Η αίθουσα συνεδριάσεων που θα γινόταν η συγκέντρωση μελών και φίλων του site thebluez.gr, ήταν κατάμεστη από κόσμο. Οι περισσότεροι περιφέρονταν άσκοπα με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, άλλοι είχαν πέσει με τα μούτρα στο μπουφέ ενώ μερικοί από αυτούς είχαν σχηματίσει μικρά μικρά πηγαδάκια και συζητούσαν αρκετά δυνατά. Οι συντάκτες του site κάθονταν ντυμένοι όλοι με τα καλά τους, πίσω από ένα μακρύ τραπέζι, υπέγραφαν αυτόγραφα, μιλούσαν με τους παρευρισκόμενους, έβγαζαν φωτογραφίες και χαμογελούσαν πλατιά σε όποιον πλησίαζε. Κατάπια το κύμα χολής που ανέβαινε στο λαιμό μου, βλέποντας όλη αυτή την εικόνα και προχώρησα στο εσωτερικό της αίθουσας.

Κανείς δεν περίμενε ότι περίπου πριν από 3 χρόνια, το bluez θα εκτοξευόταν τόσο υψηλά που θα άγγιζε την κορυφή και θα έμεινε εκεί. Οι συντάκτες του είχαν γίνει διάσημοι και αγαπητοί στον απλό κόσμο, μέσα από τα κείμενα τους, με ιστορίες βγαλμένες από την ζωή, γραμμένες με πόνο, γέλιο, έρωτα, χιούμορ, ιστορίες που εξυμνούσαν το κάθε τι απλό μα και το κάθε τι σύνθετο. Είχαν γίνει τα παιδιά του λαού, τα αγαπημένα τους παιδιά.

Αυτός ήταν και ο λόγος που ώθησε την πρώην μνηστή μου, να στείλει και εκείνη το δικό της ανώνυμο κείμενο. Είχε δει πολλούς να το κάνουν για να μοιραστούν τα βάσανα τους ή για να βρουν λύση στα προβλήματα τους και έτσι κι εκείνη θεώρησε σωστό να βγάλει τα άπλυτα της σχέσης μας στην φόρα. Ναι, ήμουν πολύ ζηλιάρης και καταπιεστικός, το γνώριζα. Ναι, όταν με κυρίευε αυτό το μανιώδες συναίσθημα δεν ήξερα τι έκανα. Ναι, πολλές φορές τις απαγόρευα να βγει από το σπίτι, μην τυχόν και ερωτευτεί κάποιον άλλον, μην τυχόν γίνει αντικείμενο θαυμασμού και πόθου για κάποιον άλλο άντρα. Ναι τα ήξερα όλα αυτά. Ήξερα επίσης πως την αγαπούσα σαν τρελός, πως θα έκανα τα πάντα για εκείνην, θα πέθαινα αν χρειαζόταν, θα σκότωνα αν μου το ζητούσε. Αυτό όμως δεν ήταν ανάγκη να το ζητήσει. Όχι τώρα πια.

Ένα δυνατό γέλιο με έβγαλε από τις σκέψεις μου. Το βλέμμα μου έπεσε στο μεγάλο τραπέζι των συντακτών, όπου όλοι γελούσαν χαρούμενοι, αγνοώντας τον πόνο που έκρυβα μέσα του. Τον τόσο βαθύ και σκοτεινό πόνο, που ήταν λες και κάποιος μου είχε αδειάσει τα σωθικά. Γιατί η Έλλη, μετά την δημοσίευση του κειμένου της και τα σχόλια που δέχθηκε από το πλήθος του κόσμου αλλά και των συντακτών, με εγκατέλειψε. Και εκείνοι έφταιγαν γι’ αυτό.

Μια ξανθιά φιγούρα, που καθόταν στο κέντρο του τραπεζιού, σηκώθηκε όρθια και ξερόβηξε. Το πλήθος που είχε μαζευτεί στράφηκε προς το μέρος της και ησύχασε. Ήταν η ώρα για την αρχισυντάκτρια, να βγάλει τον καθιερωμένο της λόγο.
«Σας ευχαριστούμε όλους που είστε απόψε μαζί μας, για να μοιραστείτε την αγάπη μας για το thebluez.gr. Με την βοήθεια σας και το ενδιαφέρον σας πάνω από όλα, για αυτά που έχουμε να μοιραστούμε με τον κόσμο, κάνατε το bluez, να εκτοξευθεί στην κορυφή. Αυτή η εκδήλωση είναι για όλους εσάς, που μας αγαπάτε και που μας στηρίζεται τόσα χρόνια. Σας ευχαριστούμε για άλλη μια φορά και ευχόμαστε να περάσετε μία όμορφη και αξέχαστη βραδιά μαζί μας»

Σίγουρα θα είναι αξέχαστη, σκέφτηκα. Αυτό σας το εγγυώμαι.

Όση ώρα ο κόσμος χειροκροτούσε και ανακατευόταν μαζί με τους συντάκτες, που είχαν αποφασίσει επιτέλους να σηκωθούν από τους θρόνους τους, βρήκα την ευκαιρία, να βγω από την αίθουσα, χωρίς να με αντιληφθεί κανείς. Προχώρησα προς τις τουαλέτες του ορόφου και έβγαλα το κουστούμι που φορούσα, μένοντας μόνο με την στολή του επιστάτη που είχα κρύψει από κάτω. Έμεινα για λίγο στο υγρό και δύσοσμο μπάνιο, για να συγκροτήσω τις σκέψεις μου. Η ώρα είχε φτάσει. Δεν μπορούσα να κάνω πίσω πλέον.

Όταν γύρισα ξανά πίσω στην αίθουσα, ο περισσότερος κόσμος είχε αρχίσει να φεύγει. Στάθηκα σε μια γωνιά, για να μην προκαλώ υποψίες και περίμενα μέχρις ότου όλοι οι καλεσμένοι, πλην των συντακτών εγκαταλείψουν την αίθουσα. Μία ώρα αργότερα, επιτέλους, το τελευταίο ζευγάρι έπαιρνε την κατεύθυνση για την έξοδο. Εκείνη την στιγμή, ένας σερβιτόρος μπήκε μέσα, κρατώντας έναν δίσκο. Πάνω του, υπήρχε ένα από τα πιο ακριβά μπουκάλια σαμπάνιας, του ξενοδοχείου. Πλησίασε και τους την πρόσφερε.
«Δώρο από τον διευθυντή» τους είπε απλά και την άφησε πάνω στο τραπέζι.
Τον είδα να φεύγει, ενώ επιφωνήματα χαράς και ενθουσιασμού ξεσπούσαν από πίσω του.

Άρπαξα την ευκαιρία για να κλειδώσω όλες τις πόρτες τις αίθουσας, ακόμα και εκείνες που έβγαζαν στην έξοδο κινδύνου. Ευτυχώς, σαν επιστάτης και συντηρητής του κτηρίου, αυτό δεν ήταν και τόσο δύσκολο, είχα τα κλειδιά στην τσέπη μου. Μέχρι να τελειώσω και να βεβαιωθώ πως κανένας δεν επρόκειτο να βγει από εδώ μέσα, ένα δυνατό μουρμουρητό είχα αρχίσει να απλώνεται στην αίθουσα.
«Αρχίσαμε» ψιθύρισα στον εαυτό μου.

Ένας από τους συντάκτες, είχε καταρρεύσει στο πάτωμα και προσπαθούσε να λύσει την γραβάτα του, το πρόσωπο του είχε κοκκινίσει και ο ιδρώτας έτρεχε από κάθε πόρο του δέρματος του.
«Λίγο νερό» ψέλλισε. «Δεν αισθάνομαι καλά, δεν μπορώ να αναπνεύσω»
Κάποιος του έφερε ένα ποτήρι νερό και τον βοήθησε να πιει μερικές γουλιές.
Σύντομα, όλο και περισσότεροι από τους συντάκτες, άρχισαν να πέφτουν στο πάτωμα κατακόκκινοι και ιδρωμένοι.
«Τι στο καλό γίνεται εδώ; Φωνάξτε έναν γιατρό» ούρλιαξε η Σαββαΐδου.
«Δεν θα χρειαστεί»

Όσοι ήταν ακόμα όρθιοι γύρισαν, στο άκουσμα της φωνής μου. Στάθηκα μπροστά τους, χαμογελαστός, με τα χέρια στις τσέπες.
«Ποιος είσαι εσύ; Τι έπαθαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι;» με ρώτησε η Φραντζέσκα σε έξαλλη κατάσταση. Ήταν η μόνη που φαινόταν αρκετά καλά, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους.
«Τίποτα το σπουδαίο. Δηλητηριάστηκαν και σε λίγο θα πεθάνουν. Μην ανησυχείς, θα τους ακολουθήσετε και εσείς οι υπόλοιποι σύντομα»

Κάποιοι φώναξαν οργισμένοι και θέλησαν να ορμήσουν καταπάνω μου, όμως η τοξίνη από το δηλητήριο που είχε αρχίσει ήδη να επιδράει στο αίμα τους, δεν τους άφησε να κάνουν ούτε ένα βήμα παραπάνω. Είδα το Φυστίκι να πέφτει τρομοκρατημένη μπροστά στα πόδια μου.
«Σε παρακαλώ. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν παιδιά, οικογένειες συγγενείς. Γιατί να κάνεις κάτι τέτοιο; Σε τι σου φταίξαμε;»

Κάθε κύτταρο του κορμιού μου γέμισε από την οργή, που καταπίεζα τόση ώρα.
«Ρωτάς σε τι μου φταίξατε; Εσύ και το αναθεματισμένο site σας; Είχα και εγώ οικογένεια. Είχα μια γυναίκα που την αγαπούσα όσο τίποτα άλλο στον κόσμο, όμως εσείς μου την πήρατε. Ναι είμαι ζηλιάρης, παθολογικός και αθεράπευτος. Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό, όμως την αγαπούσα, την αγαπούσα σαν τρελός. Εσείς φταίτε που με εγκατέλειψε. Εσείς φταίτε που με αναγκάσατε να την σκοτώσω. Εσύ φταις για όλα»

Έβγαλα έναν σουγιά από την τσέπη μου και της έκοψα τον λαιμό από άκρη σε άκρη. Το ίδιο έκανα και με όσους αντιστέκονταν ακόμα στην επίδραση του δηλητηρίου. Οι υπόλοιποι ήταν νεκροί εδώ και ώρα.

Όταν τελείωσα με το έργο μου, σκούπισα τον σουγιά στο παντελόνι μου τον φύλαξα πίσω στην θέση του. Άνοιξα με τα κλειδιά μου, την πίσω πόρτα κινδύνου και αφού βεβαιώθηκα πως όλοι ήταν νεκροί πλέον, έφυγα σαν να μην συμβαίνει απολύτως τίποτα.

Επιτέλους ήμουν ελεύθερος. Επιτέλους το TheBluez.gr , είχε τελειώσει. Οριστικά.