Γράμμα από τον μπαμπά σου, πιτσιρίκο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Μικρέ, αν φτάσει αυτό το γράμμα στα χέρια σου, κακά τα μαντάτα, πάει να πει πως εγώ δε ζω. Γιατί αν ζω, δε θα χρειαστεί να τα δεις γραμμένα, θα στα πω εγώ, όταν μεγαλώσεις.

Κοιτάζω τη μάνα σου αυτή τη στιγμή. Κάθεται στο πάσο της κουζίνας και κοιτάζει καρότσια και μωρουδιακά. Φοράει το μπλε πουκάμισο μου πάνω από το μπλουζάκι της, σα ζακέτα, δε κλείνουν τα κουμπιά. Φίλε δε ξέρω πόσα κιλά θα γεννηθείς, πάντως αν κρίνω από την κοιλιά της στον 8ο μήνα και 10 κιλά να μου πουν ότι βγήκες, λογικό θα μου φανεί, τι γίνεται εκεί μέσα, πόσο τρως ρε με το σωληνάκι που χεις γύρω από το λαιμό σου, αμάσητα πάνε τα πιτόγυρα στον πλακούντα;

Το πρόσωπο της είναι λίγο πρησμένο, δε κοιμάται καλά, στριφογυρίζει όλη νύχτα στο κρεβάτι για να σε βολέψει κάπως και να βολευτεί και εκείνη. Κάποια στιγμή που κοιμήθηκε με την κοιλιά της να ακουμπάει στην πλάτη μου, ξύπνησα από κλωτσιά, ήταν καλό το σουτ και το εκτίμησα δεόντως αλλά πήγα να κοιμηθώ στον καναπέ γιατί έχω και γω καλό δεξί και φοβάμαι μην ανταποδώσω κατά λάθος στον ύπνο μου το βολέ και βρεθείς μαζί με τη μάνα σου στίκερ στον τοίχο απέναντι.

Η μάνα σου λοιπόν, ήταν κουκλί. Και τώρα είναι. Απλά τώρα είναι φουσκωμένο κουκλί και λίγο ταλαιπωρημένο, θα σε παρακαλούσα να μου την επιστρέψεις όπως την βρήκες όταν μπήκες, ναι;

Δεν μπήκες κατά λάθος. Να το θυμάσαι αυτό. Ίσως σου πουν το αντίθετο (ο παππούς σου δηλαδή, ο πατέρας της μάνας σου, που δε με πάει μία.) Δεν ισχύει. Είσαι εκεί που είσαι επειδή γουστάραμε πολύ. Ίσως όχι ακριβώς το να βρεθείς εσύ εκεί τη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά ο ένας τον άλλον τόσο που όλα τα ενδεχόμενα ήταν ανοιχτά. Και εσύ προφανώς. (Που δεν άργησες κιόλας, δηλαδή και να καθυστερούσες λίγο δε θα με χάλαγε, μην πω ψέματα, με τη μία ρε;)

Μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να επεξεργαστώ το ‘έχω καθυστέρηση’ – η πρώτη μου σκέψη ήταν ‘ας ξύπναγες νωρίτερα’ αλλά την έπνιξα τη μαλακία που πήγα να ξεστομίσω, επειδή άρχισε να κλαίει, οκ σκέφτηκα, έχει αργήσει κι άλλες φορές στη δουλειά, δεν έκανε έτσι. Μετά με κάρφωσε με τα τεράστια μελιά της μάτια με ύφος ΟΛΑ ΚΡΕΜΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙΣ ΤΩΡΑ ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙΣ ΤΩΡΑ και έψαχνα λέξεις και δεν έβρισκα καμία ο ηλίθιος και την άφηνα να κλαίει, τώρα που το σκέφτομαι δεν έχει και άδικο ο παππούς σου που δε με γουστάρει, τι να λέμε τώρα. “Δεν το θέλεις” μου είπε με αναφιλητά, “θες να το ρίξουμε” και εκεί ήταν σαν να έφαγα κλωτσιά στ’αρχ-καλά δε γράφω που, μπας και όντως διαβάσεις ποτέ αυτό το γράμμα.

Ζήτησα λίγο χρόνο, μου είπε ότι θα πάει στη μαμά της να μείνει και έφυγε. Επειδή ζήτησα λίγο χρόνο. Γυναίκες, φίλος… Θα σου εξηγήσω εν καιρώ.

Έφυγε που λες, πέταξε τη χειροβομβίδα κι έφυγε. Και έμεινα κάνα δίωρο να κοιτάω τους τοίχους.

Τον πήρα τον χρόνο μου. Έπρεπε λίγο να σκεφτώ, να μείνω μόνος μου. (Βοήθησε και το ότι έκλεισε το κινητό της και δεν μου άνοιγαν και στο πατρικό της βασικά. Βάραγα τα κουδούνια και φώναξαν περιπολικό, πρέπει να μιλήσουμε για τον παππού σου κάποια στιγμή.)

Ήρθε ο πατέρας μου στο τμήμα. Ο άλλος σου παππούς. Του οποίου το όνομα θα πάρεις και δε σηκώνω μαλακίες πάνω στο θέμα και συμφώνησε και η μάνα σου, κυρίως επειδή τον δικό της πατέρα τον λένε Υάκινθο. Ήρθε λοιπόν και με μάζεψε ο πατέρας μου. Έβαλε ένα καφάσι μπύρες στο αμάξι και πήγαμε στο πατρικό μου, έστειλε τη μάνα μου για ύπνο και αράξαμε στο μπαλκόνι. Γίναμε φέσι. Τον κουβάλησα στο κρεβάτι του και πριν τον πάρει ο ύπνος μου είπε ‘Ξέρεις!’

Ξέρω ρε πατέρα, ξέρω.

Είχε μείνει άλλη μια μπύρα. Την άνοιξα, έκανα ένα τελευταίο τσιγάρο και ξάπλωσα στον καναπέ γιατί το δωμάτιο μου το είχε κάνει η μάνα μου αποθήκη, ‘αφού δεν έρχεσαι ποτέ να μείνεις εδώ, θα φυλάξω στο δωμάτιο σου τον ατμοκαθαριστή, την ηλεκτρική σκούπα, τις κουρτίνες από το χωριό, τα χαλιά, 2 άστεγους, 3 γάτες και ένα τραυματισμένο χελιδόνι’. Είχε δίκιο όμως. Δεν έμενα πια εκεί. Αλλού ήταν το σπίτι μου.

Δεν είχα πρόσβαση στη μάνα σου. Δε μ’ ένοιαζε να ξανακαλέσουν τους μπάτσους, αλλά θα έχανα χρόνο έτσι. Και δεν είχα χρόνο. Πήγα βρήκα την τρελοθεία σου στη δουλειά της. (Του γιατρού εντελώς, έχει κάνα μήνα τώρα που κυκλοφορεί με μπλουζάκι “best auntie to be” και σου έχει αγοράσει κι ένα φορμάκι για νεογέννητο με τον Lemmy επάνω.) Πήγε να με αποφύγει αλλά μάλλον με λυπήθηκε ‘είσαι σα σκατά ρε’. Ήμουν, πράγματι. Δεν την πάλευα μία. Δουλεύει σε φαρμακείο, μου έδωσε ένα κουτί πολυβιταμίνες. “Εγώ δεν κάνω τον μεσάζοντα για κανέναν. Ένα κουτί βιταμίνες θα της πάω. Κάνε τα κουμάντα σου”.

Πόσες λέξεις χωράνε σ’ ένα κουτί βιταμίνες; 18 (με μικρά γράμματα για να χωρέσουν).

‘Είμαι εδώ. Όχι επειδή πρέπει αλλά επειδή θέλω. Το πάμε από την αρχή; Δώσε μου μια γαμημένη ευκαιρία’.

Περίμενα στην πυλωτή της πολυκατοικίας της, έτοιμος να την κοπανίσω αν καλέσουν πάλι αστυνομία. Δεν κάλεσαν. (Παραλίγο, έμαθα εκ των υστέρων, έτοιμος ήταν πάλι ο καριολ- ο παππούς σου τέλος πάντων). Κατέβηκε η μάνα σου με πρόσωπο μωβ από το κλάμα. Με κάρφωσε πάλι με τα τεράστια μελιά της μάτια, μόνο που αυτή τη φορά ήταν θαμπά και κουρασμένα.

– Λέγε…
– Σου ζήτησα λίγο χρόνο, δε μου έδωσες ούτε ένα λεπτό. Τόσο χρειαζόμουν. Ένα λεπτό. Για να ξέρω.
– Τι να ξέρεις;
– Ότι θέλω. Και ότι μπορώ. Κανείς δε γίνεται από γιος πατέρας σε 15 δευτερόλεπτα! Αλλά τώρα ξέρω πως δεν πρόκειται να σ’ αφήσω, θα είμαι εδώ. Ότι κι αν αποφασίσεις. Όχι επειδή έτυχε, όχι επειδή πρέπει. Επειδή πουθενά αλλού δεν θέλω να είμαι, πουθενά αλλού δεν είμαι καλά αν δεν είμαι μαζί σου. Σ’ αγαπάω γι’ αυτό επιλέγω να είμαι εδώ.

Φώτισαν τα μάτια της, έσκασε χαμόγελο στα καταδαγκωμένα χείλια της.
– Είσαι ΕΔΩ, μου είπε και πήρε το χέρι της και το ακούμπησε στην κοιλιά της. ( Ο Υάκινθος μας έβλεπε από πάνω, πήρε το τηλέφωνο να καλέσει το 100, του το άρπαξε η γυναίκα του από τα χέρια “θα το σπάσω το ρημάδι, άσε τα παιδιά ήσυχα!”)

Αυτά είχα να σου πω πιτσιρίκο. Το γράμμα αυτό θα το λάβεις μόνο αν κάτσει καμιά στραβή και ψοφήσω πριν μεγαλώσεις λίγο. Ευελπιστώ να μη φτάσει ποτέ στα χέρια σου. Για να έχουμε χρόνο να τα πούμε. Αν όμως φτάσει, να θυμάσαι πάντα μια κουβέντα του γέρου σου. Πάντα να ζητάς ένα λεπτό. Ένα λεπτό φτάνει. Η καρδιά πάντα ξέρει τι θέλει σε ένα λεπτό. Και όταν η καρδιά ξέρει, μη φοβάσαι, Το μυαλό θα συνεργαστεί. Έστω και με χρονοκαθυστέρηση.

Είμαι εδώ, μικρέ.

 

Σάναβαμπιτς

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook