήθηκες αλλά και πάλι με αγνόησες.

Θυμάμαι πώς αγκάλιασες τον Βασίλη μου όταν τον έφερα να τον γνωρίσεις. Μια μεγάλη, ζεστή αγκαλιά και μου έκλεισες το μάτι. Σου άρεσε που είναι μουσικός- «ποτέ δε θα βαρεθείτε ο ένας τον άλλο, οι καλλιτέχνες είναι συναρπαστικοί άνθρωποι». Σε θυμάμαι στο γάμο μας, ήταν από τις ελάχιστες στιγμές που πλέον χαμογελούσες αβίαστα.

Θέλω να ξεχάσω τα σύννεφα που σκέπασαν τα μάτια σου όταν μέσα σε μία εβδομάδα έχασες απότομα σύζυγο και παιδί- τον παππού και τον πατέρα μου. Και από τότε κλείστηκες, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ντύθηκες στα μαύρα, ψυχή τε και σώμα τι Η γειτονιά σε έχασε – ευτυχώς οι δύο φιλενάδες σου,η κυρα-Δέσποινα και η κυρα-Συμέλα προσπαθούσαν να γεμίζουν την ημέρα σου. Μέχρι που έφυγαν και αυτές και χάθηκε το αποκούμπι σου. Θέλω να ξεχάσω τις φορές που τσακώθηκα μαζί σου γιατί συνέχιζες να μην πηγαίνεις στο γιατρό. Θέλω να ξεχάσω τα σημάδια, εκείνα τα πρώιμα σημάδια που όλοι αποδίδαμε στο πένθος και στη μεγάλη στενοχώρια. Θέλω να ξεχάσω την εικόνα σου τον τελευταίο καιρό. Είχες γίνει η σκιά του εαυτού σου, μία σχεδόν αποστεωμένη φιγούρα, ακουμπισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, στην αγαπημένη σου καρέκλα, προσμένοντας κάτι που δεν ερχότανε ποτέ.

Και θέλω να ξεχάσω την ημέρα που ήρθα να σου ανακοινώσω την εγκυμοσύνη μου. Και η πόρτα σου δεν άνοιγε και είχα ξεχάσει τα κλειδιά σου. Και φώναξα τον θείο μου γιατί τρόμαξα που δε σήκωνες ούτε τα τηλέφωνα και σπάσαμε την πόρτα. (Μέχρι να κλείσω τα μάτια μου, δε θα ξεχάσω ποτέ αυτό που αντίκρισα.) Ένα ανθρώπινο κουβάρι, μία μάζα απελπισίας και πόνου, στο πάτωμα και τα δάκρυα σου να τρέχουνε ποτάμι.

Αυτό το κείμενο σου το χρωστάω. Και ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα όσα τόσο απλόχερα μου χάρισες. Και μία συγνώμη. Που τελικά έπρεπε να γίνω λίγο πιο σκληρή μαζί σου και να φέρω γιατρό στο σπίτι με το ζόρι. Όχι γιατί αυτό θα παρέτεινε το προσδόκιμο ζωής σου, αλλά επειδή θα βελτίωνε σημαντικά την ποιότητα ζωής σου. Νομίζω ότι ποτέ δε θα μου το συγχωρέσω αυτό. Τουλάχιστον, ελπίζω να βρήκες στο ταξίδι σου αυτούς που έψαχνες τόσα χρόνια και να φουμάρετε τα τσιγαράκια σας εκεί πάνω παρέα. Δεν ξέρω εαν είσαι πλέον περήφανη για εμένα, αλλά εγώ θα το λέω παντού:
ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΣΟΥΝ.
ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ.

 

ΕΛΕΑΝΝΑ ΦΙΛΙΟΥ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook