Μπήκε στην αίθουσα με στητή κορμοστασιά. Φορούσε μαύρο παντελόνι, μαύρο ζιβάγκο και τα καστανά μαλλιά της ήταν πιασμένα σε χαμηλή αλογοουρά. Ήταν η δεύτερη έφεση. Δεν ήθελε, αλλά την πίεζαν αφόρητα οι δικοί της. «Έχεις παιδί. Πρέπει να βγεις έξω το συντομότερο.» Είχαν περάσει ήδη τρία χρόνια στη φυλακή και έβλεπε το παιδί της στα επισκεπτήρια. Ο Γιάννος ήταν πια δεκατριών χρόνων. Τον είχε σαν θεό της και την είχε θεά του. «Μάνα» έλεγε και φωτιζόταν το πρόσωπό του. Χατήρι δεν χαλούσαν ο ένας στον άλλον. Θυσία ο ένας για τον άλλον.

Άρχισε η δίκη.
«Αν δεν βοηθήσεις εσύ τον εαυτό σου τότε ποιος περιμένεις να το κάνει;» της έλεγε η δικηγόρος της.
«Είμαι ένοχη και θα πληρώσω. Είναι εδώ το παιδί;»
«Όχι. Όπως το ζήτησες.»

«Κατηγορουμένη, έχεις να πεις κάτι στο δικαστήριο;» ρώτησε ο Πρόεδρος. Όλοι περίμεναν με αγωνία να την ακούσουν να αναιρεί την αρχική της κατάθεση και να κάνει μια προσπάθεια να σώσει τον εαυτό της από τη φυλακή.
«Είσαι σίγουρη ότι δεν είναι εδώ το παιδί;» ξαναρώτησε τη δικηγόρο της.
«Ναι.»
«Κύριε Πρόεδρε, σεβαστό δικαστήριο, δεν έχω να προσθέσω ή να αφαιρέσω, ούτε να αλλάξω κάτι στην κατάθεσή μου. Είμαι ένοχη για τον φόνο του Αναστάση Παπαγγελόπουλου. Τον σκότωσα εν ψυχρώ με έναν πυροβολισμό και δέκα μαχαιριές, γιατί απείλησε τη ζωή μου.»

«Κατηγορουμένη, άσε το δικαστήριο να αποφανθεί για την ενοχή σου. Είσαι βέβαιη ότι δεν έχεις να προσθέσεις κάτι;» ξαναρώτησε ο Πρόεδρος.
«Μάλιστα.»

«Κύριε Εισαγγελεύ! Ο λόγος σε σας.»
«Κύριε Πρόεδρε, σεβαστό δικαστήριο, δεν έχω πεισθεί ακόμα για την ενοχή της κατηγορουμένης. Ο επικαλούμενος λόγος για την ειδεχθή ομολογουμένως πράξη της δεν είναι ικανός να την δικαιολογήσει, δεδομένου ότι ούτε το παρελθόν της, ούτε η διαγωγή της στη φυλακή, ούτε οι καταθέσεις των μαρτύρων επιτρέπουν τη σύνδεση της απειλής κατά της ζωής της με τον φόνο του Αναστάσιου Παπαγγελόπουλου. Να με συγχωρέσετε για την επιμονή μου, αλλά για μια ακόμα φορά θα ζητήσω από την κατηγορουμένη να μας πει με λεπτομέρεια τι έγινε εκείνο το βράδυ και πως οδηγήθηκε στην αποτρόπαιη πράξη της.»
Σηκώθηκε και κοίταξε τον Εισαγγελέα.
«Κύριε Εισαγγελεύ, όπως είπα ήδη, δεν έχω να προσθέσω ή να αλλάξω κάτι στην κατάθεσή μου. Είμαι ένοχη και πρέπει να τιμωρηθώ.»

Η στάση της εξόργιζε τους πάντες. Το δικαστήριο, τους μάρτυρες, τους δικούς της, όλους. Όλους εκτός από τον Γιάννο που ήταν ο μόνος που έδειχνε κατανόηση στη στάση της μητέρας του.
«Μίλα της εσύ!» του έλεγε η δικηγόρος.
«Γιάννο μου, σε παρακαλώ, παιδί μου, πες της να μιλήσει. Δεν τη θες στο σπίτι σας τη μάνα σου; Εκεί μέσα θα πεθάνει!» τον παρακαλούσε η γιαγιά του. Ο Γιάννος, άλλες φορές δεν απαντούσε και άλλες φορές βρόνταγε την πόρτα του δωματίου του και κλεινόταν μέσα.

Πέρασαν έτσι άλλα πέντε χρόνια. Η Νεφέλη είχε χάσει κάθε δικαίωμα σε εφέσεις και τα δεινά οικονομικά της οικογένειας δεν επέτρεπαν άλλα δικαστήρια. Ο Γιάννος δεν έχανε ούτε ένα επισκεπτήριο στη μάνα του. Εκείνη την Τρίτη έτυχε να είναι και τα γενέθλιά του.
«Ήθελα να σου φέρω τούρτα, αλλά οι μπάτσοι δεν θα με άφηναν να την περάσω.»
«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Εσύ το βράδυ να βγεις. Έτσι; Να το γιορτάσεις! Άντρας έγινες πια! Δεκαοχτώ χρονών παλικάρι!».
«Σιγά τ’ αυγά, ρε Νεφέλη.»
«Τι θα κάνεις;»
«Μάλλον θα βγω με τον Αργύρη.»

Την επομένη, η δεσμοφύλακας μπήκε στο διάδρομο και φώναξε το όνομά της.
«Νεφέλη Καλογήρου! Μάζεψε τα πράγματά σου και ακολούθησέ με.»
«Τι συμβαίνει;»
«Δεν έχω ιδέα. Σε θέλει ο Διευθυντής. Τέλειωνε.»

Η Νεφέλη έκανε ό,τι της είπε η δεσμοφύλακας και την ακολούθησε στο γραφείο του Διευθυντή.
«Νεφέλη, ήρθε η ώρα της αποφυλάκισής σου. Ο πραγματικός ένοχος για το θάνατο του Παπαγγελόπουλου παραδόθηκε χθες μόνος του στο αστυνομικό τμήμα και ομολόγησε την πράξη του.»
«Ψέματααααα!!! Λες ψέματααααα!!!»
ούρλιαξε και έπεσε στο πάτωμα.

«Ονομάζομαι Ιωάννης Καλογήρου. Έχω το επίθετο της μητέρας μου από επιλογή μου. Σκότωσα τον πατέρα μου, Αναστάσιο Παπαγγελόπουλο, για να την σώσω. Η Νεφέλη τον γνώρισε όταν ήταν 18 χρονών. Όσα χρόνια ήταν μαζί, η μάνα μου ζούσε και ανέπνεε για εκείνον. Κι εκείνος την αγαπούσε έλεγε, μα ήταν πολύ άντρας για να το δείξει. Με μεγάλωναν δυο άνθρωποι οι οποίοι έμοιαζαν να είναι από δυο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μια η Νεφέλη με τα χάδια και τις αγκαλιές της όταν έλειπε εκείνος κι από την άλλη ο πατέρας που όταν έκλαιγα φώναζε «οι άντρες δεν κλαίνε!!» κι έβγαζε τη ζωστήρα και την άπλωνε όπου έβρισκε.
Κάθε φορά που μου μιλούσε η μάνα μου για εκείνον βροντούσα την πόρτα του δωματίου μου και δεν απαντούσα. Δεν τον σεβόμουν. Της μιλούσε άσχημα. Χέρι πάνω της δεν άπλωνε, αλλά η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει. Μάζευε η μάνα μου μέσα της πίκρα.

Ήταν μεσημέρι όταν γύρισε εκείνος από τη δουλειά και είχε νεύρα. Η Νεφέλη δεν πρόλαβε να ζεστάνει το φαγητό κι αυτός θύμωσε, σήκωσε το χέρι του και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Η Νεφέλη τρόμαξε, φώναξε βοήθεια κι εκείνος την άρπαξε από τα μαλλιά και κόλλησε το πρόσωπό της δίπλα στο αναμμένο μάτι της κουζίνας. Ούρλιαξε η μάνα μου. Εκεί ο χρόνος σταμάτησε. Πίσω από την πόρτα του δωματίου τους βρισκόταν το κυνηγετικό του όπλο. Απλά πάτησα τη σκανδάλη και τον είδα στο πάτωμα. Τον βρήκα στο πόδι. Άρπαξα το μαχαίρι και του κατάφερα δέκα μαχαιριές. Απείλησε τη Νεφέλη, την μάνα μου, ό,τι είχα και δεν είχα στον κόσμο. Η Νεφέλη σαν να πάγωσε εκείνη την ώρα. Σαν να ξέχασε ό,τι είχε προηγηθεί. Μόλις σταμάτησα με αγκάλιασε και με ηρέμησε. Με έβαλε να κάνω μπάνιο και έκαψε τα ρούχα και τα παπούτσια μου στο τζάκι. Με έδιωξε και μου είπε να πάω να παίξω μπάσκετ. Να με δει κόσμος. Εκείνη έπιασε το μαχαίρι και το όπλο γεμίζοντάς τα με τα δικά της αποτυπώματα και στη συνέχεια τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Τα υπόλοιπα τα καταλαβαίνετε.
Δεν αντέχω να τη βλέπω να σαπίζει στη φυλακή. Σήκωσα τη θυσία της μέχρι την ενηλικίωσή μου. Δεν είναι φόνισσα η μάνα μου. Εγώ είμαι ο φονιάς. Και σήμερα είμαι 18 πατημένα και ήρθα να παραδοθώ. Αφήστε τη να φύγει. Φτάνει τόσο.»