TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Γκρίζο

Γκρίζο

 

Γκρίζο. Το φως που μπαίνει από το παράθυρο, οι τοίχοι του δωματίου μου, τα σιδερένια έπιπλα, τα σκεπάσματα. Το φθηνό ξενοδοχείο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, σχεδόν δύο βήματα από την εκκλησία όπου θα τελεστεί ο γάμος μου. Ναι, σήμερα υποτίθεται ότι είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. Σηκώνομαι από το κρεβάτι. Πρέπει να κάνω ένα ντους και να αρχίσω να ετοιμάζομαι σιγά σιγά. Μόνη μου. Νιώθω το νερό να κυλάει επάνω στο σώμα μου. Αρχίζω να ξυπνάω. Αλήθεια, τι πάω να κάνω;

Μέχρι τα είκοσι έζησα σε μία μάλλον συντηρητική, αλλά ευτυχισμένη οικογένεια, με γονείς και αδέλφια που νοιάζονταν ο ένας για τον άλλο. Ώσπου ο κεραυνός χτύπησε και το δικό μας σπίτι. Πρώτα ο πατέρας και μετά η μητέρα. Σοβαρές αρρώστιες, μακροχρόνιες και αβέβαιες θεραπείες, υπέρογκα έξοδα, μας έφεραν στα όρια της καταστροφής. Τα αδέλφια μου έφυγαν από τη χώρα. Έπρεπε να δουλέψουν για να μπορέσουν να μας στηρίξουν. Έμεινα πίσω με τους γονείς. Το σπίτι μας είχε διαλυθεί.

Οι λεγόμενοι καλοθελητές έχουν μια μοναδική αίσθηση να μυρίζονται την απόγνωση, όπως τα όρνια μυρίζονται τα ετοιμοθάνατα ζώα. Ένα πρωί χτύπησε το κουδούνι. Ήταν μία κουμπάρα των γονιών μου, η οποία ήθελε να με δει προσωπικά.
«Τι θα κάνεις εσύ κορίτσι μου στη ζωή σου; Τα χρόνια περνάνε και πρέπει να αποκατασταθείς. Ξέρω ότι με αυτό που σας έτυχε δεν είναι εύκολο να βγεις και να κάνεις γνωριμίες, όμως υπάρχει ένα πολύ καλό παιδί που ενδιαφέρεται για οικογένεια».
Με λίγα λόγια, μια γειτόνισσά της, κυρία της εκκλησίας και πολύ θεοσεβής, είχε έναν ανιψιό γύρω στα σαράντα, δικηγόρο, ο οποίος ήθελε να βρει μία νέα και ηθική κοπέλα. Το βασικότερο ήταν το ότι δεν ενδιαφερόταν για το οικονομικό.
«Καταλαβαίνεις τι ευκαιρία θα είναι αυτός ο γάμος για εσένα; Πρώτον, απαλλάσσεις την οικογένειά σου από ένα βάρος και επιπλέον θα μπορείς να συνεισφέρεις όταν υπάρχει ανάγκη. Εμείς οι γυναίκες έχουμε τον τρόπο μας…»

Η συνάντησή μας έγινε μετά από λίγες ημέρες. Ένας καφές στην πλατεία. Όχι, δεν ένιωσα κάτι να με απωθεί από την πρώτη στιγμή. Φαινόταν ένας πολύ σοβαρός και μάλλον κλειστός άνθρωπος, με μέτρια εμφάνιση. Δεν ένιωθα ερωτευμένη, αλλά πίστευα ότι θα μπορέσουμε να τα βρούμε στην πορεία. Οι δυσκολίες των τελευταίων χρόνων με είχαν κάνει περισσότερο πρακτική. Οι συναντήσεις μας έγιναν πιο συχνές. Αν και η επικοινωνία μας παρέμενε τυπική και μάλλον ψυχρή, εκείνος γινόταν όλο και πιο τολμηρός, φέρνοντάς με σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν ήμουν ιδιαίτερα έμπειρη σε αυτά τα θέματα. Η μοναδική μου σχέση δεν είχε προλάβει να προχωρήσει πέρα από ένα φιλί, καθώς ο Πέτρος σκοτώθηκε με πολύ τραγικό τρόπο λίγο καιρό αργότερα. Τα αγγίγματα του ανθρώπου που μόλις είχα γνωρίσει είχαν κάτι το χυδαίο και με έκαναν να σιχαίνομαι τον εαυτό μου. Για λίγες ημέρες προσπάθησα να τον αποφύγω. Μίλησα με την κουμπάρα μας. Εκείνη όμως τον δικαιολόγησε αμέσως:
«Έτσι είναι οι άνδρες. Έχουν ανάγκες και εμείς πρέπει να τους τις ικανοποιούμε. Μην τυχόν και τον απομακρύνεις, γιατί θα τον χάσεις. Άλλωστε το παιδί έχει καλό σκοπό και δεν έχει προχωρήσει πέρα από ένα σημείο, έτσι δεν είναι;».

Το παιδί όμως φρόντισε να προχωρήσει. Ένα βράδυ, στο αυτοκίνητό του, όταν με γύριζε στο σπίτι μου. Μου ζήτησε συγνώμη μετά. Έχασε τον έλεγχο, μου είπε. Θα επανόρθωνε το συντομότερο. Το μυαλό μου είχε θολώσει και πονούσα ολόκληρη. Μακάρι να μπορούσα να τα παρατήσω όλα. Να φύγω μακριά, να εξαφανιστώ, να πεθάνω.
Άρχισε να οργανώνει τον γάμο μας. Σε άλλη πόλη και σε κλειστό κύκλο. Εκεί θα ζούσαμε ως παντρεμένοι. Οι γονείς μου είχαν προσλάβει μια καλή γυναίκα για να τους φροντίζει και η κατάστασή τους είχε αρχίσει κάπως να βελτιώνεται. Ευτυχώς. Η αναγγελία του γάμου μας είχε μπει στην εφημερίδα. Τώρα έμενα στο σπίτι του μόνιμα. Το είχε απαιτήσει. Θα είμαστε παντρεμένοι σε λίγο καιρό, τι πείραζε; Ήθελε να κοιμόμαστε μαζί. Αηδιάζω καθώς θυμάμαι το στενό κρεβάτι, το πνιγηρό δωμάτιο, τη μυρωδιά του… Καμία στοργή, καμία τρυφερότητα, καμία ζεστασιά, καμία απόλαυση. Ολιγόλεπτη ψυχοσωματική ταλαιπωρία και μετά γυρισμένη πλάτη και ατελείωτο ροχαλητό. Έμενα ξάγρυπνη μέχρι το πρωί, κουλουριασμένη στην άκρη του κρεβατιού, με το σώμα μου ανικανοποίητο και την ψυχή μου άδεια. Σκεφτόμουν τον Πέτρο. Μακάρι να μην είχε σκοτωθεί! Μακάρι η πρώτη μου φορά να ήταν μαζί του! Μακάρι να κοιμόταν αυτός δίπλα μου! Θα ήμουν στην αγκαλιά του όλο το βράδυ… Αναπολούσα τις μέρες που ζούσα στο πατρικό μου και είμαστε όλοι καλά. Πόσο απλή είναι η ευτυχία και πόσο εύκολα διαλύεται…

Τελευταία ημέρα στην πόλη μου. Οι γονείς μου συγκινημένοι. Δεν έχουν καταλάβει πού έχω μπλέξει. Καλύτερα. «Κρίμα που δεν μπορούμε να είμαστε στο γάμο σου. Οι δυνάμεις μας δεν μας το επιτρέπουν. Μακάρι να είσαι ευτυχισμένη αγάπη μου», είπε δακρυσμένος ο μπαμπάς. Η μαμά με αγκάλιασε. Μου έβαλε ένα κουτάκι στο χέρι. Ένα χρυσό δαχτυλίδι με κόκκινη πέτρα και μία λίρα. «Να ζήσετε καρδούλα μου. Μην ανησυχείς για εμάς.». Τα αδέλφια μου μου είχαν στείλει επιταγές και κάρτες με ευχές. Ήταν αδύνατον να πάρουν άδεια από τις δουλειές τους.
Φτάσαμε στην άλλη πόλη το σούρουπο. Είχε δύο ξενοδοχεία, ένα πεντάστερο και ένα φθηνό, μάλλον ύποπτο. Εκείνος με τη μητέρα του και τους συγγενείς του θα έμεναν στο πεντάστερο. Εγώ στο φθηνό, μαζί με τις πόρνες. «Θα είσαι σε περιβάλλον που σου ταιριάζει», είχε σχολιάσει κυνικά όταν του εξέφρασα την έκπληξη και τη δυσαρέσκειά μου, «άλλωστε εγώ πληρώνω, και αυτό, και εσένα». Το βλέμμα του είχε κάτι το θριαμβευτικό. Σπουδαίος θρίαμβος! Να τσακίζεις έναν ήδη τσακισμένο άνθρωπο…

Κλείνω το νερό και τυλίγομαι στο μπουρνούζι μου. Το νυφικό μου, κρεμασμένο στη ντουλάπα, μοιάζει και αυτό γκρίζο. Αποφάσισα να μην το φορέσω. Ο γάμος θα τελεστεί χωρίς εμένα. Ή όχι, δεν θα τελεστεί καθόλου. Φοράω τα καθημερινά μου ρούχα. Παίρνω βιαστικά την τσάντα μου. Το μαγαζί με τα είδη κουζίνας είναι ανοιχτό. Αγοράζω ένα μεγάλο κουζινομάχαιρο. Ίσα που χωράει στην τσάντα μου. Η πωλήτρια με κοιτάει ξαφνιασμένη. Φεύγω τρέχοντας και κατευθύνομαι προς το ξενοδοχείο του. Όλα θα τελειώσουν. Μια εικόνα περνάει μπροστά μου. Οι γονείς μου να με βλέπουν στα χέρια της αστυνομίας, στο δικαστήριο, στη φυλακή. Όχι, δεν μπορώ να τους κάνω τέτοιο πράγμα. Αυτούς θα σκοτώσω περισσότερο, και όχι εκείνον. Πετάω το μαχαίρι σε ένα κάδο σκουπιδιών και κλαίω με λυγμούς.

Το σφύριγμα του πλοίου με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Πρέπει να ξεφύγω, από το γάμο που με περιμένει και περισσότερο, από τον ίδιο μου τον εαυτό. Το λιμάνι είναι δίπλα. Βγάζω εισιτήριο. Για εξωτερικό. Θα πάω στα αδέλφια μου. Τα χρήματά μου με φτάνουν.

Νατάσα Κ.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Νατάσα Κ.

Από μικρή μου άρεσε να ακούω τις ιστορίες των δικών μου ανθρώπων: τα παραμύθια και πιο πολύ τις αληθινές. Μεγαλώνοντας άρχισα να αναζητώιστορίες στην καθημερινότητά μου μέσα από εικόνες, γεύσεις,χρώματα και νότες.
Νατάσα Κ.

Latest posts by Νατάσα Κ. (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *